Στις τεράστιες φάρμες της περιφέρειας Γιουνάν στη νοτιοδυτική Κίνα οι εργαζόμενοι σε ειδικές μονάδες πληρώνονται 25 δολάρια τον μήνα για να συλλέγουν τριαντάφυλλα από απέραντα θερμοκήπια, να τα καθαρίσουν από τα αγκάθια και τα φύλλα τους με τα χέρια και να τα τυλίγουν σε χαρτί ή πλαστικό, έτοιμα προς εξαγωγή. Τα τριαντάφυλλα χωρίς αγκάθια και πολλά φύλλα είναι ελαφρότερα και, συσκευασμένα, καταλαμβάνουν μικρότερο όγκο μειώνοντας το κόστος της αερομεταφοράς.

Πρόσφατα, ξεκίνησαν οι οργανωμένες εξαγωγές στις ΗΠΑ και μερικά από τα λουλούδια κατέληξαν στο Λος ‘Αντζελες, σε συσκευασίες δώρων μαζί με μπουκάλια κρασιού, ενώ κάποια άλλα θα ταξιδέψουν μέχρι την Ολλανδία για να πωληθούν σε δημοπρασία. Στη χώρα της τουλίπας, παρά την… εθνική περηφάνια για τα ανθοκομικά εγχώρια προϊόντα, τίποτε δεν περιορίζει τη ζήτηση φθηνών κινεζικών λουλουδιών. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει σε όλον τον κόσμο, γιατί όχι και στην Ελλάδα.

Η κίτρινη εισβολή

Αν πριν από μερικά χρόνια κάποιος έλεγε ότι «θα έρθει η ώρα που οι ‘Ελληνες θα βάζουν στο πιάτο τους ντολμαδάκια φτιαγμένα σε κάποια μακρινή επαρχία της Κίνας, ή ότι τα φιστίκια Αιγίνης θα έρχονται αεροπορικώς από το… Πεκίνο», το λιγότερο, θα τον έπαιρναν για τερατολόγο. Αλλά στην πραγματικότητα σήμερα αυτό ακριβώς συμβαίνει. Στα σπίτια πλέον των περισσότερων Ελλήνων λειτουργούν ηλεκτρικές συσκευές, παιχνίδια, ρούχα και έπιπλα «made in China». Πολύ περισσότερο, η κινεζική εισβολή δεν σταμάτησε εδώ. Μέσα στο 2007 οι συμπατριώτες μας έφαγαν 7,5 τόνους κινέζικα ντολμαδάκια και μαγείρεψαν χιλιάδες τόνους όσπρια από την χώρα του «κόκκινου δράκου».

Μεγάλη ώθηση στις εισαγωγές τέτοιων προϊόντων έδωσε η λειτουργία -από τις 9 Απριλίου του 2006- απευθείας εμπορικής ναυτιλιακής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Κίνας, αλλά και το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Κινέζων, που προσαρμόζουν την παραγωγή τους στις ανάγκες και στις συνήθειες ενός εκάστου λαού, με στόχο να αυξήσουν το εμπορικό τους πλεόνασμα. ‘Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία των ελληνικών τελωνείων, ένα εκατομμύριο τόνοι τροφίμων έφτασαν στη χώρα μας από την Κίνα μόνο μέσα στο 2007, όταν το αντίστοιχο μέγεθος το 2005 ήταν έως 40% μικρότερο.

Απίστευτο και όμως αληθινό: Το πιο δημοφιλές κινέζικο προϊόν που καταναλώνεται στη χώρα μας είναι τα φιστίκια… Αιγίνης! Μόνο μέσα σε έναν μήνα, τον Ιανουάριο του 2007, είχαν φτάσει στη χώρα μας 112.954 κιλά φιστίκια, σύμφωνα με τα στοιχεία της Νομαρχίας Πειραιά. Επίσης, τον Απρίλιο του 2007 εισήχθησαν από την Κίνα 20.000 κιλά κατεψυγμένο κουνουπίδι και 22.500 κιλά σκόρδα, ενώ στο δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου της περασμένης χρονιάς εισήχθησαν 40.000 κιλά κατεψυγμένες μπάμιες! Τον Δεκέμβριο εισήχθησαν 33.000 κιλά ρίγανη, 8.680 κιλά σκόρδο και άλλα 28.000 κιλά διάφορα μπαχαρικά.

Το μοναδικό τρόφιμο που δεν εισάγεται πλέον, αν και στο παρελθόν γίνονταν εισαγωγές του, είναι το… ρύζι, κι αυτό διότι οι Κινέζοι παραγωγοί καλλιεργούν μεταλλαγμένο ρύζι, η εισαγωγή του οποίου απαγορεύεται στην ΕΕ.
«Τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα προς το λιμάνι του Πειραιά έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά», επισημαίνει ο νομάρχης Πειραιά, κ. Γιάννης Μίχας. «‘Ερχονται προϊόντα κάθε είδους. Για παράδειγμα, μόνο τον Ιανουάριο του 2007 εισήχθηκαν στην Ελλάδα από το λιμάνι του Πειραιά 198.000 κιλά κινέζικα φασόλια. Συνολικά, πέρυσι έφτασαν στη χώρα μας από τη Κίνα 2.765 τόνοι φασόλια». ‘Ομως, όπως λέει ο κ. νομάρχης, ο οποίος είναι αρμόδιος για τους έλεγχους των τροφίμων στο λιμάνι του Πειραιά, «οι έλεγχοι λίγες φορές εντόπισαν ακατάλληλα τρόφιμα από τη μακρινή αυτή χώρα».

Εμπορικό έλλειμμα 1,69 δισ. ευρώ

Οι εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στην Ελλάδα ήταν και -όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία- παραμένουν υπερδιπλάσιες των ελληνικών εξαγωγών. Την περίοδο 2000-2006 έφτασαν τα 1,82 δισ. ευρώ, με το 80% των εισαγόμενων προϊόντων να αφορά σε μεταποιημένα προϊόντα.

Αν και τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των ελληνικών εξαγωγών προς την Κίνα -περίπου 124 εκατ. ευρώ το 2006, έναντι μόλις 33 εκατ. ευρώ το 2000-, εντούτοις το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας με την Κίνα όχι μόνο παρέμεινε ελλειμματικό, αλλά το έλλειμμα εμφανίζεται διευρυμένο κατά 1,69 δισ. ευρώ, έναντι 724 εκατ. ευρώ το 2000. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και το 2007, οπότε, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο εννεάμηνο του 2007 ήταν αυξημένο κατά 12,8% (26,41 δισ. ευρώ), έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2006.

Η συνολική αξία των εισαγωγών κινεζικών προϊόντων κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου του 2007 ανήλθε στο ποσό των 41,36 δισ. ευρώ, έναντι 37,86 δισ. ευρώ το εννεάμηνο του 2006, παρουσιάζοντας αύξηση 9,2%. Αντίστοιχα, η συνολική αξία των εξαγωγών μας προς την Κίνα το εννεάμηνο πέρυσι ανήλθε στο ποσό των 12,667 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 2,7% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2006.

Σημειώνουμε ότι μέσα στο διάστημα 2000-2006 η Κίνα «σκαρφάλωσε» στην 6η θέση μεταξύ των χωρών που πραγματοποιούν τις περισσότερες εξαγωγές προς την Ελλάδα από την 10η θέση που κατείχε στην αρχή της περιόδου. Τα βασικότερα προϊόντα «made in China» που εισάγονται στην ελληνική αγορά αφορούν σε παιχνίδια, είδη ένδυσης και υπόδησης, έπιπλα, είδη ταξιδιού, ηλεκτρικές συσκευές, φωτιστικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό και εργαλεία. Για την ώρα, οι εισαγόμενες ποσότητες κινεζικών τροφίμων στην Ελλάδα είναι ακόμη σχετικά περιορισμένες, αλλά τα τελευταία χρόνια εμφανίζουν σταθερά αύξουσα δυναμική. Η «χώρα του κόκκινου δράκου» αναλαμβάνει πια και τη διατροφή μας.

Το κινεζικό «χτυπά» την ΕΕ

Φυσικά, τα κινεζικά προϊόντα δεν έχουν στόχο μόνο την αγορά της Ελλάδας στην ΕΕ. Η Κίνα, ενώ το 2000 ήταν ο τέταρτος σε μέγεθος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, ήδη από το 2003 έχει αναρριχηθεί στη δεύτερη θέση, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Μεταξύ του 2000 και του 2006 το εμπόριο προϊόντων ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ και την Κίνα αυξήθηκε περισσότερο από 150%, ενώ η αξία των ευρωπαϊκών εξαγωγών έφτασε τα 64 δισ. ευρώ το 2006, έναντι 26 δισ. ευρώ το 2000. Αντίθετα, η αξία των εισαγωγών κινεζικών προϊόντων σχεδόν τριπλασιάστηκε και διαμορφώθηκε το 2006 στα 195 δισ. ευρώ, έναντι 75 δισ. ευρώ το 2002. Είναι χαρακτηριστικό είναι ότι το 2006 η Κίνα αντιπροσώπευε το 6% των εξαγωγών της ΕΕ και το 14% των εισαγωγών της.

Μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, το 2006 η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας προς την Κίνα (27 δισ. ευρώ) και ακολουθούσε η Γαλλία (8 δισ. ευρώ) και η Ιταλία (6 δισ. ευρώ). Η Γερμανία ήταν, επίσης, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας κινεζικών προϊόντων (43 δισ. ευρώ), ενώ την ακολουθούσε η Ολλανδία (31 δισ. ευρώ). Σημειώνουμε ότι το 2006 όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ εμφάνισαν εμπορικά ελλείμματα με την Κίνα. Τα μεγαλύτερα διαπιστώθηκαν στην Ολλανδία (-28 δισ. ευρώ) και στη Βρετανία (-24 δισ. ευρώ).

Σημειώνουμε, επίσης, ότι το 2006 περισσότερο από το ήμισυ των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς την Κίνα αφορούσε σε προϊόντα μηχανολογικού εξοπλισμού και αυτοκίνητα, ενώ οι βασικές εισαγωγές της ΕΕ από την Κίνα αφορούσαν σε υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και ψηφιακές φωτογραφικές κάμερες.

Η ασφάλεια είναι υπόθεση και των εισαγωγέων

‘Εως και το 50% των επικίνδυνων ηλεκτρικών συσκευών ή άλλων προϊόντων που εντοπίζονται στις αγορές της ΕΕ είναι κινεζικής προέλευσης. Σύμφωνα με τον δείκτη Rapex της ΕΕ, το 85% των παιχνιδιών που αποσύρθηκαν το 2007, είτε γιατί δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που θέτει η ‘Ενωση είτε γιατί κρίθηκαν επικίνδυνα για την ασφάλεια των παιδιών, ήταν από την Κίνα. «Το να ρίχνουμε, όμως, όλη την ευθύνη στους Κινέζους είναι άδικο», λέει παράγοντας του Υπουργείου Ανάπτυξης προσθέτοντας: «Για παράδειγμα, στις ηλεκτρικές συσκευές την ευθύνη την έχει και ο εισαγωγέας, σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΕ… Οι έλεγχοι, δυστυχώς, γίνονται δειγματοληπτικά, συνεπώς η κοινωνική ευθύνη του επιχειρηματία παίζει σημαντικό ρόλο».

Πριν στείλουν τα προϊόντα τους στις Δυτικές αγορές τόσο οι Κινέζοι παραγωγοί όσο και οι εταιρείες που παραγγέλνουν προϊόντα σε κινεζικά εργοστάσια πρέπει να παίρνουν πιστοποιητικό ελέγχου ποιότητας από κάποιο διαπιστευμένο εργαστήριο στην Κίνα. Στην πράξη, λένε άνθρωποι της αγοράς, «τα πιστοποιητικά αυτά πολλές φορές δίνονται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός έλεγχος. Η κατάσταση είναι κυριολεκτικά δραματική, όταν πρόκειται για χύμα προϊόντα ή για αντίγραφα επώνυμων μαρκών».

«Ο ‘Ελληνας καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει ότι για κάθε Κινέζο εξαγωγέα υπάρχει ένας Ευρωπαίος εισαγωγέας, που -κυρίως αυτός- είναι υποχρεωμένος να τηρεί την ευρωπαϊκή νομοθεσία», τονίζει η κυρία Ευαγγελία Κεκελέκη, γενική γραμματέας του Κέντρου Προστασίας Καταναλωτή (ΚΕΠΚΑ). ‘Ομως, τι κι αν επιβάλλεται κάθε εισηγμένο προϊόν να φέρει τα στοιχεία του διακινητή του; Χιλιάδες είδη κυκλοφορούν χωρίς ενδείξεις. Την ίδια ώρα στην ΕΕ συζητείται η επιβολή κυρώσεων στις εταιρείες που λανσάρουν επικίνδυνα προϊόντα -«μόνον έτσι είναι σίγουρο ότι θα τα ελέγχουν πριν τα κυκλοφορήσουν», υποστηρίζουν ορισμένοι. Πολύ περισσότερο, αφού, όπως διαπιστώνεται, μόλις 10 στα 100 προϊόντα, για τα οποία οι προμηθευτές τους ανακοινώνουν την απόσυρσή τους, επιστρέφουν στα χέρια τους.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμα της 26ης Σεπτεμβρίου 2007 για την ασφάλεια των παιχνιδιών, καλεί τα κράτη-μέλη της ‘Ενωσης να ενισχύσουν την συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών και της Κίνας, που συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγάλων εξαγωγέων προς την ΕΕ, και ειδικότερα με την Γενική Υπηρεσία Ποιοτικής Εποπτείας, Ελέγχου και Καραντίνας της Κίνας, παρέχοντάς τους τεχνική βοήθεια, ώστε να εφαρμόζονται οι κανόνες υγείας και ασφάλειας.

Τέλος τα φθηνά απ’ την Κίνα;

Οι δυτικές φίρμες «made China» δεν έχουν πλέον πολλές επιλογές. Κάνουν πίσω, δείχνοντας έτοιμες να πληρώσουν περισσότερα στους Κινέζους παραγωγούς, ώστε να διασφαλίσουν ένα minimum αποδεκτής ποιότητας για τα προϊόντα τους. ‘Ενα μέρος της σχετικής αύξησης του κόστους τους περνά στους καταναλωτές. Η αμερικανική Μattel, που έγινε στόχος επικρίσεων λόγω των ανακλήσεων παιχνιδιών της -ανακλήσεων που πέρυσι της κόστισαν περί τα 30 εκατ. δολάρια- ανακοίνωσε πως το κόστος παραγωγής της το πρώτο εξάμηνο του 2007 αυξήθηκε κατά 8%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2006. Εξάλλου, η αύξηση του κόστους των υλικών, λόγω της ανόδου τιμών του πετρελαίου, αλλά και της εργασίας στην Κίνα επηρεάζει πλέον σχεδόν όλους του κλάδους παραγωγής.

Μερικά από τα προβλήματα που εντοπίζονται στην ποιότητα κινεζικών προϊόντων οφείλονται στις φθηνές και κακής ποιότητας πρώτες ύλες, στην έλλειψη στάνταρ παραγωγής, στον πρόχειρο σχεδιασμό των προϊόντων και στις πιέσεις των παραγγελιοδόχων δυτικών εταιρειών να παραλαμβάνουν το συντομότερο και σε μεγάλες ποσότητες. Στις ΗΠΑ πρόσφατα ανακλήθηκαν μεγάλες ποσότητες ακατάλληλων τροφίμων κινεζικής προέλευσης -ανάλογα περιστατικά σημειώνονται καθημερινά στην Ευρώπη.

Το αρνητικό κλίμα που δημιουργείται διεθνώς για την ποιότητα των κινεζικών προϊόντων θορύβησε την κινεζική κυβέρνηση, η οποία φοβάται την απώλεια του κινεζικού πλεονεκτήματος, ενός εμπορικού πλεονάσματος της τάξης των 250 δισ. δολαρίων -δηλαδή, όσο περίπου το ΑΕΠ της Ελλάδας. ‘Ετσι, σχεδιάζει επενδύσεις 1,1 δισ. δολαρίων έως το 2010 για τη δημιουργία, μεταξύ των άλλων, στρατιάς ελεγκτών που θα αναλάβει το «κρησάρισμα» της κινεζικής παραγωγής προϊόντων που προορίζονται για τις διεθνείς αγορές, ώστε να διασφαλιστεί η ελάχιστη απαιτούμενη ποιότητά τους.