Αρκετοί αγροτικοί συνεταιρισμοί σήμερα διευρύνουν τα πεδία των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, προκειμένου να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού της αγροτικής οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον, με την αύξουσα δυσκολία της ανταγωνιστικής κρούσης του εισαγωγικού εμπορίου αγροτικών προϊόντων, η πρόκληση για την επιβίωσή τους είναι ο εκσυγχρονισμός τους με έμφαση στην ποιότητα, η εξαγωγική εξωστρέφεια και η συγκέντρωσή τους σε μεγάλα συνεταιριστικά σχήματα.

Ανέκαθεν η κύρια δραστηριότητα των συνεταιριστικών οργανώσεων, είτε πρωτοβάθμιων (τοπικών ενώσεων παραγωγών) είτε δευτεροβάθμιων (περιφερειακών σχημάτων των τοπικών ενώσεων), ήταν η συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής και η διάθεσή της σε συμφέρουσες τιμές για τους αγρότες-μέλη τους. Σήμερα, ωστόσο, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, αξιοποιώντας σύγχρονες εγκαταστάσεις, νέες μεθόδους επεξεργασίας και συσκευασίας-τυποποίησης της παραγωγής τους, συνδέονται με τα διαφορετικά κανάλια διανομής και συμμετέχουν σε ποικίλα προγράμματα προβολής και μάρκετινγκ, ώστε, παρά τις οργανωτικές δυσκολίες και την εκάστοτε οικονομική συγκυρία, διευρύνουν την παρουσία τους στην εγχώρια -και όχι μόνο- αγορά.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η συνεταιριστική αγροτική παραγωγή διανύει την πιο ευημερούσα περίοδό της. Αντίθετα, οι δυσκολίες της προέρχονται κυρίως από τον έντονο ανταγωνισμό του εισαγωγικού εμπορίου αγροτικών προϊόντων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, αυτό αποτελεί μια πρόκληση για τον δομικό εκσυγχρονισμό και την ανανέωσή της.‘Ενας από τους παλαιότερους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς είναι αυτός της Ζαγοράς Πηλίου. Ιδρύθηκε το 1916 και σήμερα καλύπτει 740 παραγωγούς. «Κάθε αγρότης της περιοχής, εφόσον δηλώσει ενδιαφέρον εγγραφής στον συνεταιρισμό, πρέπει να παραμείνει υποχρεωτικά σε αυτόν για 10 χρόνια.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντιμετωπίζουμε ένα κοινό πρόβλημα στους περισσότερους συνεταιρισμούς, δηλαδή τη μεγάλη αυξομείωση του αριθμού των μελών τους κάθε χρόνο, που έχει τις ανάλογες επιπτώσεις στη συγκέντρωση της ετήσιας προσδοκώμενης ποσότητας παραγωγής», εξηγεί ο κ. Διονύσης Βαλασσάς, διευθυντής του Συνεταιρισμού Ζαγοράς Πηλίου, βασικό προϊόν του οποίου -περίπου το 90% της παραγωγής του- είναι τα κόκκινα μήλα ποικιλίας «στάρκιν». Ακολουθούν τα μήλα ποικιλίας «γκόλντεν ντελίσιους» και, σε μικρότερες ποσότητες, τα αχλάδια «κρυστάλλια», ακτινίδια, κάστανα, κεράσια, καρύδια και κυδώνια.

Ευθύνη του συνεταιρισμού είναι η σωστή αποθήκευση, η ταξινόμηση-τυποποίηση, η συσκευασία και η διανομή της παραγωγής στη χονδρική και στη λιανική αγορά. Για τον σκοπό αυτό, ο συνεταιρισμός διαθέτει δικά του πρακτορεία χονδρικής στις κεντρικές λαχαναγορές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα έχει αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο πελατών χονδρικής στην Αθήνα και στην υπόλοιπη ηπειρωτική και νησιωτική χώρα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και αλυσίδες σούπερ μάρκετ, με τις οποίες συνεργάζεται σταθερά περισσότερα από δέκα χρόνια.

Συνεταιριστικά δίκτυα λιανικής

Γενικότερα, τα τελευταία χρόνια αυξάνει το ενδιαφέρον των αγροτικών συνεταιρισμών για τη διάθεση της παραγωγής τους απευθείας στην αγορά της λιανικής. Κάποιοι από αυτούς διαθέτουν ήδη τα δικά τους δίκτυα λιανικής πώλησης, όπως η ‘Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου και η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου.

Σύμφωνα με τον κ. Γιάννη Χαλκιαδάκη, γενικό διευθυντή της ‘Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου, η οποία παράγει και διαθέτει κρασί, ελαιόλαδο, επιτραπέζια σταφύλια και ξύδι, «η ‘Ενωση προωθεί τα δικά της προϊόντα στη χονδρική και στη λιανική με δικούς της πωλητές σε όλη την Κρήτη. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη διαθέτουμε δύο υποκαταστήματα χονδρικής και λιανικής, ενώ για την υπόλοιπη Ελλάδα έχουμε έναν αντιπρόσωπο σε κάθε νομό. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούμε και πέντε σούπερ μάρκετ στον Νομό Ηρακλείου, στα οποία, βέβαια, προωθούμε τα προϊόντα της ‘Ενωσής μας».

Η ‘Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου, με μέλη της 20 πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς των 24 Μαστιχοχωρίων της νότιας Χίου, είναι φορέας αποκλειστικής διαχείρισης της φυσικής μαστίχας στην Ελλάδα και το εξωτερικό. ‘Οπως μας είπε ο κ. Γιώργος Τσούρας, γενικός διευθυντής της, «η ‘Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου έχει ιδρύσει τη θυγατρική εταιρεία Mediterra ΑΕ, η οποία έχει αναπτύξει δίκτυο λιανικής με καταστήματα σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, τα γνωστά Mastihashop, στα οποία πωλούνται διάφορα προϊόντα μαστίχας».

Ταυτόχρονα, από την ‘Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου προέρχεται και η τσίχλα ΕΛΜΑ, η διάθεση της οποίας γίνεται μέσω ενός άλλου διανομέα της ‘Ενωσης, της ΕΛΓΕΚΑ. «‘Ετσι, μέσω των διανομέων μας, της Mediterra και της ΕΛΓΕΚΑ, έχουμε εξασφαλίσει τοποθέτηση των προϊόντων μας στα ράφια όλων σχεδόν των καταστημάτων», συμπληρώνει ο κ. Τσούρας.

Νέα πεδία επιχειρηματικότητας

Μια ακόμη λειτουργία του ρόλου των αγροτικών συνεταιρισμών είναι η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στα μέλη τους, όπως η λογιστική, διαχειριστική και φοροτεχνική υποστήριξη, η προμήθεια αγροτικών εφοδίων και ζωοτροφών. Η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, Τυρνάβου και Αγιάς (του Νομού Λάρισας), μια από τις μεγαλύτερες Ενώσεις της χώρας, συγκεντρώνει, επεξεργάζεται και διακινεί μια πληθώρα αγροτικών προϊόντων, όπως δημητριακά, βαμβάκι, ελιές, φρούτα, αλλά και σπόρους για τη σπορά, γεωργικά εφόδια κλπ.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος δευτεροβάθμιος αυτός συνεταιρισμός σύντομα θα εισέλθει σε έναν ακόμη τομέα δραστηριοτήτων, αυτόν της διαχείρισης ακινήτων. Ειδικότερα, όπως μας είπε η κυρία Αγορίτσα Σούρλα, διευθύντρια διοικητικού της ‘Ενωσης, «στο πλαίσιο του προγράμματος αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας της ‘Ενωσής μας, προχωρήσαμε στην κατασκευή ενός εμπορικού κέντρου σε ιδιόκτητο οικόπεδό μας μέσα στην πόλη της Λάρισας.

Πρόκειται για ένα καινοτόμο και εξαιρετικής για εμάς σημασίας επιχειρηματικό εγχείρημα, το οποίο θα αποτελέσει νέα πηγή εσόδων για την ενίσχυση των υπόλοιπων δραστηριοτήτων μας και τη στήριξη του εισοδήματος των μελών μας, ενώ θα δώσει νέα ώθηση στην εμπορική και ψυχαγωγική δραστηριότητα στην πόλη μας». Το εν λόγω εμπορικό κέντρο, όπως αναμένεται, θα είναι έτοιμο στις αρχές του Σεπτεμβρίου φέτος, και πρόκειται να φιλοξενήσει διαφόρων αντικειμένων εμπορικά καταστήματα. Τη διαχείριση του εμπορικού κέντρου θα την ασκεί η ίδια η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, σε συνεργασία με εταιρεία συμβούλων αξιοποίησης ακινήτων.

Η εξωστρέφεια των συνεταιρισμών

Εκτός από την ελληνική αγορά, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί διακινούν ευρέως τα προϊόντα τους στο εξωτερικό. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις οι ποσότητες που εξάγονται είναι μεγαλύτερες από αυτές που διοχετεύονται στην εσωτερική κατανάλωση. Το παράδειγμα του ελαιολάδου είναι χαρακτηριστικό. Η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Σητείας, μία από τις αγροτικές Ενώσεις της Κρήτης που συγκεντρώνει οινοστάφυλα και παράγει σε δικές της εγκαταστάσεις κρασί και τσικουδιά, συγκεντρώνει, επίσης, κάθε χρόνο και περί τους 5 χιλιάδες τόνους ελαιόλαδο, το οποίο επεξεργάζεται, τυποποιεί και διακινεί.

Σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Ατζολιδάκη, εμπορικό διευθυντή της ‘Ενωσης, το προς εξαγωγή ποσοστό επί του συνόλου της παραγωγής ελαιολάδου της ‘Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Σητείας ανέρχεται στο 70%. Το υπόλοιπο 30% διατίθεται στην εγχώρια αγορά. Κύριες αγορές προορισμού είναι της Γερμανία, της Αυστραλίας, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αυστραλίας, του Βελγίου, ενώ στην αγορά της Ιταλίας εξάγεται αποκλειστικά χύμα ελαιόλαδο. Σε ό,τι αφορά το κρασί της, η σχέση είναι αντίστροφη: το 80% της παραγωγής διοχετεύεται στην εγχώρια αγορά και το υπόλοιπο 20% σε αγορές τους εξωτερικού.

Σύμφωνα με τον κ. Ατζολιδάκη, οι αγορές της Κίνας και της Ινδίας εμφανίζουν σήμερα αυξανόμενη ζήτηση ελαιολάδου, η οποία προέρχεται κυρίως από τα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, αλλά για το κρασί δεν διαπιστώνεται αντίστοιχη δυναμική.
Επίσης, η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου διαθέτει το 50% της συνολικής παραγωγής της -λάδι, κρασί, ξύδι και επιτραπέζια σταφύλια- στις αγορές του εξωτερικού, η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, Τυρνάβου και Αγιάς, αντιστοίχως, το 50% της παραγωγής βαμβακιού και το 60% της παραγωγής ελιάς, όπως και η ‘Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου εξάγει το 65% της συνολικής παραγωγής της φυσικής μαστίχας.

Για την επίτευξη εξαγωγικών επιδόσεων αρκετοί συνεταιρισμοί αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα. Η ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου, επί παραδείγματι, διαθέτει οργανωμένο εμπορικό τμήμα, με σκοπό την διατήρηση των προσβάσεών της σε υπάρχουσες αγορές και τη δημιουργία νέων προσβάσεων σε καινούργιες. Οι περισσότεροι συνεταιρισμοί με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, όπως μας δήλωσαν τα στελέχη τους, συνεργάζονται στενά με τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών, ο οποίος οργανώνει εμπορικές αποστολές στο εξωτερικό για την προβολή της ποικιλίας των ελληνικών προϊόντων, στηρίζοντας πληροφοριακά και οργανωτικά τη συμμετοχή των αγροτικών συνεταιρισμών στις διεθνείς εμπορικές εκθέσεις τροφίμων και ποτών.

Εξαγωγικό προσανατολισμό, φυσικά, δεν έχουν όλοι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί. Για παράδειγμα, ο Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων Πίνδος διαθέτει μόλις το 5% της παραγωγής του στη διεθνή αγορά. Ωστόσο, πρόκειται για μια πλήρως καθετοποιημένη επιχείρηση, που διαθέτει πτηνοτροφεία, εκκολαπτήρια, πτηνοσφαγεία, ψυκτικές εγκαταστάσεις και εργοστάσιο έτοιμων ψημένων προϊόντων, που παράγει και διακινεί τα προϊόντα του Συνεταιρισμού -νωπά και κατεψυγμένα κοτόπουλα (ολόκληρα ή τεμαχισμένα), έτοιμα ψημένα νωπά και έτοιμα ψημένα κατεψυγμένα, κοτόπουλα ελεύθερης βοσκής και γύρο- τόσο στη λιανική όσο και στην χονδρική αγορά.

‘Οπως εξηγεί ο κ. Γιάννης Αργύρης, προϊστάμενος του τμήματος μάρκετινγκ του συνεταιρισμού, «η Πίνδος εξάγει μόνο κατεψυγμένα κοτόπουλα, τα οποία πωλούνται στην μισή τιμή των νωπών, οπότε η πώλησή τους στο εξωτερικό δεν είναι συμφέρουσα. Ο στόχος μας, λοιπόν, είναι να ενισχύσουμε την παρουσία μας στην εγχώρια αγορά, αυξάνοντας το μερίδιό μας σε αυτήν, που σήμερα ανέρχεται περίπου στο 30%».

Η πρόκληση των δυσκολιών

Το μέλλον της ελληνικής αγροτικής παραγωγής καθορίζεται πλέον σε πολύ μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες, όπως η διεθνής απελευθέρωση του εμπορίου, η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ, η συνεχώς αυξανόμενη διακίνηση αγροτικών προϊόντων από αναδυόμενες αγορές, όπως η Κίνα. ‘Ολα αυτά επαυξάνουν την ανταγωνιστική δυσκολία των ελληνικών αγροτικών προϊόντων. ‘Αλλωστε, το γεγονός ότι στις πλείστες των περιπτώσεων διατίθενται στην εγχώρια αγορά σε τιμές υψηλότερες των αντίστοιχων εισαγόμενων αποτελεί τη σαφή ένδειξη ενός ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας μας -προβλήματος δομικού και σύνθετου, που οι περισσότεροι συνομιλητές μας το παραδέχθηκαν, έστω και με σχετική αμηχανία.

Ωστόσο, δεν παρέλειψαν να τονίσουν τις δυνατότητες της εγχώριας αγροτικής παραγωγής να ανταγωνιστεί από πλεονεκτικές θέσεις τις επιδόσεις άλλων χωρών, κυρίως στον τομέα της ποιότητας. «Αν αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, για παράδειγμα όσον αφορά στην υψηλή ποιότητα των πρώτων υλών μας, υπάρχει ένα μερίδιο αγοράς το οποίο μπορούν να κατοχυρώσουν τα ελληνικά προϊόντα», επισημαίνει η κυρία Σούρλα, προσθέτοντας ότι η πρόκληση για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς σήμερα εδράζεται στη μεταποίηση προϊόντων υψηλού διατροφικού ενδιαφέροντος, όπως τα γαλακτοκομικά και τα δημητριακά, πράγμα που απασχολεί έντονα την ‘Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας.

«Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κρίσιμο στάδιο για την ανάπτυξή μας. Από το 2013 θα πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η νέα ΚΑΠ. Ενδεχομένως, κάποιες καλλιέργειες να πρέπει να αντικατασταθούν από κάποιες άλλες, περισσότερο παραγωγικές. Ωστόσο, αυτό είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζει όλη η Ευρώπη, οπότε πιστεύω ότι στο πλαίσιο αυτό θα υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις που θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε», σχολιάζει ο κ. Χαλκιαδάκης. Από την πλευρά του, ο κ. Βαλασσάς προσθέτει ότι το μέλλον της αγροτικής παραγωγής μας βρίσκεται στα μεγάλα και σύγχρονα συνεταιριστικά σχήματα, δεδομένου ότι η συγκέντρωση της παραγωγής παρέχει τη δυνατότητα άσκησης μακροπρόθεσμης πολιτικής ανάπτυξης.

ΟΠΕ: Με νέα εξαγωγική ταυτότητα

Πολλοί αγροτικοί συνεταιρισμοί συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα δράσης του ΟΠΕ, το οποίο περιλαμβάνει συμμετοχή σε σημαντικές διεθνείς εκθέσεις, επιχειρηματικές αποστολές κλπ. Μέσα από αυτό προωθείται και προβάλλεται στις διεθνείς αγορές το ευρύ φάσμα των προϊόντων τους (οπωροκηπευτικά, βιολογικά προϊόντα, κρασί, κονσερβοποιημένα φρούτα κά). Ως γνωστόν, από το 2005 ο Οργανισμός κινεί την πρωτοβουλία διεθνούς και συστηματικής προώθησης των ελληνικών τροφίμων και ποτών, με όχημα τη γαστρονομία και την ελληνική μεσογειακή διατροφή, υπό την επωνυμία Kerasma, με τη στήριξη του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και τη συνεργασία κλαδικών συνδέσμων του σχετικού τομέα. Το πρόγραμμα δράσης του ΟΠΕ συνοδεύεται από τη νέα επικοινωνιακή ταυτότητα που δημιουργήθηκε για τα ελληνικά προϊόντα, με τα λογότυπα-σλόγκαν “Foods From Greece Real Taste. Great Living” και “Wines & Spirits From Greece Real Flavor. Great Living”.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 370 του περιοδικού “σελφ σέρβις” των εκδόσεών Comcenter.