Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η λειτουργία της εγχώριας αγοράς των οπωροκηπευτικών, στο τμήμα της που ορίζεται από την παράδοση των προϊόντων του παραγωγού μέχρι τον εφοδιασμό του λιανεμπορίου, παραμένει συγκεχυμένη. Το τοπίο γίνεται ιδιαίτερα ασαφές, όταν ενδιάμεσοι σε αυτή την αλυσίδα είναι οι χονδρέμποροι των κατά τόπους λαχαναγορών, και η ασάφειά του σχετίζεται με την επιβάρυνση της τιμής των προϊόντων με το ποσοστό του χονδρεμπορικού κέρδους. Το ποσοστό αυτό ανταποκρίνεται, άραγε, στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς, κι ο ανταγωνισμός λειτουργεί σε αυτό το τμήμα της αποτελεσματικά; Πρόκειται για τα δύο κεντρικά ερωτήματα που ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχουν λάβει ολοκληρωμένες και σαφείς απαντήσεις.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις που οι πωλήσεις γίνονται απευθείας από τους παραγωγούς, είτε μέσω των λαϊκών αγορών απευθείας στους καταναλωτές, είτε μέσω των διαφόρων συνεταιρισμών στα δίκτυα λιανικής κατόπιν συμφωνιών, οι τιμές εκτιμάται ότι διαμορφώνονται πιο ρεαλιστικά.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της τιμολόγησης των οπωροκηπευτικών στην Ελλάδα υπόκειται και σε αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι οι καιρικές συνθήκες και οι ανατιμήσεις των γεωργικών εφοδίων και του εξοπλισμού, παράγοντες οι οποίοι, ιδιαίτερα την τελευταία διετία, επηρεάζουν σε πολύ υψηλό βαθμό τις λιανικές τιμές των προϊόντων.

Ανέτοιμοι για τη νέα ΚΟΑ

Το σίγουρο είναι ότι μεγάλο ρόλο στη αταξία της αγοράς έχει παίξει η ελλιπής οργάνωση των παραγωγών, οι οποίοι μεμονωμένα αδυνατούν είτε να διαπραγματεύονται καλύτερες τιμές για τη σοδειά τους είτε να την απευθύνουν χωρίς μεσάζοντες στα δίκτυα της λιανικής. Ο συνασπισμός των παραγωγών σε «ομάδες» και η οργάνωσή τους κατά τα πρότυπα της νέας Κοινής Oργάνωσης Aγοράς (ΚΟΑ) στον τομέα των οπωροκηπευτικών ίσως προσφέρει διεξόδους, όσον αφορά στη διευθέτηση των προβλημάτων της αγοράς μας.

Η νέα ΚΟΑ στον συγκεκριμένο τομέα αποβλέπει στην αντιμετώπιση των σύντομων κρίσεων στην αγορά, την προστασία του περιβάλλοντος στις περιοχές παραγωγής φρούτων και λαχανικών, την καθιέρωση νέων ποιοτικών και εμπορικών προτύπων, την εναρμόνιση της λειτουργίας των ομάδων παραγωγών με την καινούργια πολιτική της Κοινότητας για την ανάπτυξη της υπαίθρου κά. Ωστόσο, στη χώρα μας η ΚΟΑ ακόμη δεν έχει προχωρήσει ικανοποιητικά. Ενδεικτική είναι η επιστολή που απέστειλαν πρόσφατα στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης 56 ομάδες παραγωγών από τον ‘Εβρο μέχρι την Κρήτη, οι οποίες εκπροσωπούν περί τις 30.000 παραγωγούς με ετήσιες πωλήσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ ετησίως.

Οι παραγωγοί στην επιστολή τους διαπιστώνουν: «’Ηδη από 1/1/2008 ισχύει η Νέα ΚΟΑ Οπωροκηπευτικών που προβλέπουν οι κανονισμοί της ΕΕ 1182/2007 και 1580/2007. Η νέα ΚΟΑ δίνει ιδιαίτερο βάρος στις οργανώσεις παραγωγών. Δυστυχώς, μέχρι τώρα η χώρα μας δεν βρίσκεται και στην καλύτερη θέση από άποψη οργάνωσης των παραγωγών, καθώς και απορρόφησης πόρων από την ΕΕ. Είμαστε η χώρα της ΕΕ που έχουμε τα περισσότερα φρούτα και λαχανικά και είμαστε από τις τελευταίες στην απορρόφηση κοινοτικών πόρων. Θέλουμε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση ή όχι;».

Απευθυνόμενοι, μάλιστα, στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, κ. Α. Κοντό, τον προκαλούν και του προτείνουν: «Εάν εσείς είσαστε ευχαριστημένος με τη σημερινή κατάσταση, συνεχίστε χωρίς να αλλάξει τίποτα. Εάν όμως όχι, τότε πρέπει τώρα να χαραχθεί ο εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός, με συγκεκριμένες δράσεις και στόχους, με μετρήσιμα στοιχεία. Η νέα ΚΟΑ Οπωροκηπευτικών απαιτεί από τη χώρα μας, τώρα, να αποφασίσει για τις κατηγορίες οργανώσεων παραγωγών, τα κριτήρια αναγνώρισης, το εθνικό στρατηγικό σχέδιο, τους δείκτες απόδοσης και τον κατάλογο δράσεων που θα επιλέγονται για χρηματοδότηση από τα επιχειρησιακά προγράμματα».

Στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό

Γενικότερα, το τοπίο της ευρωπαϊκής αγοράς οπωροκηπευτικών σήμερα χαρακτηρίζεται από τις πιέσεις που ασκούνται στην παραγωγή, καθώς, λόγω της υψηλής συγκέντρωσης του λιανεμπορίου, οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ και καταστημάτων discount επηρεάζουν καθοριστικά τη διαμόρφωση των τιμών. Για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο μόνος τρόπος να λυθούν τα διαρθρωτικά προβλήματα του τομέα είναι να ενισχυθεί ο ρόλος των οργανώσεων παραγωγών. Ωστόσο, στην Eλλάδα σήμερα μόλις το 13,2% της συγκέντρωσης της παραγωγής οπωροκηπευτικών, έναντι ενός 33,7% του κοινοτικού μέσου όρου, περνά μέσα από αυτές τις οργανώσεις. Αντίθετα, χώρες όπως το Bέλγιο, η Oλλανδία και η Iρλανδία έχουν κατορθώσει, μέσα από τις οργανώσεις των παραγωγών τους, να συγκεντρώνουν πάνω από το 80% της παραγωγής των οπωροκηπευτικών, διευρύνοντας τις προσβάσεις στις σχετικές αγορές.

Υψηλή παραγωγή, λογικές τιμές

Παρά τις αδυναμίες της, η ελληνική αγορά οπωροκηπευτικών κατατάσσεται στην 1η θέση από άποψη διαθέσιμων ποσοτήτων εγχωρίως παραγομένων φρούτων και λαχανικών ανά καταναλωτή, σύμφωνα με πρόσφατη σχετική έκθεση της Εurostat. Ειδικότερα, η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν ετήσια διαθεσιμότητα στις ντομάτες (58 κιλά), στα σταφύλια (30 κιλά) και στα ροδάκινα (26 κιλά).

Ως προς την αντιστοιχία των συνολικών διαθέσιμων ποσοτήτων γεωργικών προϊόντων -στα οποία εστιάστηκε η έκθεση της Eurostat (μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, σταφύλια, πορτοκάλια, ντομάτες και κουνουπίδια)- με τους Ευρωπαίους καταναλωτές ανά χώρα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση της Ευρώπης των 27 από άποψη ετήσιας κατά κεφαλήν διάθεσης οπωροκηπευτικών, με 180 κιλά. Μάλιστα, οι μέσες τιμές τους το 2006, όπως καταγράφεται στην έκθεση, ήταν περίπου κατά 28% χαμηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου, πράγμα, βέβαια, όχι τόσο εντυπωσιακό, δεδομένων των αποκλίσεων του μέσου ελληνικού εισοδήματος από το μέσο ευρωπαϊκό και της γεωκλιματικής εύνοιας της χώρας, όσον αφορά στην παραγωγή άφθονων και ποιοτικών οπωροκηπευτικών.

Αξίζει να επισημανθεί ότι φθηνότερες αγορές οπωροκηπευτικών από την ελληνική, διαπιστώνει η ίδια έκθεση, είναι της Μάλτας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας και της Βουλγαρίας. 
 
Φαρμάκι γίνονται…

Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές έρευνες καταδεικνύουν προβλήματα στην ποιότητα των ελληνικών φρούτων και λαχανικών, εξαιτίας της αυξημένης χρήσης και των αυξημένων συγκεντρώσεων φυτοφαρμάκων και μυκητοκτόνων. Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (ολοκληρώθηκε το 2005), η χώρα μας κατέχει την πρωτιά στη χρήση μηκυτοκτόνων, με χρήση 6,7 κιλών τέτοιων ουσιών ανά 10 στρέμματα, με την Ιταλία και την Πορτογαλία να ακολουθούν στη δεύτερη και τρίτη θέση, με 6,4 κιλά και 6,2 κιλά αντίστοιχα.
Επίσης, η Ελλάδα έρχεται τρίτη στη χρήση φυτοφαρμάκων, με χρήση 7,4 κιλών δραστικής ουσίας ανά 10 στρέμματα, ενώ η Πορτογαλία καταλαμβάνει την πρώτη θέση, με 8,1 κιλά, και η Ιταλία τη δεύτερη, με 7,7 κιλά.

Σύμφωνα με έρευνα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), οι πατάτες, οι ντομάτες, τα καρότα και τα κρεμμύδια -ιδίως αυτά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπια- είναι τα ελληνικά κηπευτικά, στα οποία εντοπίζονται συχνότερα αυξημένες συγκεντρώσεις φυτοφαρμάκων. ‘Αλλη έρευνα του ΑΠΘ, στην οποία αναλύθηκαν 125 δείγματα εγχώριων και εισαγόμενων λαχανικών, έδειξε ότι το 37% αυτών των προϊόντων περιείχαν ιδιαίτερα τοξικά φυτοφάρμακα, όπως το παραθείο και το μεθυλαπαραθείο.

Επισημαίνεται ότι στην πανευρωπαϊκή έρευνα Comprendo, στην οποία συμμετείχε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως εγχώριος ερευνητικός φορέας, διαπιστώθηκε ότι στη χώρα μας βρέθηκαν καρότα με κατάλοιπα παρασιτοκτόνων έως οκτώ φορές πάνω από τα όρια ασφαλείας, ενώ ανιχνεύθηκαν μεγάλες συγκεντρώσεις φυτοφαρμάκων και σε πατάτες.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 376 του περιοδικού “σελφ σέρβις” (εκδόσεις Comcenter).