Η έκδοση «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ», αποτελεί την πιο έγκυρη πηγή στοιχείων σχετικά με την εξέλιξη των βασικών οικονομικών μεγεθών και δεικτών των αλυσίδων σούπερ μάρκετ και προσφέρει, λόγω της 24ετούς κυκλοφορίας της, ένα πλήρες αρχείο των χρηματοοικονομικών καταστάσεων του συνόλου σχεδόν των επιχειρήσεων του κλάδου που λειτουργούν στην Ελλάδα. Με την ολοκλήρωση της δεκαετίας του 2010, έχει ενδιαφέρον μία σύγκριση των χρηματοοικονομικών δεικτών του κλάδου και η ανάλυσή της.

Καταρχάς, σε σχέση με τη δομή του κλάδου θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι αυτή άλλαξε πολύ, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης της προηγούμενης δεκαετίας. Συγκριτικά με το 2008, ο κλάδος πραγματοποιεί, σύμφωνα με τα δεδομένα του 2019, περίπου 1,3 δισ. ευρώ λιγότερες πωλήσεις. Πρόκειται για μία μείωση της τάξης του 13%, η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει τους χρηματοοικονομικούς δείκτες του κλάδου. Από 78 εταιρείες που ήταν το δείγμα των οικονομικών καταστάσεων το 2008, το 2019 μειώθηκαν σε 40. Σημειώνεται πως υπήρξαν ορισμένες, κυρίως μικρότερες επιχειρήσεις, που είτε λόγω των εξελίξεων της πανδημίας COVID-19 καθυστέρησαν τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης και συνεπακόλουθα τη δημοσίευση ισολογισμού είτε επέλεξαν τη μη δημοσίευση οικονομικών καταστάσεων.

Παρόλα αυτά, σε κάθε έκδοση περιλαμβάνονταν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου με την εξαίρεση της Lidl, η οποία από ιδρύσεως δεν λειτουργεί με καθεστώς ΑΕ και δεν δημοσιεύει οικονομικές καταστάσεις. Οι 5 από τις 10 μεγαλύτερες εταιρείες του 2008 δεν δραστηριοποιούνται πλέον στην αγορά, ενώ οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες του 2019 πραγματοποιούν μόλις κατά 3% υψηλότερες πωλήσεις σε σχέση με τις 10 μεγαλύτερες εταιρείες του 2008, ποσοστό που δεν καλύπτει καν τον πληθωρισμό των τελευταίων 10 ετών. Το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων στον κλάδο των τροφίμων, περί το 50% των αγορών των ελληνικών νοικοκυριών σε είδη παντοπωλείου, με βάση την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, εξακολουθεί να πραγματοποιείται εκτός σούπερ μάρκετ, σε μικρότερα εξειδικευμένα format καταστημάτων.

Δαπάνες
Το ερώτημα είναι τι σημαίνουν αυτές οι αλλαγές της προηγούμενης δεκαετίας σε σχέση με τους χρηματοοικονομικούς δείκτες του κλάδου. Αρχικά σε σχέση με τις δαπάνες, οι δείκτες λειτουργικού κόστους εμφανίζουν ξεκάθαρη αύξηση. Από 19,86% το 2008 σε 23,80% το 2019 και, παρά τις διακυμάνσεις που καταγράφονται, η αύξηση είναι ξεκάθαρη και μεταφράζεται σε επιβάρυνση της τάξης του 20%. Η αύξηση αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Αρχικά στον παρονομαστή του κλάσματος, που διαμορφώνει τον δείκτη, δηλαδή στον κύκλο εργασιών. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι πωλήσεις συνολικά παρουσιάζουν μείωση, γεγονός που αυτόματα καθιστά δύσκολη έως αδύνατη τη μείωση του συγκεκριμένου δείκτη. Παράλληλα, οι δαπάνες δεν μειώθηκαν, αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις αυξήθηκαν. Το συνολικό δίκτυο των καταστημάτων μεγεθύνθηκε, κάτι που μεταφράζεται σε επιπλέον λειτουργικά κόστη, όπως μισθολογικό κόστος και κόστος εφοδιασμού. Η μειωμένη συμμετοχή στο δείγμα των πωλήσεων χονδρικής ή cash & carry επίσης δρα αυξητικά στην τιμή των δεικτών. Στην εικόνα πρέπει να προστεθούν και άλλοι κοστοβόροι παράγοντες, όπως οι συνδεόμενοι με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις αγοραστικές συνήθειες, που συμπληρώνουν την εικόνα.

Κερδοφορία
Η αυξητική τάση που παρουσιάζουν τα κόστη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της κερδοφορίας. Η διαχρονική αξιολόγηση της κλαδικής κερδοφορίας είναι πιο δύσκολη, εξαιτίας της εξόδου από το δείγμα αρκετά μεγάλου αριθμού εταιρειών. Παρόλα αυτά, μπορούν να εξαχθούν ορισμένα βασικά συμπεράσματα.

Η καθαρή κερδοφορία βαίνει μειούμενη περί το 50%. Ήταν ήδη χαμηλή την προ-προηγούμενη δεκαετία και μειώθηκε κι άλλο την προηγούμενη δεκαετία, από 1,65% το 2008 σε 0,97% το 2019. Η μεγάλη αυξομείωση που καταγράφεται στα μέσα του 2010 οφείλεται στην τελευταία χρήση πριν την παύση της Μαρινόπουλος και μετά από αυτή.

Καλύτερη (και πιο πολύπλοκη) εικόνα δίνει ο δείκτης προ Χρηματοοικονομικού Κόστους και Αποσβέσεων (EBITDA – Earnings Before Interest, Tax, Depreciation and Amortization) ο οποίος, ενσωματώνοντας την επίδραση των αποσβέσεων των μισθώσεων, καταγράφει μεγάλη αύξηση, από 3,81% το 2008 σε 5,53% το 2019. Πρόκειται για σημαντική αύξηση, αλλά σε μεγάλο βαθμό «εικονική», καθώς οφείλεται κυρίως στην αλλαγή του τρόπου δημοσίευσης ισολογισμών από το 2019 και μετά, από τα ελληνικά στα διεθνή λογιστικά πρότυπα IFRS 16, που απαιτεί από τον μισθωτή να αναγνωρίζει σχεδόν όλες τις συμβάσεις μίσθωσης στον ισολογισμό, αυξάνοντας σημαντικά τις αποσβέσεις. Στον κλάδο των σούπερ μάρκετ οι μισθώσεις αποτελούν μία συνήθη και εκτεταμένη πρακτική και επηρεάζουν δυσανάλογα -συγκριτικά με άλλους κλάδους- τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα.

Πρακτικά, με την εφαρμογή των νέων λογιστικών προτύπων, το 2019 «άλλαξε επίπεδο» ο συγκεκριμένος δείκτης, σε ύψος πρωτόγνωρο και δεν είναι συγκρίσιμος με το 2008. Η μέτρηση του 2018, πριν την εφαρμογή του νέου προτύπου, δείχνει ότι ο δείκτης δεν παρουσιάζει σημαντική μεταβολή. Όμως, ο ρόλος του δείκτη EBITDA είναι να δείχνει πιο ξεκάθαρα την «πρωτογενή» κατάσταση του οργανισμού (πλεόνασμα-έλλειμμα), ακυρώνοντας την επίδραση της διαχείρισης παγίων, της υπεραξίας και των ιδιομορφιών του δανεισμού κάθε επιχείρησης. Ο κλάδος των σούπερ μάρκετ έχει μεγάλο αριθμό παγίων και μισθωμένων παγίων και αυτή η αλλαγή είναι ορθή και χρήσιμη. Σε αυτό το πλαίσιο ,το συμπέρασμα που προκύπτει για τη διαχρονική κερδοφορία του κλάδου είναι ότι είναι μειωμένη. Η καθαρή κερδοφορία, αρκετά μειωμένη, κινείται το 2019 περί το 1%, ενώ ο δείκτης EBITDA σημειώνει μικρή (πραγματική) μείωση, περί το 5,5%.

Ρευστότητα
Η ρευστότητα διαχρονικά παρουσιάζει μείωση, από 65,12% το 2008 σε 54,92% το 2019, ενώ ειδικά σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2010, η μείωση είναι αρκετά σημαντική (την περίοδο 2011-2014 οι τιμές της ρευστότητας κυμαίνονταν περί το 65%).

Όσον αφορά τη γενική ρευστότητα, καταγράφεται πτωτική πορεία, καθώς τόσο το κυκλοφορούν ενεργητικό όσο και οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μειώθηκαν μεν, αλλά η μείωση του κυκλοφορούντος ενεργητικού ήταν πολύ μεγαλύτερη. Σημειώνεται ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων λειτουργίας του κλάδου και συγκεκριμένα της ανάγκης για μεγάλη κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων (η οποία αυξάνει δυσανάλογα την ανάγκη πίστωσης), είναι σύνηθες φαινόμενο για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ διεθνώς να επιτυγχάνουν δυσκολότερα θετικό κεφάλαιο κίνησης (δείκτη γενικής ρευστότητας μεγαλύτερο από 100%) σε σχέση με άλλους κλάδους.

Ενδιαφέρον, όμως, έχει η δομή αυτής της δανειακής επιβάρυνσης. Ναι μεν η τιμή του δείκτη ξένων κεφαλαίων προς παθητικό (δείκτης συνολικής δανειακής επιβάρυνσης), έμεινε σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με 2008, από 86,25% σε 85,80% το 2019, κάτι που οφείλεται όμως στη μείωση των βραχυχρόνιων τραπεζικών υποχρεώσεων και την εμφάνιση των νέων μακροχρόνιων υποχρεώσεων μισθώσεων. Η βασική αλλαγή είναι ότι συγκριτικά με το 2008 ο δανεισμός προέρχεται πολύ περισσότερο από τον τραπεζικό τομέα, παρά από τις πιστώσεις προς τους προμηθευτές. Χαρακτηριστικό είναι ότι η μακροπρόθεσμη δανειακή επιβάρυνση εκτινάχθηκε από το 14,67% στο 40,15%. Αντίθετα με τον τραπεζικό δανεισμό, οι εμπορικές υποχρεώσεις, οι πιστώσεις προς τους προμηθευτές δηλαδή, παρουσίασαν μείωση, από 2,73 δισ. ευρώ σε 2,34 δισ. ευρώ. Γίνεται επομένως σαφής η μεταφορά των υποχρεώσεων εκτός της αλυσίδας αξίας, προς τον τραπεζικό κλάδο.

Συνοψίζοντας, η χρηματοοικονομική εικόνα του κλάδου κατά την προηγούμενη δεκαετία δείχνει αύξηση κόστους, μείωση κερδοφορίας και μείωση ρευστότητας. Η εικόνα αυτή φαινομενικά θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως «μέτρια», αλλά με βάση πρώτον τις ιδιαιτερότητες του κλάδου και δεύτερον την «κοσμογονία» που προκάλεσε η κρίση στην ελληνική οικονομία κατά την προηγούμενη δεκαετία, πρόκειται μάλλον για μία καλή βάση εκκίνησης για την post-covid δεκαετία του 2020.