Αναγνωρίσιμο εμπορικό σήμα, ποιότητα, συσκευασία και αποτελεσματική διανομή. Αυτά είναι ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, που πρέπει να έχουν τα ελληνικά οπωροκηπευτά για να μπορούν να βρουν καλές θέσεις στα ράφια και τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ. Η τάση επέκτασης της τυποποίησης των εγχώριων οπωροκηπευτικών παραμένει έντονη και ανακλάται στις συνεχείς επενδύσεις των παραγωγών τους στον τομέα της συσκευασίας.

Έτσι, δημιουργούνται ακόμη και μικρά συσκευαστήρια οπωροκηπευτικών από παραγωγούς ή μικρές ομάδες παραγωγών. Για να είναι δυνατή η μείωση του κοστολογίου της συσκευασίας εφαρμόζεται και η πρακτική του direct packaging (άμεσης συσκευασίας), δηλαδή εκπαιδεύονται οι εργάτες που κάνουν τη συγκομιδή, να συσκευάζουν το προϊόν στο χωράφι. Στην ουσία αυτό που απομένει, είναι να μεταφερθούν τα προϊόντα στο συσκευαστήριο, για να περάσουν τη διαδικασία της πρόψυξης-ψύξης πριν αποσταλλούν προς αποθήκευση και διανομή. Η διαδικασία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα οπωροκηπευτικά εκτός της πατάτας, των εσπεριδοειδών, των πυρηνόκαρπων, των μηλοειδών και των ακτινιδίων.

Έτσι, δημιουργούνται ακόμη και μικρά συσκευαστήρια οπωροκηπευτικών από παραγωγούς ή μικρές ομάδες παραγωγών. Για να είναι δυνατή η μείωση του κοστολογίου της συσκευασίας εφαρμόζεται και η πρακτική του direct packaging (άμεσης συσκευασίας), δηλαδή εκπαιδεύονται οι εργάτες που κάνουν τη συγκομιδή, να συσκευάζουν το προϊόν στο χωράφι. Στην ουσία αυτό που απομένει, είναι να μεταφερθούν τα προϊόντα στο συσκευαστήριο, για να περάσουν τη διαδικασία της πρόψυξης-ψύξης πριν αποσταλλούν προς αποθήκευση και διανομή. Η διαδικασία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα οπωροκηπευτικά εκτός της πατάτας, των εσπεριδοειδών, των πυρηνόκαρπων, των μηλοειδών και των ακτινιδίων.

Ισχυρή η παρουσία του κλάδου στο εξωτερικό
Οι εξαγωγές των νωπών φρούτων και λαχανικών κατά το οκτάμηνο του 2016 αυξήθηκαν κατά 31,1% σε όγκο σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2015, φθάνοντας τους 1.194.180 τόνους. Σε αξία αυξήθηκαν κατά 16,9% στα 680,9 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας όμως μειωμένο ρυθμό ανάπτυξης έναντι του πρώτου εξαμήνου του έτους, σύμφωνα και με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής, Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών Incofruit Hellas.

Η σταθερά ενισχυόμενη εξωστρέφεια του κλάδου και η παρουσία του σε ξένες αλυσίδες σούπερ μάρκετ αποτελεί αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι η εγχώρια αγορά οπωροκηπευτικών στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρή. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταναλωτών έχει πληγεί σοβαρά από την οικονομική κρίση και για αυτό η ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου νωπών φρούτων και λαχανικών έχει σε μεγάλο βαθμό επικεντρωθεί στις εξαγωγές.

Αρχικά οι εξαγωγές φρούτων και λαχανικών επεκτάθηκαν στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, καθώς η Ελλάδα προσφερόταν ως προμηθευτής τους λόγω χαμηλού κόστους. Όμως η ύφεση που έπληξε ακόμη και τις πιο εύπορες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε πολλούς από τους καταναλωτές τους στην αναζήτηση χαμηλότερων τιμών. Ωστόσο, μερικές από τις πιο υγιείς ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, που διαθέτουν βελτιωμένη τεχνολογία κι έχουν χτίσει ισχυρά brand name, κερδίζουν πρόσθετη αξία από τα προϊόντα τους. Την ίδια στιγμή οι Έλληνες εξαγωγείς δεν αποθαρρύνθηκαν από την απώλεια της Ρωσίας, που ήταν η μεγαλύτερη αγορά για ορισμένα από τα προϊόντων της γεωργικής μας παραγωγής, αλλά αύξησαν τις πωλήσεις τους όχι μόνο στις χώρες της ΕΕ, αλλά και σε τρίτες χώρες. Στο μεταξύ, οι εξαγωγές και από άλλες προμηθεύτριες χώρες πίεσαν τις τιμές στις αγορές της ΕΕ την περίοδο 2015-16.

Οι επιχειρηματίες του κλάδου θεωρούν ότι η εξαγωγική δραστηριότητα είναι η μόνη λύση διαφυγής από την κρίση και είναι αρκετά ενήμεροι σχετικά με τις ανάγκες των διεθνών αγορών για τα προϊόντα τους. Παρόλα αυτά θεωρούν ότι τόσο ο δημόσιος τομέας εξαιτίας της γραφειοκρατίας του όσο και οι επιφυλάξεις των ξένων για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας εξακολουθούν να λειτουργούν σε κάποιο βαθμό ως ανασταλτικοί παράγοντες στη δουλειά τους. Τα προβλήματά τους, λένε οι επιχειρηματίες, σχετίζονται με τη γραφειοκρατία της κεντρικής διοίκησης (αδειοδοτήσεις, συμμετοχή σε προγράμματα κλπ), ενόσω το κόστος τους (λχ για την ανανέωση των αδειών) έχει ανέβει σημαντικά. Η έλλειψη ρευστότητας και η υψηλή φορολόγηση παραμένουν τα σημαντικότερα προβλήματα του κλάδου, οι περισσότερες επιχειρήσεις του οποίου εδρεύουν στην Κεντρική Μακεδονία.

Νέες τάσεις στην αγορά
Μία καινούργια κατάσταση μπορεί να διαμορφωθεί σταδιακά στην αγορά των οπωροκηπευτικών από την προοπτική διάθεσής τους ακόμη και από αυτόματους πωλητές. Ούτως ή αλλιώς τα τελευταία χρόνια το μερίδιο των σούπερ μάρκετ στην εν λόγω αγορά αυξάνεται συνεχώς, ενόσω διευρύνεται και η ζήτησή τους σε τυποποιημένη μορφή, πράγμα στο οποίο συμβάλλουν οι νέες καταναλωτικές συνήθειες και αντιλήψεις περί ασφάλειας των τροφίμων. Αυτό το διαπιστώνει κανείς από την άνοδο του μεριδίου των σούπερ μάρκετ και, ταυτόχρονα, από την αύξηση της ποικιλίας των τυποποιημένων οπωροκηπευτικών που διαθέτουν τα κλασικά οπωροπωλεία.

Η έμφαση των λιανεμπορικών αλυσίδων στα νωπά φρούτα και λαχανικά διαπιστώνεται από το γεγονός ότι το σχετικό τμήμα στο μέσο κατάστημα καταλαμβάνει περίπου το 20% των ψυγείων και των πάγκων. Επίσης το 15%-20% του χώρου των κεντρικών αποθηκών των αλυσίδων είναι αφιερωμένο σε αυτά, ενώ σχεδόν όλες οι μεγάλες αλυσίδες έχουν επενδύσει στη δημιουργία αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, που εξυπηρετούν αποκλειστικά τη διακίνηση νωπών προϊόντων.

Οι αλυσίδες προκειμένα να εξασφαλίσουν καλύτερες τιμές χονδρικής στην αγορά των οπωροκηπευτικών έχουν παρακάμψει τουλάχιστον ένα μέρος του κυκλώματος της διακίνησής τους. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν προσφύγει σε μεγάλους προμηθευτές με τους οποίους προσυμφωνούν ποσότητες και ποιότητες προϊόντων, καθώς και συσκευασίες, ώστε να περιορίζεται το κόστος διαχείρισης (αποθήκευσης και μεταφοράς).

Ο ρόλος του «ισχυρού παίκτη» που κατέχουν πλέον στην αγορά των οπωροκηπευτικών τα σούπερ μάρκετ, έχει συνέπεια να είναι αυτά που σε μεγάλο βαθμό θέτουν τους όρους. Οι όροι αυτοί δεν αναφέρονται μόνο στην επιλογή των προμηθευτών και στις τιμές, αλλά και στα πρότυπα ασφάλειας και ποιότητας των συνεργαζόμενων παραγωγών με τις λιανεμπορικές αλυσίδες.

Στην Ελλάδα µετά το success story στο γάλα η ιδέα των αυτόματων πωλητών αρχίζει να εξετάζεται και γι’ άλλα προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, τα φρέσκα φρούτα και τα λαχανικά. Ήδη διατίθενται αυτόματοι πωλητές ακόμη και ελληνικής κατασκευής, που μπορεί να πωλούν ταυτόχρονα ένα έως και τρία διαφορετικά προϊόντα, ενώ µε µια µικρή προσαρµογή, µπορούν να πωλούν έως και έξι διαφορετικά, ψυγείου και σε υγρή μορφή. Ωστόσο, απαιτείται ένα ξεκαθάρισμα στο σχετικό θεσμικό πλαίσιο, καθώς σήμερα σαφής εικόνα υπάρχει μόνο για την πώληση του γάλακτος και των τυροκομικών, κι αυτό γιατί υπάρχει ήδη η εμπειρία της ανάπτυξης σχετικών δικτύων αυτόματων πωλητών.