«Εξαιρετικά αντίξοες και παράδοξες συνθήκες», «καθεστώς σοβαρής αβεβαιότητας» και «ευμετάβλητη πιθανολόγηση του χρόνου λήξης της πανδημίας» είναι μερικές μόνο από τις φράσεις, που χρησιμοποίησε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης κατά την κατάθεση του Προσχέδιου του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2021, προκειμένου να αποτυπώσει το κλίμα αβεβαιότητας μεταξύ των οικονομολόγων αλλά και στην κοινωνία, αναφορικά με την προοπτική της ελληνικής οικονομίας μετά την καταστροφική ύφεση φέτος. ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΕΣΤΙΜΑΛΤΖΟΓΛΟΥ
ύμφωνα με το κείμενο, η διελκυστίνδα ανάμεσα στις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης στην παραγωγή, την απασχόληση, την εγχώρια ζήτηση και τον εξωτερικό τομέα και στις αντεπιδρώσες τάσεις από τα μέτρα στήριξης της οικονομίας προσδιορίζουν την ύφεση της ελληνικής οικονομίας το 2020 στο 8,2%. Βεβαίως, η ένταση του δεύτερου κύματος της πανδημίας το τέταρτο τρίμηνο του έτους αφήνει ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα επιδείνωσης (κατά το ΔΝΤ, υπενθυμίζουμε, η ύφεση στη χώρα θα φτάσει το 9,5%).

Συγκεκριμένα, βάσει των επίσημα δημοσιοποιημένων στοιχείων, η ιδιωτική κατανάλωση θα πέσει φέτος κατά 6% έναντι του 2019, η απασχόληση θα μειωθεί κατά 4,7%, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται να σημειώσει μείωση 10,9%, οι εξαγωγές εκτιμάται πως θα υποστούν καθίζηση της τάξης του 24,8% και οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μείωση κατά 15,1%, ενώ η ανεργία αναμένεται να φτάσει στο 18,6% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού έναντι 17,3% το 2019.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται πως θα διαμορφωθεί σε έλλειμμα ύψους 10.643 εκατ. ευρώ ή 6,23% του ΑΕΠ, (σε όρους ESA αντίστοιχα 9.723 εκατ. ευρώ ή 5,7% του ΑΕΠ). Προσέτι, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης το 2020 εκτιμάται πως θα κλείσει στα 337.000 εκατ. ευρώ ή στο 197,4% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 20,8 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2019.

Ανάπτυξη τύπου «V»
Ωστόσο, σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, το 2021 η οικονομία θα επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης τύπου «V», δηλαδή σε ταχεία ανάκαμψη.
Η άποψη αυτή τεκμηριώνεται α) στα νέα μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων και της απασχόλησης το 2021 και στη θετική τους επίδραση στο ΑΕΠ κατά 1,5 δισ. ευρώ ή 0,8% του ΑΕΠ, β) στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, έτσι όπως εκτιμήθηκε στην 7η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας τον Σεπτέμβριο του 2020, και γ) στη συμβολή των ευρωπαϊκών κονδυλίων, που αναμένεται να φτάσουν το 2021 το 2% του ΑΕΠ.

Βάσει αυτών, το ΑΕΠ θα ανακτήσει το 83,2% των απωλειών του, η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 5,8% έναντι του 2020, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται με ρυθμό ετήσιας αύξησης 30,4%, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται πως θα ανέλθουν 22,2% και οι εισαγωγές κατά 18%. Επίσης, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 0,6% έναντι του 2020, συμβάλλοντας στην αύξηση του μέσου μισθού κατά 0,9% σε ετήσια βάση, ενώ η ανεργία προβλέπεται στο 16,5%, βελτιωμένη κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020.

Τέλος, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2021 σε όρους Ενισχυμένης Εποπτείας, προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί σε έλλειμμα ύψους 1.862 εκατ. ευρώ ή 1,01% του ΑΕΠ (αντίστοιχα σε δημοσιονομική βάση προβλέπεται έλλειμμα 2.083 εκατ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ), ενώ το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται πως θα διαμορφωθεί στα 342.000 εκατ. ευρώ ή 184,7% του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση 12,7 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του 2020. Ωστόσο, αν η πανδημία συνεχιστεί στο δεύτερο τρίμηνο του 2021 τότε οι εκτιμήσεις ανατρέπονται επί τα χείρω, με το ΑΕΠ να αυξάνεται μόνο κατά 4,5% σε σχέση με το 2020 και το πρωτογενές έλλειμμα να φτάνει στο 3% αντί για 1,1%.

Αιτιολογημένη κριτική αμφισβήτηση
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2021 κατατέθηκε προς συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, αλλά ήδη στο στόχαστρο της κριτικής έχουν βρεθεί οι βασικές προϋποθέσεις της οικονομικής μεγέθυνσης που προβλέπει, καθώς και ο στρατηγικός προσανατολισμός της. Ειδικότερα, αξιόπιστοι οικονομικοί επιστήμονες χαρακτηρίζουν το προσχέδιο ως υπεραισιόδοξο, υποστηρίζοντας πως οι υπολογισμοί που δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα συνήθως διαψεύδονται.

Αναλυτικότερα, οι ενστάσεις τους αφορούν τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης και των σχετικών περιοριστικών μέτρων, τη μάλλον απίθανη περίπτωση να επανέλθει η τουριστική οικονομία υπό συνθήκες περιορισμών στο επίπεδο του 2019, τη χαμηλή ικανότητα της οικονομίας να απορροφήσει με ταχείς ρυθμούς την εισροή πόρων από την ΕΕ, προκειμένου να αυξηθούν οι επενδύσεις (προς το παρόν η απολιγνιτοποίηση προχωρεί και οι επενδύσεις ξένων κεφαλαίων μεταφέρονται από την Ελλάδα στην Τουρκία), την αμφισβητούμενη πολλαπλασιαστική επίδραση των μέτρων για την ενίσχυση των εισοδημάτων και της απασχόλησης στην οικονομική μεγέθυνση, καθώς και την αβεβαιότητα είσπραξης εντός του 2021των ανεσταλμένων υποχρεώσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Μια διαφορετική προσέγγιση αναφορικά με το στρατηγικό προσανατολισμό της κυρίαρχης οικονομικής πολιτικής και τον χαρακτήρα της κρίσης (προσωρινός ή διαρθρωτικός), έτσι όπως εκφράζεται στον προϋπολογισμό, αναπτύσσεται στην έκθεση του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ για την οικονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, η έκθεση προτείνει ένα αναπτυξιακό σχέδιο με επίκεντρο τις δημόσιες επενδύσεις και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και της απασχόλησης.

Ταυτόχρονα αναδεικνύει το πρόβλημα του εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας, που είναι η χαμηλή τεχνολογική ένταση των εξαγώγιμων προϊόντων και κατ’ επέκταση η ποιοτική υποβάθμιση του καλαθιού των εξαγώγιμων προϊόντων και η μικρή συνεισφορά τους ανά κάτοικο, ενώ επισημαίνει την εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές σε είδη του αγροδιατροφικού τομέα, εκεί δηλαδή που θα μπορούσε η χώρα να έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Το διεθνές πλαίσιο της αβεβαιότητας
Η προαναφερόμενη αντιπαράθεση για την αξιοπιστία των εκτιμήσεων του προσχεδίου λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός γενικότερου σκηνικού διεθνών οικονομικών εξελίξεων, που τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα χαρακτηρίζεται, επιεικώς, από υψηλή αβεβαιότητα. Συγκεκριμένα, στην τελευταία έκθεσή του το ΔΝΤ προσδιόρισε την αύξηση του πραγματικού παγκόσμιου ΑΕΠ το 2021 στο 5,4% έναντι ύφεσης 4,9% το 2020. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε τον ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης το 2021 σε 6,1% και της ΕΕ σε 5,8% έναντι ύφεσης 8,7% και 8,3% αντιστοίχως το 2020.

Ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου αναμένεται να κινηθεί με θετικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 8%, αν φυσικά εξομαλυνθεί η λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων και συνεχιστεί η κατάσταση των ανοικτών συνόρων. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ για την Ευρωζώνη, η εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να ανακάμψει με ρυθμό 6,9% το 2021 και να αυξηθεί περαιτέρω κατά 3,7% το 2022 έναντι συρρίκνωσης 12,5% το 2020.

Όμως, παρά τα αισιόδοξα σενάρια οι αριθμοί λένε πως η Ευρωζώνη συνεχίζει να βρίσκεται στην ουρά της παγκόσμιας ανάπτυξης (σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ για το 2020, ΑΕΠ Ευρωζώνης: -7,9%, ΑΕΠ παγκόσμιας οικονομίας: -4,1%, ΑΕΠ ΗΠΑ: -3,8% και ΑΕΠ Κίνας: +1,8%), ενώ ταυτόχρονα καλείται να αντιμετωπίσει θεμελιώδεις αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Ειδικότερα, η γερμανική οικονομία προβλέπεται ότι θα συρρικνωθεί κατά 5,4% το 2020 έναντι 10,5% της ιταλικής, 9,5% της γαλλικής και 8,2% της ελληνικής. Σύμφωνα με έμπειρους οικονομικούς αναλυτές, η πολυπόθητη σύγκλιση των οικονομιών της ΕΕ πηγαίνει στις ελληνικές καλένδες, ενώ οι τριγμοί στα σαθρά θεμέλια της ευρωπαϊκής οικονομικής ενοποίησης γίνονται έντονοι.

Επιπλέον, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, αν στις επιπτώσεις της οικονομικής και υγειονομικής κρίσης προστεθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες εξαιτίας των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, των γεωπολιτικών εντάσεων και των πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά και οι κοινωνικοί τριγμοί που προκαλούν οι παρασιτικές τάσεις, οι οποίες αποκτούν χαρακτήρα αναγκαιότητας στις μεγάλες οικονομίες –βλέπε την αποκάλυψη της FinCEN, της Αρχής Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, για το τεράστιο σκάνδαλο διακίνησης και νομιμοποίησης βρώμικου χρήματος από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου… Έν φόβω καί πολλή αγωνία ειμί για την τύχη των παλατιών που χτίζονται στην άμμο.