Εγγενείς αδυναμίες παρουσιάζει η ελληνική αγορά ελαιολάδου, όπου οι παραγωγοί δεν επενδύουν με στόχο τη βελτίωση του προϊόντος τους, και οι καταναλωτές δεν κατέχουν βασικά χαρακτηριστικά του ποιοτικού ελαιολάδου. Μάλιστα, η κατάσταση αυτή διαπιστώνεται σε μία αγορά που έρχεται πρώτη στον κόσμο στην κατά κεφαλή κατανάλωση ελαιολάδου.

‘Οπως επισημάνθηκε σε πρόσφατη σχετική εκδήλωση στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής, από τους 400.000 τόνους ελαιολάδου που παράγεται στην Ελλάδα οι 200.000-250.000 τόνοι καταναλώνονται εγχωρίως, εκ των οποίων οι 60.000 σε χύμα μορφή, χωρίς να έχουν υποστεί τους απαραίτητους ελέγχους. Επιπλέον, από τους 120.000 τόνους που κατευθύνονται στο εξωτερικό, το 95% εξάγεται σε χύμα μορφή -κυρίως στην Ιταλία. Φυσικό επακόλουθο είναι ότι, εξαιτίας της περιορισμένης τυποποίησης του προϊόντος, η προστιθέμενη αξία και τα περιθώρια κέρδους του -κυρίως για λογαριασμό των μικρών επιχειρήσεων του κλάδου και των ελαιοπαραγωγών- είναι μικρά.

Τα ζητήματα της προώθησης και της αναβάθμισης του ελληνικού ελαιολάδου ξεκινούν από τα ελαιουργεία. Εκεί η τελική ποιότητά του καθορίζεται σε ποσοστό μέχρι 30%, οπότε επιβάλλεται η πιστοποίηση αυτών των μονάδων κατά HACCP.

Την ίδια στιγμή και ο ‘Ελληνας καταναλωτής δεν είναι επαρκώς πληροφορημένος για τη διαβάθμιση της ποιότητας στο ελαιόλαδο. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε το τμήμα Χημείας του ΑΠΘ, οι ‘Ελληνες καταναλωτές χρησιμοποιούν επίθετα, όπως “παραδοσιακό” (59%), “γνήσιο” (53%) και “αυθεντικό” (38%), προκειμένου να αξιολογήσουν ποιοτικά το ελαιόλαδο, αλλά τα επίθετα αυτά στερούνται περιεχομένου.

Η ελληνική ελαιοκαλλιέργεια, όπως τονίστηκε στην εκδήλωση, πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, υιοθετώντας τις εναλλακτικές μορφές καλλιέργειας, που είναι φιλικές προς το περιβάλλον, ενώ η δευτερογενής μεταποίηση πρέπει να επενδύσει σοβαρά, ώστε να παράγει πιστοποιημένα προϊόντα με μικρό κόστος, δημιουργώντας ελληνικά brand names, προκειμένου να είναι αποτελεσματικότερη η προώθηση του προϊόντος σε νέες διεθνείς αγορές.