Μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης προσφέρουν οι λιανεμπορικές αγορές της ΠΓΔΜ και της Αλβανίας, στις οποίες τα παραδοσιακά καταστήματα πώλησης τροφίμων εξακολουθούν να κατέχουν ακόμα αξιοσημείωτα μερίδια αγοράς. Ωστόσο, τα σύγχρονα δίκτυα σούπερ μάρκετ επεκτείνονται διαρκώς στις δύο χώρες και εκτιμάται πως, αν και με καθυστέρηση σε σχέση με άλλα κράτη της ευρύτερης περιοχής, θα εδραιώνουν όλο και περισσότερο τη θέση τους.

Σημαντική είναι η ανάπτυξη που καταγράφεται στο λιανεμπόριο της ΠΓΔΜ, το οποίο δεν φαίνεται να επηρεάζεται –για την ώρα τουλάχιστον– από την οικονομική κρίση σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης, που είναι κύριοι εμπορικοί εταίροι της χώρας. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη εξακολουθεί να αυξάνεται στην ΠΓΔΜ, παρά το γεγονός ότι εκκινεί από χαμηλή βάση. Εντούτοις είναι αρκετή ώστε να διατηρήσει μία ικανοποιητική μεγέθυνση του λιανεμπορίου. Η ζήτηση στον τομέα των τροφίμων είναι σταθερή, ενώ απώλειες και μεγάλη διακύμανση έχουν οι πωλήσεις όλων των υπόλοιπων προϊόντων.

Ανθεί το διασυνοριακό εμπόριο
Εξαιτίας της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της ΠΓΔΜ καταγράφεται αύξηση του διασυνοριακού λιανεμπορίου με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, καθώς πολλά καταναλωτικά αγαθά πωλούνται ακριβότερα στις δύο χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, σχεδόν καθημερινά πολίτες από την Ελλάδα και την Βουλγαρία περνούν τα σύνορα και ψωνίζουν από τα σούπερ μάρκετ της ΠΓΔΜ. Όπως επισημαίνει το Γραφείο Οικονομικών-Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας στα Σκόπια, το σημαντικότερο κανάλι του λιανεμπορίου στην χώρα είναι τα μεγάλα καταστήματα, τα οποία ασχολούνται με την πώληση τροφίμων. Σε αξία οι πωλήσεις τροφίμων είναι κατά 50% μεγαλύτερες του τζίρου που πραγματοποιούν οι αλυσίδες διάθεσης μη τροφίμων, οι οποίες τα τελευταία χρόνια επιδεικνύουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ενδεικτικά, οι αλυσίδες φαρμακείων-παραφαρμακευτικών προϊόντων ενισχύονται σημαντικά, αλλά ο κύκλος εργασιών των σούπερ μάρκετ, υπέρ μάρκετ και discounters παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος.

Μάλιστα, στη διάρκεια της περσινής χρονιάς υπήρξαν ιδιαίτερα «κινητικά» σε ό,τι αφορά τις καινοτομίες που εισήγαγαν από άποψη εμπλουτισμού της γκάμας προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρουν. Η επέκτασή τους οδηγεί σε σταδιακή υποχώρηση του μεριδίου των παραδοσιακών μεμονωμένων καταστημάτων πωλήσεων τροφίμων, που δραστηριοποιούνται στα αστικά κέντρα. Αυτά, πάντως, παρά την αυξανόμενη απώλεια πωλήσεων εξακολουθούν να διαδραματίζουν αξιοσημείωτο ρόλο στο τοπικό λιανεμπόριο, καθώς κατά κανόνα είναι εγκατεστημένα σε κομβικά σημεία των πόλεων και μέσα στις γειτονιές. Είναι βέβαιο, όμως, ότι με την πάροδο του χρόνου τα παραδοσιακά καταστήματα υστερούν σε ανταγωνιστικότητα κι αυτό το μειονέκτημά τους το αξιοποιούν οι σύγχρονες αλυσίδες καταστημάτων, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες επέκτασης των δικτύων τους ή (και) εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Η λιανεμπορική αγορά της ΠΓΔΜ έχει και μία ελληνική παρουσία, αυτή της αλυσίδας Vero, η οποία ανήκει στον όμιλο Βερόπουλος και διαθέτει 10 καταστήματα στη γειτονική χώρα. Εντός του πρώτου εξαμήνου της περσινής χρονιάς, η Vero απέκτησε το 10ο κατάστημά της στα Σκόπια, στην περιοχή Kisela Voda, σε έναν από τους πλέον πολυσύχναστους δρόμους της πόλης. Το πρώτο Vero άνοιξε πριν από 18 χρόνια. Έκτοτε η εταιρεία, η οποία απασχολεί στη χώρα περίπου 900 εργαζόμενους, προέβη σε συνεχείς επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις λιανικής πώλησης σε ολόκληρη την ΠΓΔΜ, καθώς και στην κατασκευή εμπορικού κέντρου στα Σκόπια, το κόστος επένδυσης στο οποίο ανήλθε στα 36 εκατ. ευρώ.

Ανταγωνιστής της Vero είναι η αλυσίδα Τinex με 43 καταστήματα, η οποία δημιουργήθηκε το 1994 και έχει σήμερα 43 καταστήματα σε όλη τη χώρα, με 26.000τμ χώρους πώλησης και με περισσότερους από 1.000 υπαλλήλους. Άλλη αλυσίδα με ανεπτυγμένο δίκτυο είναι η Kam Market. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η τελευταία μαζί με την Vero και την Τinex είναι πολύ κοντά όσον αφορά στα μερίδια αγοράς.

Η αναπτυσσόμενη αγορά της Αλβανίας
Η Αλβανία έχει μικρή αγορά καθώς ο πληθυσμός της δεν υπερβαίνει τα 3 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ πρόκειται για χώρα με χαμηλή παραγωγική βάση και ως εκ τούτου η ζήτηση εισαγόμενων προϊόντων είναι μεγάλη. Στην Αλβανία, υπάρχουν αρκετά κανάλια διανομής, αν και μικρότερου βαθμού ειδίκευσης από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στο λιανικό εμπόριο υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός εμπόρων και μικρά καταστήματα λιανικής, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και εμπορικά κέντρα.

Σε ό,τι αφορά το προφίλ του Αλβανού καταναλωτή τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται ταχεία αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς και του τρόπου ζωής του πληθυσμού λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και της γρήγορης αστικοποίησης, που συμβάλουν στη δημιουργία αστικών στρωμάτων μεσαίου εισοδήματος. Ειδικότερα, η σταδιακή ανάπτυξη του λιανικού εμπορίου, η εμφάνιση αλυσίδων μεγάλων σούπερ μάρκετ και εμπορικών κέντρων συνέβαλαν στην αλλαγή των καταναλωτικών προτιμήσεων με κριτήριο την ποιότητα και τη μόδα για τα μεσαία εισοδήματα και την προσιτή τιμή για τα χαμηλά εισοδήματα.

Σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργεί ένας ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός καταστημάτων λιανικής πώλησης (μίνι μάρκετ, οπωροπωλεία, παντοπωλεία, μικρά σούπερ μάρκετ κλπ), που διαθέτουν είδη διατροφής και ευρείας κατανάλωσης, εγχώρια και εισαγόμενα, μεσαίας ποιότητας και χαμηλής τιμής. Οι ανάγκες των καταναλωτών σε τρόφιμα και ποτά, ιδιαίτερα εκτός των Τιράνων και των λοιπών μεγάλων πόλεων της χώρας, καλύπτονται στην πλειονότητά τους από τους εν λόγω «μικρούς» λιανοπωλητές και από τον μεγάλο αριθμό των λαϊκών αγορών. Πολλές από τις τελευταίες είναι μόνιμες και προσφέρουν ποικιλία ειδών σε προσιτές τιμές, που ανταποκρίνονται στις οικονομικές δυνατότητες και συνήθειες του αλβανικού αγοραστικού κοινού.

Στην Αλβανία λειτουργεί και ένας σημαντικός αριθμός οπωροπωλείων, που όπως και οι οργανωμένες λαϊκές αγορές, προσφέρουν μεγάλη ποικιλία ειδών και έχουν σημαντική επισκεψιμότητα. Στις εν λόγω αγορές πωλούνται εγχώρια και εισαγόμενα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, όσπρια και άλλα είδη διατροφής, σε μεγάλη ποικιλία και συγκριτικά χαμηλές τιμές. Η διανομή των εισαγόμενων ειδών προς τους λιανοπωλητές, καθώς και τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ διενεργείται κυρίως από δραστηριοποιούμενες στη χώρα εισαγωγικές επιχειρήσεις τροφίμων-ποτών και ειδών ευρείας κατανάλωσης, οι οποίες διαθέτουν και δικά τους φορτηγά αυτοκίνητα. Λαμβανομένου υπόψη του μικρού μεγέθους της αγοράς, από τις εν λόγω επιχειρήσεις εισαγωγής-διανομής κυρίαρχη θέση κατέχει ένας περιορισμένος αριθμός εταιρειών, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα αξιόλογες είναι οι επιχειρήσεις ομογενειακών συμφερόντων, που διακινούν την πλειονότητα των ελληνικών ειδών διατροφής που κυκλοφορούν στην αλβανική αγορά.

Τα σούπερ μάρκετ άρχισαν τη δραστηριοποίησή τους στην Αλβανία τα τελευταία χρόνια και πλέον αναπτύσσονται δυναμικά. Εξακολουθούν όμως να κατέχουν ένα περιορισμένο μερίδιο στις πωλήσεις ειδών διατροφής. Η ελληνικών συμφερόντων εταιρεία Carrefour Albania, μέλος του ομίλου Μαρινόπουλος, είναι μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες καταστημάτων σούπερ μάρκετ της Αλβανίας. Από τα τέλη Νοεμβρίου του 2011 λειτούργησε στην Αλβανία, στο εμπορικό κέντρο Tirana East Gate / TEG, η πρώτη υπεραγορά (7.000τμ) της αλυσίδας Carrefour, ιδιοκτησίας της CMB Albania Sh.p.k., θυγατρικής της Μαρινόπουλος ΑΕ.

Ο ελληνικός όμιλος στη συνέχεια εξαγόρασε στην Αλβανία την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Euromax, που διέθετε 20 καταστήματα στη χώρα, τα περισσότερα στην ευρύτερη περιοχή των Τιράνων και κάποια στο Δυρράχιο, στο Ελμπασάν, το Φιέρι και την Αυλώνα, κατέχοντας κυρίαρχη θέση στην αγορά ειδών διατροφής στην Αλβανία. Όλα τα καταστήματα λειτουργούν πλέον υπό την επωνυμία Carrefour και απευθύνονται στο ευρύτερο καταναλωτικό κοινό κυρίως των μεσαίων εισοδηματικών δυνατοτήτων, ενώ προσφέρονται αρκετά ελληνικά είδη διατροφής ευρείας κατανάλωσης, η πλειονότητα των οποίων διακινείται από εγχώριες εταιρείες εισαγωγής.