Ο λόγος για τις παρεχόμενες από τους προμηθευτές εκπτώσεις, οι οποίες δεν αναγράφονται στο τιμολόγιο πώλησης. Αυτή είναι μια πρακτική, η οποία, όπως έχουμε επανειλημμένα γράψει, έχει διαμορφωθεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες και για την υιοθέτηση της οποίας δεν ευθύνονται τα σούπερ μάρκετ. Η πρακτική αυτή έχει επιβληθεί ως τρόπος τιμολόγησης από τους μεγάλους πολυεθνικούς προμηθευτές και τις βιομηχανίες, για να μπορούν να ελέγχουν τις εξελίξεις στην αγορά και να χρεώνουν τελικές τιμές κόστους αγοράς, ανάλογα με το μέγεθος της αλυσίδας και τη διαπραγματευτική δύναμη που αυτές διαθέτουν. Αυτό το γεγονός οδήγησε πράγματι σε μια σημαντική στρέβλωση της αγοράς, καθώς οδηγεί σε παράδοξα, όπως το να παρέχονται εκπτώσεις εκτός τιμολογίων της τάξης ακόμα και του 50% ή και του 70%.

Οι αλυσίδες υποχρεώθηκαν σταδιακά να προσαρμοστούν σε αυτή την κατάσταση και να διαμορφώσουν την πολιτική τους σε επίπεδο τιμών σύμφωνα με τα δεδομένα της αγοράς. ‘Οταν πριν από 10 χρόνια επιχειρήθηκε από μερικές αλυσίδες να συνυπολογιστούν οι εκπτώσεις στη διαμόρφωση του κόστους, και να αποτελέσει αυτό τη βάση διαμόρφωσης των τιμών λιανικής, η πολιτεία και οι εκπρόσωποι του λιανεμπορίου αντέδρασαν απαγορεύοντας με νόμο την πώληση κάτω του τιμολογιακού κόστους (στο οποίο δεν περιλαμβάνονταν οι εκπτώσεις που παρέχονταν με πιστωτικό εκτός τιμολογίου).

Το 2004 τροποποιήθηκε ο νόμος, απαλείφθηκε ο όρος «τιμολογιακό κόστος» και αντικαταστάθηκε από τον όρο «κόστος», στη διαμόρφωση του οποίου συνυπολογίζονται και οι εκπτώσεις εκτός τιμολογίου. Η ρύθμιση αυτή εκτιμήθηκε από τους ιθύνοντες ότι θα πίεζε τι τιμές προς τα κάτω και θα ωθούσε στην τιθάσευση του πληθωρισμού. Πέρασαν 4 χρόνια, και το αποτέλεσμα είναι μηδενικό. Μετά από μια μικρή ανάπαυλα ο πληθωρισμός πάλι γιγαντώνεται και απειλεί τα θεμέλια της οικονομίας. Το μέτρο δεν απέδωσε.

Τώρα, με την απαίτηση του υπουργείου Ανάπτυξης να αναγράφονται στο τιμολόγιο οι εκπτώσεις και οι άλλες παροχές, επανέρχεται το θέμα και επαναλαμβάνονται έωλα επιχειρήματα, ενώ οργιάζει η παραπληροφόρηση. Τις εκπτώσεις που δεν μπαίνουν στο τιμολόγιο, παπαγαλίζουν, τις καρπώνονται τα σούπερ μάρκετ, ενώ θα έπρεπε να περάσουν στον καταναλωτή. Επομένως, τα σούπερ μάρκετ κερδοσκοπούν και ανεβάζουν τον πληθωρισμό. Αν αναγραφούν στο τιμολόγιο οι εκπτώσεις και οι λοιπές παροχές θα φανούν οι πραγματικές τιμές πώλησης των προμηθευτών και, επομένως, οι προμηθευτές θα απαλλαγούν κάθε κατηγορίας για τροφοδότηση του πληθωρισμού, ενώ τα σούπερ μάρκετ θα φανεί ότι κερδοσκοπούν με μικτό κέρδος 20%, ή 30% ή και 50%. Αυτό θα τους αναγκάσει να ρίξουν τις τιμές.

Λοιπόν, αυτό θυμίζει τον Χότζα που πριόνιζε το κλαδί, στο οποίο καθόταν. ‘Οταν έπεσε και τσακίστηκε, δεν έφταιγε αυτός αλλά εκείνος που του υπέδειξε να προσέχει.

Να, λοιπόν, πως έχει η αλήθεια!

Να πώς θα διαμορφωθεί η κατάσταση στα σούπερ μάρκετ και σε άλλες λιανεμπορικές επιχειρήσεις, αν αναγραφούν οι εκπτώσεις και οι παροχές στο τιμολόγιο. Εκ προοιμίου να αναφέρουμε ότι η σημερινή κατάσταση, με τις υπέρογκες εκπτώσεις εκτός τιμολογίου, δεν είναι σωστή ούτε υγιής και πρέπει κάποτε να αλλάξει. Αλλά, για να γίνει αυτό, χρειάζονται προσεκτικές κινήσεις με προγραμματισμό σε βάθος χρόνου. Χρειάζονται ψύχραιμες σταθμίσεις και κοινά αποδεκτές παραδοχές. Θα απαντήσουμε σε ορισμένα ερωτήματα και θα θέσουμε κάποια θέματα που χρήζουν ρυθμίσεων:

1. Κερδοσκοπούν τα σούπερ μάρκετ; Καρπώνονται τις εκπτώσεις που δεν αναγράφονται στα τιμολόγια, ενώ θα έπρεπε να τις περάσουν σε μειώσεις τιμών; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά “όχι”! Δεν κερδοσκοπούν, ούτε είναι εφικτό να μειώσουν τις τιμές ή -για να είμαστε πιο ελαστικοί- δεν έχουν παρά ελάχιστα, οριακά, περιθώρια μείωσης των τιμών.

Τα σούπερ μάρκετ αποβλέπουν στο τελικό μικτό κέρδος που μπορούν να επιτύχουν, με όλες τις στρεβλώσεις των τιμών που προαναφέραμε. Το μέσο μικτό περιθώριο μικτού κέρδους που πέτυχε ο κλάδος το 2006 ήταν 21,54% επί των πωλήσεων (συμπεριλαμβανομένων και των εκπτώσεων εκτός τιμολογίων). Τα λειτουργικά έξοδα ανήλθαν σε 19,81% επί των πωλήσεων. Λειτουργικό αποτέλεσμα: 1,73%. Σε αυτό προστίθενται τα διάφορα οργανικά και ανόργανα έσοδα /έξοδα και τα διάφορα έκτακτα έσοδα /έξοδα, και προκύπτουν καθαρά αποτελέσματα προ φόρων 1,60% επί των πωλήσεων (σε απόλυτους αριθμούς 145,9 εκατ. ευρώ). Οι φόροι ανέρχονται περίπου στο 35% των καθαρών κερδών.

Επομένως, μετά από φόρους, ο παραπάνω δείκτης διαμορφώνεται σε 1,04% επί των πωλήσεων, που αντιστοιχεί, σε απόλυτους αριθμούς, σε 94,8 εκατ. ευρώ (τα στοιχεία προέρχονται από την ετήσια έκδοση Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2007 των Εκδόσεων Comcenter, όπου μεταξύ άλλων αναλύονται τα οικονομικά αποτελέσματα 82 επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ, βάσει των ισολογισμών του 2006).

Το μέσο ποσοστό των εκπτώσεων εκτός τιμολογίων επί των πωλήσεων ανέρχεται στο 15%-17% περίπου (στάθμιση με βάση τα δεδομένα της αγοράς). Αν, σύμφωνα με τις λαϊκιστικές κορώνες των κυβερνώντων και του τύπου, μετακυλιστούν στην κατανάλωση αυτές οι εκπτώσεις, τότε όλες οι αλυσίδες θα γυρίσουν σε ζημιογόνες: Καθαρά κέρδη 1,60% -μείον εκπτώσεις σε μείωση τιμών 17% = Αποτέλεσμα -15,4% ζημιά, που σημαίνει πως οι αλυσίδες θα πρέπει να βάλουν λουκέτο . Αν μετακυλιστεί η έκπτωση, έστω και σε ένα μικρό τμήμα του, πχ 1%, αυτό θα σημαίνει καθαρό κέρδος του κλάδου: 1,60%-1% = 0,60% – μείον φόροι 35% = 0,39%. Και με αυτόν τον υπολογισμό προκύπτει πως πολλές αλυσίδες, μεταξύ των οποίων και οι περισσότερες μεγάλες, θα γίνουν ζημιογόνες.

Είναι δυνατόν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ να πριονίσουν το κλαδί που κάθονται; Είναι δυνατόν αυτό να αποτελεί επιδίωξη τη πολιτείας. Είναι δυνατόν να κυριαρχεί τόση άγνοια και εγκληματική προχειρότητα; Είναι δυνατόν το Υπουργείο Οικονομικών να μη μπορεί να κάνει απλούς λογαριασμούς; Είναι δυνατόν με τέτοια αποτελέσματα να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη και επενδύσεις;

2. Θα υπάρξουν άλλες συνέπειες, αν αναγραφούν οι εκπτώσεις στα τιμολόγια; Η απάντηση είναι “ναι” και μάλιστα μεγάλες. Για να αιτιολογηθεί αυτή η απάντηση με σαφή τρόπο, χρειάζεται να ταλαιπωρήσουμε λίγο τους αναγνώστες με ορισμένες γραφειοκρατικές, φορολογικές και λογιστικές πληροφορίες.

Για να προσδιοριστούν λογιστικά τα αποτελέσματα μιας επιχείρησης γίνεται, στο τέλος της χρήσης, απογραφή εμπορευσίμων αγαθών και αποτίμηση σε τιμές κόστους με μια από τις μεθόδους που προβλέπει ο ΚΒΣ. Τα σούπερ μάρκετ, ιστορικά, λόγω δυσχερειών στον προσδιορισμό του καθαρού κόστους (τιμολογιακή τιμή κόστους μείον παρεχόμενες εκπτώσεις), σε εποχές που δεν υπήρχε η υποστήριξη από πληροφοριακά συστήματα αποτιμούσαν την απογραφή με την τελευταία τιμή αγοράς, δηλαδή με την τελευταία καθαρή τιμολογιακή τιμή, μη υπολογίζοντας τις παροχές και τις εκπτώσεις εκτός τιμολογίων, με πιστωτικά.

Η μέθοδος αυτή δεν προβλέπεται ρητά από τον ΚΒΣ, έγινε όμως σιωπηρά αποδεκτή από τις φορολογικές αρχές, καθώς από τη μια ήταν εμφανής η αδυναμία προσδιορισμού του καθαρού τελικού κόστους και από την άλλη η τελευταία τιμολογιακή τιμή οδηγεί σε υπερτίμηση της απογραφής, άρα και στη εμφάνιση μεγαλυτέρων κερδών από τα πραγματικά, γεγονός που επέφερε και μεγαλύτερους φόρους υπέρ του δημοσίου. ‘Οταν η πληροφορική μπορούσε να υποστηρίξει τον προσδιορισμό του καθαρού κόστους, τα σούπερ μάρκετ δεν άλλαξαν μέθοδο, καθώς αυτό απαγορεύεται από τον ΚΒΣ. ‘Εκτοτε, δεν ετέθη ποτέ θέμα από τις φορολογικές αρχές για  αλλαγή της μεθόδου αποτίμησης, και η μέθοδος της τελευταίας τιμολογιακής τιμής παγιώθηκε.

Αν τώρα οι εκπτώσεις περάσουν στο τιμολόγιο, και οι τιμολογιακές τιμές μειωθούν (17% και πάνω), αντίστοιχα θα μειωθεί και το ύψος της αξίας της απογραφής. Οπότε, συνακόλουθα, θα μειωθεί –για την πρώτη χρονιά μόνο- το μικτό περιθώριο κέρδους, επομένως και τα καθαρά αποτελέσματα, οπότε όλες οι αλυσίδες και πολλές λιανεμπορικές επιχειρήσεις θα γίνουν ζημιογόνες.

Με τα στοιχεία του 2006, η συνολική απογραφή εμπορευμάτων τού δείγματος από το Πανόραμα αντιστοιχούσε σε 1.014,7 εκατ. ευρώ. Αν μειωθεί κατά 1.014,7  Χ -17% = -172,5 εκατ. ευρώ, τα καθαρά κέρδη προ φόρων, τα οποία ήταν 145,9 εκατ. ευρώ, θα καταλήξουν σε τελικό αποτέλεσμα: 145,9-172,5 = –26,6 ζημιά!

Είναι στις επιδιώξεις της πολιτείας αυτή η εικόνα; Πώς σκέπτεται να αντιμετωπίσει αυτή την παρενέργεια; Μια λύση θα ήταν να αποδεχτεί ότι την πρώτη χρονιά αναγραφής των εκπτώσεων επί των τιμολογίων πάμπολλες λιανεμπορικές επιχειρήσεις -και όλος ο κλάδος των σούπερ μάρκετ- θα είναι ζημιογόνες. Αυτό θα σημάνει και λιγότερους φόρους και υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Περιμένουμε την απάντηση και τη σχετική ρύθμιση του Υπουργείου Ανάπτυξης και του Υπουργείου Οικονομικών. Εκτός και αν δεν ιδρώνει το αυτί τους για τις παρενέργειες των παρεμβάσεών τους στην αγορά.

Συμπέρασμα: Δεν αρκεί να συμπεραίνουμε από τη μυρουδιά τι φαΐ μαγειρεύεται στην κουζίνα. Καλό είναι να σηκώνουμε και το καπάκι της κατσαρόλας.