Η ανακήρυξη του 2008 ως “‘Ετους Φέτας”, όπως εκτιμάται, δεν έχει αποφέρει τα αναμενόμενα όσον αφορά την περαιτέρω εξαγωγική διείσδυση του προϊόντος, το οποίο μπορεί μεν να προστατεύεται από την κοινοτική νομοθεσία προς όφελός μας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει κάποιους από τους εγχώριους παραγωγούς του να το πωλούν σε μεγάλες ποσότητες στην Ευρώπη, μέσω χονδρεμπόρων, ανωνύμως και σε τιμές “σκοτωμένες”! ‘Ετσι, οι πρωτοβουλίες για τη συντονισμένη προώθηση της επώνυμης φέτας βάλλονται εκ των έσω.

Εντύπωση, πάντως, προκαλεί και το γεγονός ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης επέλεξε να πραγματοποιήσει διαφημιστική καμπάνια για τη φέτα και εντός Ελλάδας, πράγμα άσκοπο, εφόσον η εγχώρια κατά κεφαλήν κατανάλωση φέτας είναι η μεγαλύτερη σε όλο τον κόσμο. Σημειώνουμε ότι στην Ελλάδα η ετήσια κατά κεφαλή κατανάλωση φέτας φτάνει τα 12 κιλά, ενώ η κατανάλωσή της καλύπτει περίπου το 60% των αναγκών του μέσου καταναλωτή σε τυριά, πράγμα που δεν συμβαίνει με κανένα άλλο τυρί σε παγκόσμια κλίμακα.

Η κατοχύρωση της ελληνικότητας της φέτας, μετά από διαπραγματεύσεις και δικαστικές διαμάχες που διάρκεσαν 13 χρόνια, αναμφισβήτητα αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία για τον κλάδο που την παράγει, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την αύξηση των ελληνικών εξαγωγών φέτας έως και 20%. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει την κάθετη αύξηση της παραγωγής πρώτης ύλης, καθώς η παγκόσμια ζήτηση της φέτας ανέρχεται στους 600.000 τόνους ετησίως, καθ’ ον χρόνον η χώρα μας παράγει συνολικά περί τους 200.000 τόνους, για την κάλυψη της εγχώριας κατανάλωσης και τις εξαγωγές της.

Διελκυστίνδα κτηνοτρόφων-βιομηχάνων 

Η φέτα παρασκευάζεται σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, την ‘Ηπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Πελοπόννησο και τη Λέσβο. Σε σχέση με την πρώτη ύλη του προϊόντος, το αιγοπρόβειο γάλα, η διάσταση των απόψεων μεταξύ κτηνοτρόφων-προμηθευτών της πρώτης ύλης και τυροκομικών επιχειρήσεων-παραγωγών του τελικού προϊόντος έχει λάβει διαστάσεις διαμάχης. Οι πρώτοι διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές αγοράς του αιγοπρόβειου γάλακτος, παρά το γεγονός ότι τα αποθέματα φέτας υπέστησαν καθίζηση το τελευταίο διάστημα.

Οι γαλακτοβιομηχανίες από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι οι τιμές της πρώτης ύλης είναι υψηλές, επηρεάζοντας αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της φέτας στο εξωτερικό. Οι τιμές της πρώτης ύλης είναι καθηλωμένες εδώ και μια τριετία, αντιλέγουν οι κτηνοτρόφοι, κατηγορώντας ευθέως τις τυροκομικές βιομηχανικές επιχειρήσεις ότι επιβουλεύονται την αμοιβή του μόχθου τους, απαιτώντας τιμή 1,10 ευρώ ανά κιλό αιγοπρόβειου γάλατος και αρνούμενοι τη συρρίκνωση αυτού του επιπέδου τιμής. Μάλιστα, επισημαίνουν πως το κόστος της παραγωγής τους παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη παρά την πτώση των τιμών του καλαμποκιού που χρησιμοποιούν για την εκτροφή των ζώων τους.

Στο μεταξύ, από το καλοκαίρι τα στοιχεία του Ελληνικού Οργανισμού Γάλακτος δείχνουν μια αισθητή πτώση στα αποθέματα φέτας των γαλακτοβιομηχανιών και των κατά τόπους τυροκομείων της χώρας. Το γεγονός αυτό αύξησε μεν τις προσδοκίες των κτηνοτρόφων για επίτευξη καλύτερων τιμών διάθεσης της παραγωγής τους, αλλά τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί η βασιμότητα των προσδοκιών τους…
 
Αυτο-υπονόμευση δίχως όρια

Αν η μία όψη των “φραγμών” στην αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών της φέτας σχετίζεται με τις διαθέσιμες ποσότητες και το κόστος της πρώτης ύλης, η άλλη όψη σχετίζεται με τη στρατηγική μάρκετινγκ του προϊόντος όσον αφορά την τοποθέτησή του στα ψυγεία των μεγάλων λιανεμπορικών αλυσίδων του εξωτερικού. Μια ματιά στα συμβαίνοντα στη μεγαλύτερη αγορά τροφίμων της ΕΕ, τη γερμανική, το επιβεβαιώνει:

Στη Γερμανία, λοιπόν, οι κυρίαρχοι επώνυμοι «παίκτες» της φέτας είναι τρεις ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες και μία γερμανική επιχείρηση, η οποία συνεργάζεται με ‘Ελληνες παραγωγούς και εισάγει φέτα. Πέραν αυτών υπάρχει το «χάος», καθώς ένας μεγάλος αριθμός μικρών τυροκόμων και χονδρεμπόρων φέτας προωθούν ανώνυμα το προϊόν στη γερμανική αγορά, έτσι ώστε αυτό καταλήγει στο λιανεμπορικό ράφι ακόμα και ως private label προϊόν!

Οι χονδρεμπορικές πωλήσεις ανώνυμης φέτας σε αγορές όπως η γερμανική, στην ουσία υπονομεύουν, αν όχι ακυρώνουν, τα πλεονεκτήματα της κατοχύρωσης του ονόματος “φέτα” υπέρ της ελληνικής τυροκομίας και της εθνικής οικονομίας -πολύ περισσότερο, εφόσον αρκετοί μικροπαραγωγοί διαθέτουν το προϊόν τους σε τιμές έως και 50% φθηνότερα από την επώνυμη φέτα! Το αποτέλεσμα είναι η διάβρωση της εικόνας του προϊόντος ως “μοναδικού”, πράγμα που δυσκολεύει αφάνταστα τη τιμολόγηση της επώνυμα διακινούμενης φέτας των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών-τυροκομικών ελληνικών επιχειρήσεων.

Το παζλ του ευτελισμού της φέτας το συμπληρώνει η απουσία της πολιτείας, η οποία απέτυχε να συνασπίσει στο επίπεδο του μάρκετινγκ τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου, προκειμένου να προβάλλεται ενιαία η εικόνα του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Κι εδώ που τα λέμε δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: χωρίς στρατηγική επίλυσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της τυροκομίας μας, το όποιο εγχείρημα του μάρκετινγκ των προϊόντων της καταντάει καθρέφτης των αδυναμιών της.

Κοντά σε όλα αυτά, το πλεονέκτημα της ύπαρξης Ελλήνων ομογενών σε μεγάλες αγορές της αλλοδαπής έχει αρχίζει να φθίνει, λένε έμπειρα στελέχη του κλάδου, εξηγώντας: “Η δεύτερη και η τρίτη γενιά ομογενών μας δεν έχει τους ίδιους δεσμούς με τα πατροπαράδοτα ελληνικά προϊόντα, επομένως δεν μπορούμε να υπολογίζουμε στους λόγους για τους οποίους οι ομογενείς θα πλήρωναν σήμερα αρκετά ευρώ για λίγες δεκάδες γραμμάρια φέτας”.

Οι ξένοι μπορούν. Εμείς “άλλα λόγια…”

Ο ξένος καταναλωτής, εκτός από το γεγονός πως “η φέτα είναι ένα ακριβό τυρί”, βρίσκεται σε σύγχυση εξαιτίας της ύπαρξης πολυάριθμων λευκών τυριών, που μπορεί μεν να μην έχουν το όνομα “φέτα”, έχουν όμως τη χάρη της φτηνότερης τιμής και της γεύσης που προσομοιάζει στο εθνικό μας προϊόν. Κατά τα άλλα, οι συνεργασίες των βορειοευρωπαϊκών βιομηχανιών, όπως η Arla και η Hochland με ‘Ελληνες παραγωγούς φέτας ασκούν πιέσεις στις επώνυμες εξαγωγές της χώρας μας. Ο λόγος είναι απλός: Οι ξένες εταιρείες του κλάδου, πατώντας σε αυτές ακριβώς τις συνεργασίες, μπορούν να διαθέτουν νόμιμα τη φέτα στις μεγάλες αγορές της Ευρώπης και μάλιστα σε τιμές που «χτυπούν» ευθέως την επωνύμως εξαγόμενη φέτα.

Αλλά το «κερασάκι στην τούρτα» του ευτελισμού της φέτας σχετίζεται με την ίδια τη φύση της τυροκομικής δραστηριότητας. Στελέχη των γαλακτοβιομηχανιών τονίζουν πως η “παραγωγή αμιγώς τυροκομικών προϊόντων δεν είναι δα και η πιο κερδοφόρα δραστηριότητα και γι΄ αυτό συνδυάζεται πολλές φορές με την επεξεργασία και τις πωλήσεις του γάλακτος, των γιαουρτιών κα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχει καμία εγχώρια τυροκομική βιομηχανία, η οποία να αποτελεί αδιαφιλονίκητο leader της αγοράς.” Τρανή απόδειξη είναι η αποχώρηση της ΦΑΓΕ από την αγορά της φέτας, καθώς δεν αποκομίζει κέρδη ικανά να δικαιολογούν την εμπλοκή της σε αυτό το παραγωγικό πεδίο (υπενθυμίζουμε πως η Μινέρβα προχώρησε πρόσφατα στην εξαγορά της παραγωγικής μονάδας φέτας της ΦΑΓΕ στα Ιωάννινα).