Στη δίνη των αυξήσεων των διεθνών τιμών πετρελαίου κινδυνεύει να βρεθεί η ελληνική οικονομία, καθώς βασικές κατηγορίες αγαθών ευρείας κατανάλωσης απειλούνται με ανατιμήσεις ικανές να "σπρώξουν" τον πληθωρισμό προς τα πάνω. Στο διάστημα που ακολουθεί αναμένεται και νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου στα 85 ή και στα 90 δολάρια το βαρέλι, λένε οι διεθνείς αναλυτές. Για την ώρα η ισχυρή θέση του ευρώ έναντι του δολαρίου απορροφά μέρος των κραδασμών που προκαλεί η διεθνής ανατίμηση του πετρελαίου, αλλά για πόσο; Ο εμπορικός κόσμος ανησυχεί για μια πιθανή έκρηξη ανατιμήσεων προσεχώς.

Η κρίση στις ξένες αγορές διανύει ήδη την ενδέκατη εβδομάδα, με τον «μαύρο χρυσό» να τιμολογείται, ενδοσυνεδριακά, στα 82,51 δολάρια το βαρέλι, προκαλώντας αμηχανία στην επιχειρηματική κοινότητα.

Εκδηλη είναι η αγωνία με την οποία παρακολουθούν τις εξελίξεις οι Ελληνες επιχειρηματίες και τα υψηλόβαθμα στελέχη της εγχώριας αγοράς, που ευελπιστούν στη δημιουργία “αναχωμάτων”, ώστε να αντιμετωπιστούν οι εισαγόμενες πιέσεις και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο των ανεξέλεγκτων ανατιμήσεων σε πλήθος αγαθών ευρείας κατανάλωσης.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις ξένων αναλυτών, το διάστημα που ακολουθεί αναμένεται και νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου στα 85 ή και στα 90 δολάρια το βαρέλι, λόγω της αυξημένης ζήτησης, των περιορισμένων αποδόσεων των διεθνών χρηματιστηρίων και, κατά συνέπεια, της στροφής των funds προς τις αγορές εμπορευμάτων, καθώς και της μείωσης των αποθεμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ.

Φόβοι, άμυνες, πλήγματα

Μόνο αδικαιολόγητοι δεν είναι, λοιπόν, οι φόβοι των εμπόρων για μια πιθανή έκρηξη ανατιμήσεων. Ο κ. Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιά, προ ημερών εκτίμησε ότι στο επόμενο διάστημα θα υπάρξουν ανατιμήσεις έως και 5% λόγω της κρίσης στην αγορά πετρελαίου, ενώ ο κ. Δ. Αρμενάκης, πρόεδρος της ΕΣΕΕ, απέφυγε τις αναφορές επί του θέματος, ώστε να μην τροφοδοτηθούν ανατιμητικές τάσεις στην αγορά.

Από την πλευρά του, γνωστό στέλεχος της βιομηχανίας, στο οποίο απευθυνθήκαμε, εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι επιχειρήσεις θα απορροφήσουν μέρος των ανατιμητικών πιέσεων, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές και ταυτόχρονα να μην αποθαρρύνουν τους καταναλωτές να αγοράζουν αγαθά που ξεφεύγουν από τις καθημερινές ανάγκες τους. Οπως εκτίμησε, από τις αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου περισσότερο θα πληγεί ο κλάδος των μεταφορών και όσες επιχειρήσεις εξαρτώνται σε υψηλό βαθμό από το πετρέλαιο. Ως πιο ευάλωτα αγαθά κατονόμασε τα εισαγόμενα είδη, λόγω της αύξησης του μεταφορικού κόστους, τα αγροτικά προϊόντα για τον ίδιο λόγο και, εξαιτίας της χρήσης του πετρελαίου στα θερμοκήπια, τα πλαστικά και χημικά λόγω της μεγάλης συμμετοχής του πετρελαίου στις πρώτες ύλες τους, όπως επίσης τα καθαριστικά και τα υλικά συσκευασίας για τους ίδιους λόγους.

Ελπίδα το ισχυρό ευρώ

Ελπίδα της εμπορικής και εν γένει της επιχειρηματικής κοινότητας για την εκτόνωση της κρίσης αποτελεί η ισχυρή θέση του ευρώ έναντι του δολαρίου, η οποία προσφέρει δυνατότητες απορρόφησης μέρους των κραδασμών που προκαλούνται από την άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου. Η συγκυρία για την ευρωπαϊκή αγορά παραμένει τους τελευταίους μήνες ευνοϊκή, με την ισοτιμία του δολαρίου έναντι του ευρώ να έχει πλέον διαμορφωθεί στο 1,4 -καταγράφοντας ιστορικά χαμηλό ρεκόρ. Από την άλλη, βέβαια, το ισχυρό ευρώ πλήττει τις ελληνικές εξαγωγές…

“Ανάχωμα” από το τραπεζικό σύστημα

Την εκτόνωση της κρίσης επιδιώκουν, επίσης, το αμερικανικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Ηδη στην αμερικανική αγορά η Fed μείωσε τα επιτόκιά της κατά 0,50%, προκειμένου να τονώσει την οικονομία και να διευκολύνει την αγορά δανείων, αντιμετωπίζοντας την τελευταία πιστωτική κρίση. Σημειώνεται ότι η εν λόγω μείωση, η πρώτη μετά από τέσσερα χρόνια, χαρακτηρίζεται επιθετική δεδομένου ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα ξεπερνούσε το 0,25%.

Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη εκτιμάται ότι οι πιθανότητες να αυξηθεί το επιτόκιο του ευρώ έως τέλος του έτους, όπως αρχικά προγραμματίζονταν, είναι περιορισμένες. Στην Ελλάδα κύκλοι της βιομηχανίας υποστηρίζουν ότι, εφόσον καταγραφεί πτώση των επιτοκίων, οι επιχειρήσεις θα οδηγηθούν σε μείωση του εταιρικού κόστους που προκαλεί ο μακροπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός. Ετσι, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις που δέχονται από τις αυξήσεις των διεθνών τιμών του μαύρου χρυσού, ανακόπτοντας τις πληθωριστικές τάσεις.