Ένας από τους πιο δυναμικούς τομείς της εγχώριας παραγωγής τροφίμων, τα φρέσκα οπωροκηπευτικά, καθώς και η αποτελεσματική προώθηση τους, τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στο εξωτερικό, επανέρχεται στο προσκήνιο και μάλιστα αρχίζει να αναπτύσσεται με πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο, σε σχέση με το παρελθόν.

Η ελληνική ταυτότητα των φρέσκων οπωροκηπευτικών αξιοποιείται όλο και περισσότερο και με αυτήν ως διαπιστευτήριο ποιότητας επιδιώκεται να κατακτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο πωλήσεων μέσα στις λιανεμπορικές αλυσίδες. Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός εκθεσιακός φορέας, η ΔΕΘ-Helexpo οργανώνει ένα νέο εκθεσιακό προϊόν σχετικό με τον τομέα των φρέσκων φρούτων και λαχανικών. Η νέα έκθεση θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 2015 και θα αναφέρεται στη διακίνηση των φρέσκων οπωροκηπευτικών της ευρύτερης περιοχής προς την παγκόσμια και την εσωτερική αγορά. Το όνομα της έκθεσης είναι Freskon και αφορά κυρίως στις αγορές των Βαλκανίων (Σερβία, Σκόπια, Βουλγαρία, Ρουμανία και Αλβανία), της ΝΑ Μεσογείου (Αίγυπτο, Ισραήλ, Λίβανο και Κύπρο), της Ευρώπης, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τις Παρευξείνιες περιοχές και την Τουρκία. Σε αυτό το νέο εκθεσιακό γεγονός αναμένεται πως θα συμμετάσχουν εταιρείες φρέσκων φρούτων και λαχανικών, βιολογικών προϊόντων, υλικών συσκευασίας, αλυσίδες σούπερ μάρκετ, έμποροι λιανικής κα..

Το ζήτημα των δικτύων διανομής και των κεντρικών αγορών τροφίμων, με έμφαση στα φρέσκα τρόφιμα, όπως τα οπωροκηπευτικά, απασχόλησε τις εργασίες του συνεδρίου της Παγκόσμιας Ένωσης Αγορών Χονδρεμπορίου, που έγινε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 14 και 16 Μαΐου. Το συνέδριο διοργάνωσε η Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (ΚΑΘ), με βασικό σκοπό να παρουσιαστούν οι τάσεις και οι προοπτικές του ρόλου των αγορών στη σημερινή συγκυρία, αναδεικνύοντας τα μείζονα θέματα της παραγωγής και της διακίνησης των τροφίμων. Η Παγκόσμια Ένωση Αγορών Χονδρεμπορίου έχει ως μέλη της κεντρικές αγορές 42 χωρών και δραστηριοποιείται στον τομέα της διεθνούς ανταλλαγή πληροφοριών, σχετικά με τις αγορές χονδρικής και λιανικής, με σκοπό τη βελτίωση της κατασκευής τους, την οργάνωση και τη διαχείριση.

Κινεζικό ενδιαφέρον Με αφορμή τη συμμετοχή του στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης, ο Κινεζικός Σύνδεσμος Χονδρεμπορικών Αγορών Αγροτικών Προϊόντων εξέφρασε το ενδιαφέρον του για την αγορά χονδρικού εμπορίου αγροτικών προϊόντων στη χώρα μας και την πρόθεση να διερευνηθούν οι δυνατότητες μελλοντικών συνεργασιών. Μάλιστα, εκπρόσωποι του συνδέσμου επισκέφθηκαν την ελληνική πρεσβεία, προκειμένου να ενημερωθούν για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της ελληνικής αγοράς. Παράλληλα, στο πλαίσιο του συνεδρίου, πραγματοποιήθηκαν επιχειρηματικές συναντήσεις με στελέχη του χονδρεμπορίου και από άλλες χώρες (Πολωνία, Τουρκία, Βουλγαρία κα).

Εξάλλου, η προώθηση των πωλήσεων ελληνικών προϊόντων, όπως τα φρέσκα οπωροκηπευτικά, και η διείσδυση τους στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αποτέλεσε και το αντικείμενο έρευνας, που εκπόνησε το Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας, προκειμένου να καταγραφεί πόσα από τα προϊόντα που μπαίνουν στα ράφια των λιανεμπορικών αλυσίδων παράγονται στη χώρα μας, σε αριθμό και σε αξία. Τα καταστήματα στα οποία έγιναν μετρήσεις και διαμορφώθηκε το δείγμα είναι των αλυσίδων ΑΒ Βασιλόπουλος, Μαρινόπουλος, Αφοί Βερόπουλοι, Μασούτης και Lidl (καταστήματα στη Θεσσαλονίκη). Συνολικά μετρήθηκαν περισσότερα από 120 είδη (δύο προϊόντα ανά είδος, δηλαδή 240).

Η πρώτη καταγραφή έγινε μεταξύ 25 και 27 Νοεμβρίου πέρυσι και η δεύτερη μεταξύ 21 και 23 τον Ιανουάριο φέτος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 74% των προϊόντων επί του συνόλου των 240 είναι ελληνικής προέλευσης στη Μασούτης, 71% στην Carrefour Μαρινόπουλος, 70% στην Αφοί Βερόπουλοι, 67% στην ΑΒ Βασιλόπουλος και 52% στα Lidl. Επίσης, κατά το 70% σε ό,τι αφορά την αξία των 240 προϊόντων είναι ελληνικής προέλευσης, τόσο στη Μασούτης όσο και στην Μαρινόπουλος. Ακολουθούν με 68% οι Αφοί Βερόπουλοι, με 63% η ΑΒ Βασιλόπουλος και 55% τα Lidl. Τη μεγαλύτερη ποικιλία διαπιστώθηκε στην Μαρινόπουλος, όπου μόνο το 15% των ειδών δεν είναι ελληνικής προέλευσης και σε αξία το 14%. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η Lidl, όπου τα είδη ξένης προέλευσης κατέχουν το 35% σε όγκο και το 30% σε αξία.