Απευθύνεται σε μικρούς καταναλωτές, αλλά αποδεικνύεται τεράστια. Πρόκειται για την αγορά των καταναλωτικών αγαθών για παιδιά. 'Ερευνες δείχνουν ότι η ζήτησή της έχει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Υπολογίζεται ότι μόνο στην αγορά των παιδικών τροφίμων ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης κυμαίνεται μεταξύ 8% και 12%, ενώ σε άλλες κατηγορίες, όπως στα παιδικά είδη ένδυσης-υπόδησης, η αγορά κινείται με ανοδικούς ρυθμούς της τάξης του 5% έως 10%. Στην αγορά των παιχνιδιών τα πράγματα είναι πιο σταθερά, καθώς τα τελευταία χρόνια δεν διαπιστώνεται αύξηση των συνολικών της πωλήσεων, οι οποίες κυμαίνονται στα 350 εκατ. ευρώ. Πάντως, η υπογεννητικότητα δεν κάμπτει τις πωλήσεις της.

‘Οπως μάλιστα λένε, οι λιλιπούτειοι καταναλωτές είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί, αλλά όταν κερδίζονται -αυτοί και οι γονείς τους-, γίνονται ιδιαίτερα πιστοί, γεγονός που κατατάσσει διεθνώς την βιομηχανία παιδικών ειδών στις δυναμικότερες της παγκόσμιας αγοράς.

Η ελληνική αγορά παιδικών ειδών κινείται ανοδικά και, όπως τονίζουν οι εκπρόσωποι των εταιρειών του τομέα, αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι γεννήσεις στη χώρα μας μειώνονται. Οι γονείς, οι παππούδες, οι φίλοι και οι συγγενείς αγοράζουν όλο και περισσότερα παιδικά προϊόντα είτε αυτά είναι παιχνίδια είτε ρούχα ή παπούτσια είτε τρόφιμα. ‘Ερευνες δείχνουν ότι η ζήτηση του παιδικού καταναλωτικού κοινού έχει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Υπολογίζεται ότι μόνο στην αγορά των παιδικών τροφίμων ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης κυμαίνεται μεταξύ 8% και 12%, ενώ σε άλλες κατηγορίες, όπως στα είδη ένδυσης-υπόδησης, η αγορά κινείται με ανοδικούς ρυθμούς της τάξης του 5% έως 10%.

Στην αγορά των παιχνιδιών τα πράγματα είναι πιο σταθερά, καθώς τα τελευταία χρόνια δεν διαπιστώνεται αύξηση των συνολικών πωλήσεων, οι οποίες κυμαίνονται στα 350 εκατ. ευρώ. Πάντως, η υπογεννητικότητα, όπως επισημαίνεται, δεν κάμπτει τις πωλήσεις παιχνιδιών.

Γεύσεις για παιδιά μόνο

Από τα ράφια των σούπερ μάρκετ, τα ψυγεία των περιπτέρων μέχρι και τα μενού των φαστ φουντ, τα τρόφιμα που απευθύνονται αποκλειστικά σε παιδιά φαίνεται ότι αποτελούν το νέο όπλο της βιομηχανίας τροφίμων για την κατάκτηση σίγουρης πελατείας. Το δείχνει η εντυπωσιακή αύξηση των πωλήσεών τους τα τελευταία χρόνια. Τα προϊόντα στον κόσμο των «junior» και των «kid» ποικίλλουν σε γεύσεις και είδη. Γάλατα, γιαούρτια και τυριά, σοκολάτες και μπισκότα, σνακ αλλά και πλήρη γεύματα junior, σε δελεαστικές πολύχρωμες συσκευασίες με δωροεκπλήξεις, είναι οι προτάσεις των βιομηχανιών τροφίμων στους καταναλωτές των τρυφερών ηλικιών, που ακολουθούν τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής, αρχίζοντας την ημέρα τους, ίσως, με γάλα και δημητριακά για παιδιά, συνεχίζουν τρώγοντας… Σκρουτζ Μακ Ντακ με γεύση σοκολάτας και, αν πείσουν τους γονείς, μπορεί να γευματίσουν στο κοντινό φαστφουντάδικο.

Μόνο για τα παιδικά γιαούρτια οι ελληνικές οικογένειες το 2004 ξόδεψαν 50 εκατ. ευρώ. Τρία χρόνια αργότερα, το 2007, ο τζίρος τους ξεπέρασε τα 100 εκατ. ευρώ!

Μικρά νούμερα-μεγάλα κέρδη

Η αγορά ένδυσης-υπόδησης των μικρών παιδιών είναι ιδιαίτερα μεγάλη, λένε οι επιχειρηματίες που επενδύουν σε αυτήν. Υπολογίζεται ότι μόνο οι “μεγάλοι” του κλάδου μοιράζονται περίπου 800-900 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Στην αγορά αυτή όλο και περισσότερο τα μεμονωμένα καταστήματα δίνουν τη θέση τους σε επώνυμες αλυσίδες, που προσθέτουν συνεχώς νέους κρίκους στα δίκτυά τους ανά την Ελλάδα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια στην συγκεκριμένη αγορά μπήκαν και οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, φιλοξενώντας στα υπερκαταστήματά τους εξειδικευμένα τμήματα ρούχων και παιχνιδιών που, όπως λέγεται, πραγματοποιούν σημαντικό τζίρο.

Πάντως, στο λιανεμπόριο παιδικών ειδών ένδυσης και υπόδησης η ζήτηση επώνυμων και ακριβών προϊόντων φαίνεται ότι βρίσκεται σε ανοδική πορεία, δημιουργώντας μια νέα αγορά, παρά τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος εξαιτίας της υπογεννητικότητας στη χώρα. Είναι χαρακτηριστική η πορεία της συγκεκριμένης αγοράς τη φετινή σεζόν. Ενώ η επονομαζόμενη “μεσαία αγορά” ένδυσης-υπόδησης, η οποία απευθύνεται σε πελάτες μεσαίου εισοδήματος, είναι “πεσμένη”, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η “υψηλή αγορά” κινείται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, γεγονός που προσελκύει το επιχειρηματικό επενδυτικό ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Folli-Follie, η οποία ενδιαφέρεται να μπει στη συγκεκριμένη αγορά συζητώντας πιθανή συνεργασία με την Lapin, η ίδρυση εταιρείας από την εταιρεία παιχνιδιών AS, η οποία δημιούργησε την Κοσμοκίντ, που θα δραστηριοποιείται στη χονδρική και λιανική παιδικών ειδών ένδυσης-υπόδησης, όπως και η δραστηριοποίηση της εταιρείας υπόδησης Καλογήρου στο παιδικό παπούτσι, με αυτόνομα καταστήματα.

Μάχες για τα μερίδια στο παιχνίδι

‘Οσο για την παραδοσιακή παιδική αγορά, αυτή των παιχνιδιών, όπου τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από άποψη ετήσιου τζίρου, εφόσον έχει σταθεροποιηθεί στα 350 εκατ. ευρώ, το επιχειρηματικό “παιχνίδι” έγκειται πλέον στο ποιος θα εξασφαλίσει το μεγαλύτερο μερίδιο.

Τα μεμονωμένα παιχνιδάδικα σημειώνουν απώλειες προς όφελος των πολυκαταστημάτων παιχνιδιών, τα οποία με την σειρά τους βρίσκονται -τουλάχιστον στις περιόδους των μεγάλων γιορτών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα- σε ανταγωνισμό με τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Οι αλυσίδες των καταστημάτων παιχνιδιών κατέχουν σήμερα μερίδιο 40% στην αγορά του παιχνιδιού, το οποίο χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται, οι αλυσίδες των σούπερ μάρκετ επεκτείνουν το μερίδιό τους σε αυτή έως 30% τις περιόδους των γιορτών, ενώ το υπόλοιπο μοιράζεται στα διάσπαρτα μικρά καταστήματα λιανικής, που νοιώθουν όλο και εντονότερα τον ανταγωνισμό των μεγάλων εις βάρος τους.