Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει: «Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη, και ζούμε καθημερινά την αγωνία των συναδέλφων μας. Η πρόσφατη έρευνα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις επιβεβαιώνει τις απόψεις της ΓΣΕΒΕΕ για την κατάσταση και τους κινδύνους που αυτές αντιμετωπίζουν λόγω του έντονου ανταγωνισμού, αλλά κυρίως λόγω της δραματικής συρρίκνωσης του διαθέσιμου για κατανάλωση οικογενειακού εισοδήματος.

Για να το πούμε πιο απλά: ‘Οταν ο κόσμος δεν έχει χρήματα για να ξοδέψει, όταν το διαθέσιμο για κατανάλωση εισόδημα συρρικνώνεται, τότε οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης και σμίκρυνσης, και η αγορά ολιγοπωλείται, δηλαδή περιέρχεται στα χέρια των ολίγων, οι οποίοι τελικά ελέγχουν και χειραγωγούν και τις τιμές των προϊόντων.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση ενισχύει αυτή την κατεύθυνση με αποφάσεις που επιβαρύνουν το εισόδημα: Παράλογες αυξήσεις σε ΦΠΑ -στις υποχρεωτικές δαπάνες για ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, κλπ)- μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Αλλά και με πολιτικές υπέρ των υπερκαταστημάτων (ωράριο, εμπορική χωροταξία, επαπειλούμενη πώληση υγρών καυσίμων και άρτου σε σούπερ μάρκετ κλπ), με στόχο τη συρρίκνωση του μεγάλου δικτύου πωλήσεων και παραγωγής των μικρών επιχειρήσεων. Δεν εξετάζονται τα μέτρα και οι πολιτικές που αποφασίζονται σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις τους στις μικρές επιχειρήσεις. Είμαστε τελευταίοι στην ΕΕ στον τομέα αυτό».

Οι 9 πληγές των μικρών καταστημάτων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου, το σημαντικότερο πρόβλημα που αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν οι ελληνικές ΜΜΕ, σε ποσοστό 77%, είναι η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (είμαστε πρώτοι από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες). Στο εμπόριο, συνολικά, το ποσοστό είναι (71,3%) και παραμένει πολύ πιο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (53%). Επιπλέον, η πλειοψηφία των ελληνικών ΜΜΕ θεωρεί ότι το πρόβλημα αυτό έχει επιδεινωθεί τα δύο τελευταία χρόνια.

Η έρευνα του Ευρωβαρομέτρου εστιάζει σε 9 κατηγορίες περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι ιδιοκτήτες των μικρών επιχειρήσεων. Οι περιορισμοί αυτοί είναι:

  • Η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (46% των ευρωπαϊκών ΜΜΕ απάντησε ότι αντιμετωπίζει αυτόν τον περιορισμό).
  • Οι διοικητικοί κανονισμοί (36%).
  • Η έλλειψη κατάλληλα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (35%).
  • Το κόστος του εργατικού δυναμικού (33%).
  • Οι ελλείψεις υποδομών (23%).
  • Η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση (21%).
  • Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών (17%).
  • Η υιοθέτηση νέων μορφών διοικητικής οργάνωσης (16%).
  • Η έλλειψη διαδικασιών διαχείρισης ποιότητας (11%).

Γενικότερα, οι ελληνικές ΜΜΕ βρίσκονται στις πρώτες θέσεις σε ό,τι αφορά σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες περιορισμών που, όπως αναφέρουν, αντιμετωπίζουν στη λειτουργία τους. Ιδιαίτερα οξυμένα εμφανίζονται τα προβλήματα της έλλειψης κατάλληλα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (57%) και της έλλειψης υποδομών (48% έναντι 23% στην ΕΕ-27). Ο μόνος περιορισμός, για τον οποίο το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, είναι οι διοικητικοί κανονισμοί (30% έναντι 36%).

Αναφορικά με την εξέλιξη της κατάστασης κατά τα δύο τελευταία χρόνια, οι ‘Ελληνες επιχειρηματίες σε γενικές γραμμές δεν παρατήρησαν κάποια ουσιαστική μεταβολή. Σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες, το μεγαλύτερο μέρος απαντά ότι η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη, με εξαίρεση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και το κόστος απασχόλησης, τομέας στον οποίο παρατηρείται επιδείνωση, ενώ η μοναδική κατηγορία όπου παρουσιάζεται σχετική βελτίωση είναι η διαχείριση της ποιότητας.

Ευρωπαρατηρητήριο: Στην Ελλάδα εντάθηκε ο ανταγωνισμός των ΜΜΕ

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 60% των ΜΜΕ δήλωσε πως θεωρεί ότι κατά τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε αύξηση της έντασης του ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό ήταν ακόμα υψηλότερο και ανήλθε στο 81% των ΜΜΕ. Οι κλάδοι, στους οποίους οι επιχειρήσεις ανέφεραν τη μεγαλύτερη αύξηση του ανταγωνισμού, ήταν εκείνοι του εμπορίου (90%) και των μεταφορών (86%).

Προκειμένου να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, οι ευρωπαϊκές ΜΜΕ είναι διατεθειμένες να ακολουθήσουν τέσσερις, κυρίως, στρατηγικές: Αύξηση της ποιότητας (64% των επιχειρήσεων), αύξηση της διαφοροποίησης των προϊόντων (62%), αύξηση των δραστηριοτήτων marketing (61%) και μείωση του κόστους (53%).

Οι ελληνικές ΜΜΕ παρουσιάζονται περισσότερο πρόθυμες να ακολουθήσουν και άλλες στρατηγικές, πιθανότατα ως συνέπεια του εντονότερου ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν. ‘Ετσι, οι ελληνικές ΜΜΕ προτίθενται να ακολουθήσουν, κατά σειρά, τις εξής στρατηγικές: Αύξηση της ποιότητας (83%) –στον κλάδο των κατασκευών αγγίζει το 100%-, αύξηση των δραστηριοτήτων marketing (82%) –90% στο εμπόριο και τις λοιπές επιχειρηματικές δραστηριότητες-, μείωση του κόστους (66%) –87% στη μεταποίηση-, αύξηση της διαφοροποίησης των προϊόντων (62%) –80% στον κλάδο ξενοδοχείων & εστιατορίων-, συγκρότηση στρατηγικών συμμαχιών (61%) και μείωση τιμών (54%) –74% στη μεταποίηση.

Μπορείτε να φανταστείτε μια γειτονιά χωρίς φούρνο;

‘Οπως μας είπε ο κ. Δ. Ασημακόπουλος, «ενδεικτική των προθέσεων της κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις μικρές επιχειρήσεις είναι η στάση της στον πόλεμο του ψωμιού, όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε. Η ΓΣΕΒΕΕ τάχθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των αρτοποιών, επισημαίνοντας προς κάθε κατεύθυνση πως, αν επιτραπεί η συγκέντρωση όλων των δραστηριοτήτων στα σούπερ μάρκετ, σε λίγα χρόνια οι συνέπειες από την ολιγοπώληση της αγοράς θα είναι καταστροφικές και για τα μικρά μαγαζιά αλλά και για τους καταναλωτές. Φαντάζεστε τι θα συμβεί, εάν αναγκαστούν να κλείσουν οι φούρνοι της γειτονιάς και τα μεγαθήρια του εμπορίου ελέγξουν την αγορά του ψωμιού;

Η ολιγοπώληση και η αδιαφάνεια στην οικονομία συνδέονται και με την εμφάνιση των φαινομένων ακρίβειας. Βέβαια, μερικές φορές, όταν κάτι εμφανίζεται ως συντεχνιακό, προκαλεί δυσφορία στην κοινωνία και δημιουργεί ένα κλίμα υποστήριξης προς τους λίγους και ισχυρούς, οι οποίοι εμφανίζονται ως δήθεν προστάτες των καταναλωτών και πολέμιοι της ακρίβειας. Η ζωή έχει αποδείξει πως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή, όταν στην αγορά κυριαρχούν οι λίγοι, τότε εμφανίζεται η ανεξέλεγκτη ακρίβεια. Εδώ, η ενημέρωση των καταναλωτών πρέπει να αποτελεί βασική προτεραιότητα όλων των συναδέλφων, προκειμένου να εξασφαλίσουν και την απαραίτητη κοινωνική υποστήριξη».

Η ενίσχυση των εμπορικών συνεταιρισμών ενισχύει και τα μικρά μαγαζιά

‘Ηδη, οι εκπρόσωποι της ΓΣΕΒΕΕ συναντήθηκαν με τον υφυπουργό Οικονομίας, κ. Γιάννη Παπαθανασίου, με σκοπό την ένταξη στα αναπτυξιακά κοινοτικά προγράμματα των αστικών συνεταιρισμών, δηλαδή των εμπορικών και προμηθευτικών ενώσεων, οι οποίες, λόγω λανθασμένης αντιμετώπισής τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες, δεν μπορούν να συμμετέχουν έως σήμερα σε αυτά τα προγράμματα.

‘Οπως μας τόνισε ο κ. Ασημακόπουλος, «οι συνεταιρισμοί αυτοί, οι οποίοι ιδρύονται από τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, πρέπει να τίθενται στην προτεραιότητα του ενδιαφέροντος της πολιτείας. Αποτελούν σημαντικό παράγοντα της ενίσχυσης των μικρών καταστημάτων τόσο μέσα στον ανταγωνισμό όσο και στην διαμόρφωση χαμηλού κόστους και, τελικά, φθηνότερων προϊόντων και υπηρεσιών. Γνωρίζετε καλά ότι πολλά καταστήματα του λιανεμπορίου επιλέγουν να προμηθεύονται τα προϊόντα τους από διάφορους προμηθευτικούς συνεταιρισμούς, επειδή ακριβώς πετυχαίνουν καλύτερες τιμές. Θα δώσει μεγάλη ανάσα στους μικρούς της αγοράς, εάν, τελικά, καταφέρουμε να ενισχύσουμε την παρουσία αυτών των συνεταιρισμών μέσα σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και ασταθές. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα αποβεί προς όφελος των μικρών καταστηματαρχών αλλά και των καταναλωτών».

 

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 63 του περιοδικού των εκδόσεών μας, “Το μαγαζί μας”.