Το κύμα της ακρίβειας όχι μόνο δεν αναμένεται να αποκλιμακωθεί φέτος, αλλά θα μας απασχολεί και το 2023, οπότε καταναλωτές και επιχειρήσεις θα πρέπει να αναμένουν τουλάχιστον ως τις αρχές του 2024 για να δουν μια κάποια ομαλοποίηση στις τιμές. Κι αυτό, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, κ. Χρήστο Σταϊκούρα, «rebus sic stantibus», δηλαδή με την παραδοχή ότι δεν θα υπάρξει άλλη έκτακτη συνθήκη, όπως της πανδημίας ή της ενεργειακής κρίσης συνεπεία των δυτικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, αν το μερίδιο των PL μόλις εντός του πρώτου πενταμήνου του έτους αυξήθηκε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το επίπεδο που ήταν την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι,
ως το 2024 πού θα φτάσει;

Το κατά την διεθνή ορολογία sticker shock έχει αρχίσει να γίνεται όχι απλά αντιληπτό από τους καταναλωτές, αλλά να επιδρά στην ψυχολογία και τις επιλογές τους. Κι αυτό είναι το σημείο που, όπως εξηγεί ο κ. Βαγγέλης Φώσκολος, Senior Consultant-CGD της IRI Hellas, γίνονται οι αλλαγές στα καταναλωτικά πρότυπα, με την έννοια ότι οι συγκυριακές τάσεις μετουσιώνονται σε νέες καταναλωτικές συμπεριφορές, που παγιώνονται. Επομένως, η στροφή των καταναλωτών στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, που καταγράφεται στην Ελλάδα και διεθνώς, είναι πιθανό να μην αποτελέσει προσωρινά «λύση ανάγκης», αλλά να διαμορφώσει ένα νέο καταναλωτικό πρότυπο. Αυτό, βέβαια, μένει να διαπιστωθεί. Τα δεδομένα της αγοράς των PL για την ώρα είναι υπό διαμόρφωση και θα προσπαθήσουμε να τα αποτυπώσουμε.

ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΙΜΕΣ, ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΖΙΡΟΙ
Η μείωση του όγκου των πωλήσεων τους πρώτους μήνες του 2022 δεν ακολουθούνται από μια αντίστοιχη μείωση του τζίρου κι αυτό γιατί οι πληθωριστικές πιέσεις σπρώχνουν τις τιμές όλο και πιο πάνω. Στην συνολική μείωση του όγκου πωλήσεων των FMCG προϊόντων κατά 4,6% (IRI InfoScan, YTD Απρίλιος 2022), η μείωση των πωλήσεων σε αξία ήταν 2,5%. Στις λεγόμενες γίγα-κατηγορίες (τρόφιμα, προϊόντα περιποίησης και προσωπικής υγιεινής και προϊόντα φροντίδας σπιτιού) η μεγαλύτερη αύξηση στην τιμή ανά μονάδα προϊόντος καταγράφηκε στην κατηγορία των προϊόντων περιποίησης και ήταν 5,3%. Ακολούθησαν τα προϊόντα φροντίδας σπιτιού με 4,3% και τα τρόφιμα με 2% (διάγραμμα 1).

Αν αναμένει κάποιος να δει μέσα ποσοστά ανατιμήσεων στις μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, που να συγκλίνουν στο ποσοστό του γενικού πληθωρισμού (12,1% τον Ιούνιο), η απάντηση είναι πως δεν θα τα συναντήσει κι αυτό οφείλεται σε παράγοντες, όπως η υποκατάσταση προϊόντων από άλλα φθηνότερης τιμής ή άλλου είδους (π.χ. η μείωση του κρέατος στο καθημερινό τραπέζι έως και η αντικατάστασή του από ζυμαρικά ή όσπρια) και η επίδραση των προωθητικών ενεργειών, που αμβλύνουν τις επιπτώσεις. Ωστόσο, η τάση της περαιτέρω αύξησης των τιμών είναι προδιαγεγραμμένη.

ΤΑ PL ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
Μπορεί η παγκόσμια οικονομία να αγκομαχά τώρα, αλλά η ελληνική βρίσκεται σε κρίση περίπου δεκατρία χρόνια, η οποία έχει μειώσει το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων καταναλωτών περίπου κατά 30%.

Το μερίδιο των PL στην ελληνική αγορά έφτασε στο απόγειό του το 2014, οπότε άγγιξε το 19% στο σύνολο της αξίας πωλήσεων των τυπικών σούπερ και υπέρ μάρκετ. Η κατάρρευση της Μαρινόπουλος οδήγησε στην παροχέτευση μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στα σημεία λιανικής πώλησης σε όλη την ελληνική επικράτεια. «Η Μαρινόπουλος ήταν ένας εξαιρετικά δυνατός παίκτης στα PL. Είχε επενδύσει στρατηγικά σε αυτά και διέθετε μεγάλη γκάμα προϊόντων ετικέτας του, σε άφθονη ποσότητα, χαμηλές τιμές αλλά και ανταγωνιστική ποιότητα. Είχε επιτύχει όλα τα οφέλη από αυτό που λέμε «οικονομίες κλίμακος»…», εξηγεί ο κ. Φώσκολος. Την ίδια περίοδο «η Ελλάδα βρισκόταν στην καρδιά της κρίσης και, προκειμένου να μην κατακρημνιστούν οι τζίροι, βιομηχανία και αλυσίδες ενέτειναν σε τέτοιο βαθμό τις προωθητικές ενέργειες, ώστε περιορίστηκε σημαντικά το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ PL και branded προϊόντων», προσθέτει. Έτσι το μερίδιο των PL άρχισε να μειώνεται, εφόσον τα υπό προώθηση προϊόντα ήταν, αν όχι το ίδιο, σχεδόν το ίδιο φτηνά με εκείνα (διάγραμμα 3).

Στα δυο χρόνια της πανδημίας το μερίδιο των PL μειώθηκε έτι περαιτέρω. Η τάση αναστρέφεται μόλις τους τελευταίους μήνες, κυρίως μέσα στο 2022. Η συμβολή του πληθωρισμού σε αυτό είναι, φυσικά, καταλυτική.

YΨΗΛΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΑ PL ΑΠΟ ΤΑ BRANDED
Ήδη στο πρώτο πεντάμηνο του έτους, για να γεμίσει ο καταναλωτής το ίδιο «καρότσι» χρειάστηκε 8,5-9 ευρώ περισσότερα (στοιχεία IRI Hellas YTD vs Year Ago). Ειδικότερα, η αξία του «καροτσιού» (όπως διαμορφώνεται από τις τοπ 60 FMCG κατηγορίες), όταν αυτό γέμισε με επώνυμα προϊόντα, άγγιξε τα 190,43 ευρώ έναντι 179,68 την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Ενώ, όταν «γέμιζε» με PL, κόστισε 131,63 ευρώ έναντι 123,49 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο της περσινής χρονιάς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το «σελφ σέρβις», από την έναρξη του 2022 έως τις 22 Μαΐου, η μέση ανατίμηση στα PL προϊόντα άγγιξε το 3,8%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση τιμής στα επώνυμα προϊόντα ήταν 2,7% (τεύχος «σελφ σέρβις» #527). Ταυτόχρονα, οι πωλήσεις σε αριθμό τεμαχίων στο σύνολο της αγοράς των εξήντα κατηγοριών προϊόντων, την ίδια περίοδο, στα μεν επώνυμα προϊόντα εξελίσσονται πτωτικά κατά 2,1%, στα δε PL ανοδικά κατά 3,9%.

«Ακόμη και με τις ανατιμήσεις που περνούν πλέον και στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, εφόσον η παραγωγή τους πλήττεται από τις ίδιες συνθήκες που πλήττουν και την παραγωγή των επώνυμων προϊόντων, τα PL παραμένουν πιο οικονομικά. Αν π.χ. ένα PL προϊόν κόστιζε 1 ευρώ και μετά τις ανατιμήσεις κοστίζει 1,10 ευρώ (δηλαδή έχει ανατιμηθεί κατά 10 λεπτά), τη στιγμή που το ίδιο επώνυμο προϊόν μπορεί να κοστίζει 2 ευρώ, παραμένει πολύ μεγάλη η διαφορά τιμής», σχολιάζει ο συνομιλητής μας από την IRI Hellas. Αυτό εξηγεί ασφαλώς τη σημαντική αύξηση πωλήσεων σε όγκο των PL.

Το μερίδιο των PL παρουσιάζει αυξητική τάση σε όλες τις γίγα-κατηγορίες των FMCG και ειδικότερα (στοιχεία IRI InfoScan, YTD Απρίλιος 2022) στα τρόφιμα κατά 0,8% (μερίδιο σε αξία γίγα-κατηγορίας 15,3%), στα είδη περιποίησης και προσωπικής υγιεινής κατά 1,3% (μερίδιο 14,8%) και στα προϊόντα φροντίδας του σπιτιού 1,1% (μερίδιο 21,4%).

Το ποσοστό του μεριδίου των PL επί των κλαδικών πωλήσεων σε αξία (μερίδιο στην αγορά των 60 μεγαλύτερων υποκατηγοριών FMCG) φτάνει στην Ελλάδα το 16% στο πρώτο πεντάμηνο του έτους, αυξημένο κατά 3,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχη περίοδο του 2021. Στην ενίσχυσή του φαίνεται ότι συμβάλλουν κατά μείζονα λόγο οι κατηγορίες των μη τροφίμων. Σχεδόν το ένα στα τέσσερα προϊόντα που αγοράζουν οι καταναλωτές από την κατηγορία των προϊόντων προσωπικής υγιεινής (ποσοστό 26,5%) είναι ιδιωτικής ετικέτας, ενώ στην κατηγορία των προϊόντων φροντίδας του σπιτιού (πλην καθαριστικών και απορρυπαντικών) το ένα στα δυο προϊόντα που μπαίνουν στο «καλάθι» αγορών είναι PL (ποσοστό 48,1% – διάγραμμα 2).

ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗ ΤΟΥ ΜΕΡΙΔΙΟΥ ΤΩΝ PL ΑΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μεταξύ 22,1% και 24,1% εξελίσσεται φέτος το μερίδιο των PL σε αξία, σύμφωνα και με τα στοιχεία που έθεσε υπόψιν μας η NielsenIQ (στοιχεία από την έναρξη του 2022 μέχρι την 22η Μαΐου). Τα ποσοστά καταγράφουν την εξέλιξη του μεριδίου τους σε αξία ανά περίοδο τεσσάρων εβδομάδων στα καταστήματα τροφίμων και τους discounters (καταστήματα άνω των 100τμ) στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη.

Όπως σχολιάζει στο «σελφ σέρβις» ο κ. Βάιος Δημοράγκας, διευθύνων σύμβουλος της NielsenIQ για την Ελλάδα: «’Το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είχε αρχίσει να κινείται ανοδικά μετά το περσινό καλοκαίρι και η τάση αυτή συνεχίζεται με συνέπεια και στο πρώτο μισό της φετινής χρονιάς. Η ανοδική πορεία των PL λειτουργεί σε ένα βαθμό εξισορροπητικά στο ακριβότερο πλέον συνολικό καλάθι των καταναλωτών, με περισσότερους καταναλωτές να στρέφονται σε πιο φθηνές λύσεις σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια. Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει παρότι η προωθητική ένταση παρουσιάζει περαιτέρω κλιμάκωση φέτος, υπογραμμίζοντας τη μεγαλύτερη πίεση που αισθάνονται οι καταναλωτές, τόσο από τον πληθωρισμό μέσα στο σούπερ μάρκετ, όσο και (πιθανώς περισσότερο) από τον ευρύτερο πληθωρισμό στους υπόλοιπους τομείς της καθημερινότητας, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά τους στα καταστήματα τροφίμων».

Συγκρινόμενο με τα δυο έτη της πανδημίας (2020 και 2021), το μερίδιο τους καταγράφεται –για την ώρα τουλάχιστον– σχετικά σταθερό, αφού από άποψη αξίας σε συγκρίσιμη ετήσια βάση ανά κυλιόμενη χρονιά διαμορφώνεται ως εξής: Το 2022 (52 εβδομάδες έως τις 22 Μαΐου) 22,6%, το 2021 (52 εβδομάδες έως τις 23 Μαΐου) 23,2% και το 2020 (52 εβδομάδες έως τις 24 Μαΐου) 23,5%.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά για τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας καταγράφονται στην κατηγορία των προϊόντων οικιακής χρήσης. Χαρακτηριστικό, πάντως, είναι ότι ακόμη και μέσα στην ίδια ευρύτερη κατηγορία τα μερίδια ανά είδος διαφέρουν σημαντικά.
Το είδος του προϊόντος (π.χ. διατροφής ή όχι), η μέση τιμή μονάδας, η προσφερόμενη ποικιλία κωδικών τόσο επώνυμων brands όσο και PL προσμετρώνται ως σημαντικοί παράγοντες στο αν ο καταναλωτής θα στραφεί στο επώνυμο προϊόν ή στην ιδιωτική ετικέτα. Ακόμη πιο βαρύνοντα ρόλο στο πώς διαμορφώνονται τα μερίδια των PL ανά προϊοντική κατηγορία παίζει και η ένταση και η έκταση των προωθητικών ενεργειών της βιομηχανίας επώνυμων προϊόντων.

ΛΥΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΚΑΙ ΛΙΑΝΕΜΠΟΡΟΥΣ;
«Είναι μια φυσιολογική και αναμενόμενη κατάσταση, δεδομένων των οικονομικών συνθηκών και της έκρηξης του πληθωρισμού, τα μερίδια των προϊόντων PL να αυξάνονται. Το κυρίαρχο ζήτημα, όμως, είναι η διατήρηση αυτών των ποσοστών και όχι η ευκαιριακή εκμετάλλευση των καταστάσεων», λέει ο κ. Ανδρέας Παϊπουτλίδης, εμπορικός διευθυντής της Mesis Group, αποδίδοντας την τάση ανάπτυξης του μεριδίου των PL αμιγώς στη μείωση των εισοδημάτων των καταναλωτών. «Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για επιτυχία των αλυσίδων σε ό,τι αφορά την αύξηση του μεριδίου των προϊόντων της ετικέτας τους; Προφανώς όχι, αφού στην ουσία δεν άλλαξαν κάτι στην στρατηγική τους, για να έρθει αυτό το αποτέλεσμα. Αυτό που διαφοροποιήθηκε είναι οι οικονομικές συνθήκες», τονίζει.

Τόσο οι προμηθευτές, όσο και οι λιανέμποροι βρίσκονται «σε μια κατάσταση τρόμου. Οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες είναι διαρκείς. Από την άλλη, η αύξηση τιμών των ενεργειακών αγαθών δεν φαίνεται να ανακόπτεται –το αντίθετο. Ούτε η βιομηχανία ούτε οι αλυσίδες θέλουν να περνούν όλες αυτές τις ανατιμήσεις στον καταναλωτή», σχολιάζει ο κ. Φώσκολος.

Με σκοπό να έχουμε την κατά το δυνατόν πληρέστερη πληροφόρηση, απευθυνθήκαμε στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αναζητώντας τη δική τους οπτική ως προς τη στρατηγική και τις τακτικές κινήσεις τους σε ό,τι αφορά τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Η κατάσταση πλήρους αβεβαιότητας είναι πιθανόν ότι τους απέτρεψε να μας απαντήσουν.

«Στην ελληνική αγορά το προϊόν ιδιωτικής ετικέτας είναι αποκλειστικά και μόνο προϊόν χαμηλής τιμής-προσφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο εξαντλείται η στρατηγική της υποστήριξής του από τις αλυσίδες. Δεν αποτελεί μια διαφορετική πρόταση της εκάστοτε αλυσίδας στο κοινό της. Το προϊόν ιδιωτικής ετικέτας γενικά είναι προϊόν φασόν κι όχι κάποια συνταγή-πρόταση της αλυσίδας. Έτσι, περιορίζεται το πλήθος των καταναλωτών στους οποίους απευθύνεται αυτό το προϊόν, οπότε παρατηρείται ένα «ταβάνι» στο μερίδιο που μπορεί να έχει στο καλάθι αγορών του νοικοκυριού», σχολιάζει ο κ. Παϊπουτλίδης, εξηγώντας τη διαχρονικά μάλλον ευκαιριακή σχέση του Έλληνα καταναλωτή με το PL.

PL VS ΠΡΟΩΘΗΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ…
Στο διάστημα που διαπιστώνεται η αύξηση των μεριδίων των PL, η IRI καταγράφει μια σχετική υποχώρηση της έντασης των προωθητικών ενεργειών. Αξίζει δε να σημειώσουμε ότι στις κατηγορίες που παρατηρείται η μεγαλύτερη υποχώρηση των προωθητικών ενεργειών, δηλαδή στα προϊόντα περιποίησης και προσωπικής υγιεινής και στα προϊόντα φροντίδας του σπιτιού, διαπιστώνεται, όπως ήδη επισημάναμε, και η μεγαλύτερη αύξηση στα μερίδια των PL (1,3% και 1,1% αντίστοιχα, πηγή: IRI InfoScan, YTD Απρίλιος 2022). (πίνακας 4)

Αν και η μείωση των προωθητικών ενεργειών δεν πρέπει να θεωρείται ως ο μοναδικός λόγος ενίσχυσης των μεριδίων των PL, δεδομένου ότι είναι αρκετοί οι παράγοντες που διαμορφώνουν την τελική τάση ανάλογα με την προϊοντική κατηγορία, είναι μάλλον προφανές ότι, εφόσον η τιμή παίζει καθοριστικό ρόλο στην αγοραστική επιλογή PL, αν η τιμή του επώνυμου προϊόντος γίνει «προσιτή», μέσω των εκπτώσεων και των προσφορών, το μερίδιό του τονώνεται. «Η βιομηχανία δεν θα μείνει άπραγη. Εάν η ανοδική τάση του μεριδίου των PL εξακολουθήσει να είναι αυξητική, η βιομηχανία θα επανέλθει, όπως συνέβη και στο παρελθόν, με επιθετική πολιτική προσφορών έως ότου επανακτήσει τα μερίδια της», συμπεραίνει ο κ. Παϊπουτλίδης.

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο κ. Φώσκολος, «υπάρχει η πιθανότητα, ο καταναλωτής που τώρα στρέφεται στο PL λόγω της χαμηλής τιμής του, να το δοκιμάσει και να του αρέσει, οπότε να εξακολουθήσει να το επιλέγει, ακόμη κι όταν οι τιμές επανέλθουν και κλείσει η ψαλίδα μεταξύ brand και ιδιωτικής ετικέτας». Δηλαδή να εδραιωθεί μια σταθερή καταναλωτική επιλογή υπέρ της ιδιωτικής ετικέτας, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. «Εκεί το PL αποτελεί πρόταση των αλυσίδων προς τους πελάτες τους, με έμφαση στο value for money, την ποικιλία, το σωστό labelling κι όχι μόνο το τελικό κόστος αγοράς. Βέβαια κι εκεί τα PL προϊόντα είναι φθηνότερα στο ράφι, με μια μέση απόσταση 30% από τους leader κάθε προϊοντικής κατηγορίας, αλλά δεν είναι μόνο αυτή η στόχευση. Οι αλυσίδες ενισχύουν το engagement των καταναλωτών με το δικό τους brand, μέσω της γκάμας των pl προϊόντων τους», λέει ο κ. Παϊπουτλίδης.

ΠΙΘΑΝΑ ΟΦΕΛΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ…
Αναμφισβήτητα η στρατηγική αξιοποίηση των PL εκ μέρους των αλυσίδων απαιτεί σημαντική επένδυση από αυτές σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής και της διάθεσής τους. Μια τέτοια επένδυση, με τη συμπίεση της κερδοφορίας που αντιμετωπίζουν σήμερα, πιθανώς δεν είναι εύκολο να γίνει. Επειδή, όμως, το profit VS loss είναι η βασική «εξίσωση», που τελικά κρίνει την απόδοση και την βιωσιμότητα κάθε εταιρείας, έχει ενδιαφέρον η εμπειρία της διαφορετικής αντιμετώπισης των PL. «Βασικός γνώμονας πρέπει να είναι η υπεραξία ενός PL προϊόντος. Όπως έχει αποδειχτεί στο εξωτερικό, τα PL μπορεί να έχουν μεγάλα οφέλη για τις αλυσίδες. Ενισχύουν σημαντικά το engagement με τους καταναλωτές και ανάλογα με την επιτυχία της κάθε αλυσίδας ενισχύουν σημαντικά και τα μερίδια αγοράς. Ενισχύουν το brand awareness της αλυσίδας και ως συνέπεια, πολλαπλασιαστικά την συνολική της αξία. Τα PL αυξάνουν την κερδοφορία των αλυσίδων και καθετοποιούν ακόμα περισσότερο τη λειτουργία τους, μειώνοντας περαιτέρω τα κόστη λειτουργίας», σχολιάζει σχετικά, βάσει της διεθνούς εμπειρίας, ο κ. Παϊπουτλίδης.

Φυσικά, στην Ελλάδα η δυναμική του μοναδικού discounter στην αγορά της οργανωμένης λιανικής τον ανεβάζει στο βάθρο μεταξύ των τριών μεγαλύτερων «παικτών» του κλάδου…

…ΚΑΙ ΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Όσο για την ελληνική βιομηχανία των FMCG, μια σημαντική ευκαιρία που προσφέρει η παραγωγή ποιοτικών PL προϊόντων είναι η πλήρης αξιοποίηση του παραγωγικού τους δυναμικού, έστω κι αν δεν είναι η ελκυστικότερη. «Για να επιτευχθεί ο στόχος της δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης σειράς προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, θα απαιτείτο μια στενή συνεργασία των μεγάλων εταιρειών λιανικής και των τοπικών βιομηχανιών. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά επωφελής, ιδιαίτερα για τις μικρές και μικρομεσαίες βιομηχανίες. Θα τους μεταβίβαζε στοιχεία και γνώσεις σχετικά τον κατάλληλο προσανατολισμό, που από μόνες τους είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσουν. Μάλιστα, υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να ευνοήσει μονάδες παραγωγής ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντων στην εξαγωγική τους δράση», σύμφωνα με τον κ. Παϊπουτλίδη.