Αποκλιμακώνονται σταθερά, αλλά πολύ αργά, οι τιμές στα αγαθά καθημερινής ανάγκης. Το Παρατηρητήριο Τιμών του ΥΠΑΑΝ κατέγραψε μεσοσταθμική μείωση στο κόστος των προϊόντων που παρακολουθεί κατά 1,12% στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου φέτος, έναντι του αντίστοιχου περυσινού διαστήματος, όταν στο 12μηνο που έληξε τον Ιούλιο η αντίστοιχη μέση μεταβολή ήταν ανοδική κατά 1,03%..

Πρόκειται για μια θετική εξέλιξη σχετικά με τον πληθωρισμό, που όμως απέχει πολύ από τη μεταβολή της ζήτησης στην αγορά –φέτος εκτιμάται ότι η πτώση της κατανάλωσης είναι κοντά στο 5%– και ακόμη περισσότερο από τις απώλειες του οικογενειακού εισοδήματος, που σε μέσα επίπεδα υπολογίζονται 25%-30%. Σημειώνουμε ότι η καλύτερη εικόνα των τιμών αποδίδεται και στο γεγονός ότι έχει πλέον αρχίσει σταδιακά να «χάνεται» η επίδραση στις τιμές από τις αυξήσεις του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Πάντως, οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών στο επτάμηνο φέτος καταγράφονται στα τρόφιμα. Με βάση τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου υπολογίζονται σε μέσα επίπεδα στο -2,20%, ενώ στα μη τρόφιμα οι τιμές αλλού κινούνται πτωτικά και αλλού ανοδικά.

Στο επίκεντρο οι κοστολογικοί έλεγχοι
Το ΥΠΑΑΝ παρακολουθεί την πορεία των τιμών, χωρίς όμως να διαθέτει πολλά περιθώρια παρέμβασης, τουλάχιστον άμεσης. Πάντως, έχει ήδη ξεκινήσει μια σειρά από κοστολογικούς ελέγχους, προκειμένου να εντοπίσει τα προϊόντα αυτά στα οποία θα μπορούσε να ασκήσει πίεση για αποκλιμάκωση των τιμών, γνωρίζοντας ωστόσο ότι η ανατροπή στην τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων αποτελεί άπιαστο όνειρο. Στο στόχαστρο των κοστολογικών ελέγχων έχουν βρεθεί προϊόντα όπως τα άλευρα, τα ρύζια, τα έλαια κα. Παράλληλα, στελέχη του υπουργείου δίνουν τη «μάχη» της αναζήτησης στρεβλώσεων στην αγορά, όπως και των παρεμβάσεων για τη θεραπεία των διαρθρωτικών της προβλημάτων. Τα παραδείγματα είναι πολλά: το καθεστώς αδιαφάνειας που χαρακτηρίζει τη διακίνηση των νωπών φρούτων και λαχανικών, ο απαρχαιωμένος Αγορανομικός Κώδικας, για τον οποίο η Επιτροπή Ανταγωνισμού εισηγήθηκε διατάξεις που πρέπει να καταργηθούν, η πολυνομία και οι αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων των ελεγκτικών αρχών ή το δαιδαλώδες καθεστώς αδειοδότησης των υπεραγορών…

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για παρεμβάσεις που δρομολογήθηκαν πριν την κυβέρνηση Παπαδήμου, οι οποίες είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί λίγο πριν τις εκλογές του περασμένου Μαΐου και που οι περισσότερες από αυτές παρέμειναν στα χαρτιά. Τώρα, το υπουργείο φέρεται να εξετάζει εκ νέου το ποιες από αυτές θα μπορούσε να προωθηθούν άμεσα προς υπογραφή και να τεθούν σε ισχύ. Αξίζει να σημειώσουμε ότι κάθε φορά που το λιανεμπόριο κατηγορείται για τις υψηλές τιμές λιανικής επιχειρηματολογεί, υποστηρίζοντας ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς είναι που συντηρούν τις ανατιμήσεις κι ότι η τυχόν επίλυσή τους θα οδηγήσει, χωρίς καθυστερήσεις, στην αποκλιμάκωση των τιμών.

«Χαμένη» στις εισηγήσεις
Για την καλύτερη λειτουργία της αγοράς παλεύει, με τους δικούς της βραδείς ρυθμούς, και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία φέρεται έτοιμη να ανοίξει μια σειρά φακέλων ενώπιον της ολομέλειας, με υποθέσεις καρτέλ και πρακτικών εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης στις αγορές των αγαθών καθημερινής ανάγκης, με εμπλεκόμενους πρωτευόντως τους παραγωγούς και δευτερευόντως τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Μια από αυτές τις υποθέσεις επισημοποιήθηκε δια της δημοσιότητας πρόσφατα. Αφορά τον κλάδο των πουλερικών, ο οποίος εγκαλείται με την κατηγορία ότι επί μια 15ετία το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς του, κατά κύριο λόγο οι συνεταιρισμοί, έστηνε καρτέλ με σκοπό τη διαμόρφωση των τιμών. Η υπόθεση, που θα απασχολήσει την ολομέλεια εντός του φθινοπώρου, αναδεικνύει δύο βασικά ερωτήματα: πρώτον, γιατί επί 15 χρόνια η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση και δεύτερον, γιατί παραμένουν στα συρτάρια της άλλες υποθέσεις, για τις οποίες οι υπόνοιες για εναρμονισμένες πρακτικές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν έως εξώφθαλμα βάσιμες;

Στο μεταξύ, αν το ΥΠΑΑΝ ανησυχεί για κάτι, αυτό είναι η έλευση ενός νέου ανατιμητικού κύματος, που θα μπορούσε να το σηκώσει η εντονότατη τάση ανόδου στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών των τροφίμων. Η άνευ προηγούμενου ξηρασία που πλήττει μεγάλες παραγωγικές αγορές, έχοντας προκαλέσει τεράστιες καταστροφές στις καλλιέργειες, ωθεί κατακόρυφα τις τιμές σε σιτηρά, λοιπά δημητριακά και ζωοτροφές, πιέζοντας τις τιμές των παραγωγών τυποποιημένων προϊόντων και κατ’ επέκταση τις τιμές λιανικής. Ήδη παγκοσμίως γίνεται πολύς λόγος περί νέας επισιτιστικής κρίσης, ενώ στην Ελλάδα οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες θεωρούν ότι οι δρομολογούμενες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, σε συνδυασμό με ένα νέο ανατιμητικό κύμα, θα λειτουργήσουν ως εκρηκτικό μίγμα, με απρόβλεπτες συνέπειες για την κοινωνία, η οποία δοκιμάζεται σκληρά από την ύφεση και την πολιτική των μνημονίων. Αν οι ανατιμητικές πιέσεις των διεθνών αγορών συνεχιστούν και ενταθούν δεν αποκλείεται να ξαναϋψωθεί ακμαίο το τελευταίο «προπύργιο» των ανατιμήσεων, τα σούπερ μάρκετ, που εδώ και μερικούς μήνες διαβρώνεται από την ύφεση.

Τα ευρήματα των τιμοληψιών
Ας δούμε, όμως, τα τελευταία ευρήματα για τις τιμές, όπως καταγράφηκαν από το Παρατηρητήριο Τιμών του ΥΠΑΑΝ:

  • Από το σύνολο των 17 κατηγοριών τροφίμων και μη που παρακολουθεί το υπουργείο, κατά το 12μηνο που έληξε τον Ιούλιο φέτος οι 13 ανατιμήθηκαν έως και 6,03% (μέσω ποσοστό ανά κατηγορία), σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο 12μηνο, ενώ στις υπόλοιπες 4 προϊόντικές κατηγορίες οι τιμές κινήθηκαν πτωτικά έως και -1,13%.
  • Αντίθετα, στο επτάμηνο του 2012 μόνο 7 κατηγορίες κινήθηκαν ανοδικά, ενώ οι υπόλοιπες 10 κατέγραψαν μειώσεις τιμών.
  • Στο 12μηνο οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στον πληθωρισμό προκλήθηκαν από τα μη αλκοολούχα ποτά (μεταλλικά νερά, αναψυκτικά και χυμούς), τα οποία σε μέσα επίπεδα ανατιμήθηκαν κατά 6,03%, κυρίως όμως λόγω της αυξητικής μεταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.
  • Μεγάλες αυξήσεις στο τελευταίο 12μηνο καταγράφηκαν, επίσης, στα ψάρια (3,29%), στα νωπά φρούτα (2,82%), στα κρέατα (1,17%), στα γαλακτοκομικά και τα τυριά (1,35%), στα αλκοολούχα ποτά (1%), στον καφέ και το τσάι (2,01%) και λοιπά εφόδια σπιτιού (1,77).
  • Στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού συνέβαλλαν στο 12μηνο τα δημητριακά (-0,55), τα έλαια-λίπη (-0,86%), η κατηγορία λοιπά τρόφιμα που περιλαμβάνει το αλάτι, τα μπαχαρικά, τις έτοιμες σάλτσες, τις παιδικές τροφές και τις σούπες (-0,65%) και τα είδη καθαρισμού (-1,13),
  • Μελετώντας τις τιμές στο τελευταίο επτάμηνο (Ιανουάριος-Ιούλιος 2012), μειώσεις εντοπίζονται στα γαλακτοκομικά (-0,26%), τα δημητριακά (-2,71%), στα έλαια-λίπη (-3,20%), σε ζάχαρη, σοκολάτες και γλυκά (-1,51%), στα λαχανικά (-10,07), και στα λοιπά εφόδια νοικοκυριού (-0,33%).
  • Αντίθετα, στο επτάμηνο φέτος αυξήσεις καταγράφηκαν κυρίως στα κρέατα (0,70%), στα φρούτα (6,23), στο μεταλλικό νερό, τα αναψυκτικά και τους χυμούς (0,32%), στα κρασιά (1,52%), στις μπίρες (0,70%), στα οινοπνευματώδη ποτά (0,80%) και στα είδη ατομικής φροντίδας (0,28%).

Τι πυροδοτεί τις ανατιμήσεις
Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους δεν μειώνονται οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ; Πέραν των ορίων της ίδιας τιμολογιακής πολιτικής κάθε αλυσίδας, που ορίζει τα περιθώρια κέρδους της ανά προϊόν, ως σύνολο ο κλάδος σήμερα αντιμετωπίζει μια σειρά επιβαρυντικών παραγόντων για τα κοστολόγιά του, λειτουργικά ή άλλα. Οι βασικότεροι αυτών, κυρίως στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά, είναι οι ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών και οι ανατιμήσεις των υγρών καυσίμων παγκοσμίως, όπως άλλωστε και οι αυξητικές μεταβολές των φόρων.

Από στοιχεία που επεξεργάσθηκε το ΥΠΑΑΝ προκύπτει ότι ειδικότερα στη διατροφή και τα μη αλκοολούχα ποτά οι πιέσεις που ασκούνται στις αλυσίδες, και κυρίως στις εταιρείες παραγωγής των εν λόγω προϊόντων, προκαλούνται από την αποδυνάμωση του ευρώ έναντι του δολαρίου, λόγω της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη, και από την αύξηση του κόστους μεταφοράς και διακίνησης των προϊόντων εξαιτίας της ανατίμησης των καυσίμων. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι η τιμή του πετρελαίου Brent αυξάνεται ετησίως κατά 17,3%. Ασφαλώς, όμως, οι μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές χονδρικής και λιανικής ασκούνται από τις ανατιμήσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών των τροφίμων. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου, για παράδειγμα, η τιμή της ζάχαρης αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 1,9%, του ρυζιού κατά 15,6%, του καφέ κατά 9,9%, του ηλιέλαιου κατά 8,4%, των λιπασμάτων κατά 3%…

Αυξήσεις καταγράφονται και στις τιμές των ζωοτροφών, με αποτέλεσμα την ανατίμηση του κρέατος και του γάλατος (τιμές παραγωγού). Βάσει στοιχείων του ΕΛΟΓΑΚ, στο αγελαδινό γάλα, για παράδειγμα, καταγράφεται ετησίως αύξηση των τιμών παραγωγού κατά 16,2%. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν πρέπει να λησμονείται η επιβάρυνση των τιμών των προϊόντων-ειδών σούπερ μάρκετ από την αύξηση του συντελεστή του ΦΠΑ, στο πλαίσιο των κυβερνητικών πολιτικών της τελευταίας τριετίας. Πάντως, στελέχη του υπουργείου διατείνονται ότι, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν διεθνώς και της φορολογικής πολιτικής, «ο ρυθμός μεταβολής του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Το Ιούλιο του 2012», αναφέρουν χαρακτηριστικά, «διαμορφώθηκε στο 1,3% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2011, ποσοστό από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη…». Προσθέτουν δε ότι «στη διατροφή και τα μη αλκοολούχα ποτά, παρά τις συνεχιζόμενες ανοδικές πιέσεις των τιμών πρώτων υλών, ο δείκτης καταγράφει τη χαμηλότερη ετήσια μεταβολή των τελευταίων χρόνων, μόλις 1,23 %, ενώ στα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό οι ανατιμήσεις οφείλονται αποκλειστικά στην αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης».

Φωτιά ο φόρος στα καύσιμα
Σε ό,τι αφορά τις τιμές του πετρελαίου, που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς των προϊόντων, καθώς και άλλα κόστη λειτουργίας των επιχειρήσεων, παράγοντες του υπουργείου παραδέχονται ότι η Ελλάδα έχει την τέταρτη υψηλότερη λιανική τιμή μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, μετά τη Σουηδία, την Ιταλία και την Ολλανδία, όχι τόσο λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων της σχετικής αγοράς, όσο της κυβερνητικής φορολογικής πολιτικής. Ειδικότερα τονίζουν ότι, αν από τις τιμές των καυσίμων αφαιρεθούν οι φόροι, τότε η Ελλάδα θα βρεθεί στη δέκατη πέμπτη θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, με τη μέση τιμή των υγρών καυσίμων (ανά τύπο) να κυμαίνεται χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωζώνης.