Από την έναρξη του έτους έως τις 22 Μαΐου το μερίδιο των PL προϊόντων σε αξία είχε φτάσει το 16,1% στο σύνολο των πωλήσεων των εξήντα πιο αντιπροσωπευτικών κατηγοριών προϊόντων σταθερού barcode του «καλαθιού» αγορών, εξελισσόμενο με ρυθμό ανάπτυξης 7,8% (τον υψηλότερο μεταξύ όλων των κατηγοριών προϊόντων) και με μέσο ποσοστό ανατιμήσεων 8,6%.

Από την έναρξη του έτους έως τις 22 Μαΐου το μερίδιο των PL προϊόντων σε αξία είχε φτάσει το 16,1% στο σύνολο των πωλήσεων των εξήντα πιο αντιπροσωπευτικών κατηγοριών προϊόντων σταθερού barcode του «καλαθιού» αγορών, εξελισσόμενο με ρυθμό ανάπτυξης 7,8% (τον υψηλότερο μεταξύ όλων των κατηγοριών προϊόντων) και με μέσο ποσοστό ανατιμήσεων 8,6%, όταν η μέση τιμή των ανατιμήσεων στο σύνολο των εξήντα κατηγοριών FMCG ήταν 3,8%, σύμφωνα με την IRI Hellas.

Eιδικότερα, εστιάζοντας το ενδιαφέρον μόνο στις τρεις εβδομάδες του Μαΐου, φαίνεται ότι τα PL ήταν αυτά που «σήκωσαν» τη μέση ανάπτυξη του κλαδικού τζίρου κατά 0,3%, δεδομένου ότι η συμβολή των επώνυμων προϊόντων σε αυτήν ήταν -1,1% σε συγκρίσιμη βάση! Επίσης, στο διάστημα από την έναρξη του έτους ως τις 22 Μαΐου η εξέλιξη των πωλήσεων σε αριθμό τεμαχίων έδειχνε μια μείωση της τάξης του 2,1% στο σύνολο της αγοράς των εξήντα κατηγοριών προϊόντων, αλλά αύξηση 3,9% στην περίπτωση των PL. Αντίστοιχα, την εν λόγω πεντάμηνη περίοδο (παρά μία εβδομάδα) οι μέσες ανατιμήσεις ήταν 2,4%, αλλά στην ανάλυσή του τούτο δείχνει μια μέση ανατίμηση στα μεν επώνυμα προϊόντα κατά 2,7% στα δε PL κατά 3,8%! Με άλλα λόγια τα PL, παρότι ακριβαίνουν περισσότερο από τα επώνυμα προϊόντα, επειδή κι έτσι ακόμα παραμένουν φτηνότερα, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της ζήτησης. Γιατί άραγε ακριβαίνουν περισσότερο από τα επώνυμα; Μήπως γιατί προσφέρεται η ευκαιρία στα σούπερ μάρκετ να «φτιάξουν» την κερδοφορία τους σε αυτά ή μήπως γιατί οι λιανέμποροι «καθυστέρησαν να περάσουν τις ανατιμήσεις» στα δικά τους προϊόντα; Σ’ ένα-δυο μήνες και μόνο η εξέλιξη των στοιχείων πωλήσεων θα υπονοεί την απάντηση…

Τα σχετικά στοιχεία της IRI Hellas προκύπτουν από το νέο εργαλείο ανάλυσης της εταιρείας, το «Εβδομαδιαίο βαρόμετρο τάσεων», που μελετά σε εβδομαδιαία βάση την εξέλιξη των πωλήσεων σε αξία και σε τεμάχια προϊόντων ως προς τη δυναμική των ανατιμήσεών τους. Ως βάση ανάλυσης έχει διαμορφωθεί ένα τυπικό «καλάθι» αγορών, στο οποίο συμμετέχουν σταθμισμένα εξήντα κατηγορίες FMCG σταθερού barcode, κατά τρόπο ώστε λαμβάνονται υπόψιν αφενός η επίδραση των προσφορών και αφετέρου το μίγμα μικρών και μεγάλων κωδικών (τεμαχίων).

Αναδρομικά, λοιπόν, από τη μελέτη του «καλαθιού» της IRI προκύπτει ότι στο διάστημα Ιανουάριος-Απρίλιος η συνολική του αξία διαμορφώθηκε φέτος στα 180 ευρώ έναντι 172 ευρώ στο τετράμηνο πέρυσι (αύξηση 4,8%). Τα μεν επώνυμα προϊόντα του από τα 179 ευρώ πέρυσι ακρίβυναν στα 190 ευρώ φέτος (αύξηση 5,9%), τα δε PL από τα 123 ευρώ πέρυσι ακρίβυναν στα 131 ευρώ φέτος (αύξηση 6,3%).

Ο τζίρος μειώνεται, οι τιμές ανεβαίνουν
Στο ίδιο τετράμηνο επί του γενικού συνόλου, τώρα, των κατηγοριών σταθερού barcode FMCG σε τεμάχια η IRI Hellas διαπιστώνει μια μέση ανατίμηση 2,2%, αλλά αυτό είναι φαινομενικό, με την έννοια ότι δεν περιγράφονται οι υποκαταστάσεις προϊόντων από άλλα φθηνότερα εκ μέρους των καταναλωτών (π.χ. του κοτόπουλου από τα μακαρόνια, της μεγάλης συσκευασίας από τη μικρή). Έτσι, ενώ οι μέσες ανατιμήσεις στα τρόφιμα φαίνεται ότι είναι μόλις 2%, στις μεγαλύτερης ομοιομορφίας κωδικολογίου κατηγορίες των προϊόντων περιποίησης και ομορφιάς είναι 5,3% και φροντίδας του σπιτιού είναι 4,3%.

Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του τζίρου στο τετράμηνο, φαίνεται ότι στα τρόφιμα μειώθηκε κατά 1,9%, πράγμα που οφείλεται στη μεγαλύτερη υποχώρηση τζίρου των σταθερού barcode τροφίμων κατά 2,3% έναντι μείωσης 1,1% των επί ζυγίω τροφίμων –κατ’ αντιστροφήν της σχετικής τάσης την προηγούμενη διετία. Οι πωλήσεις των προϊόντων περιποίησης υγείας κι ομορφιάς υποχώρησαν κατά 1,6%, ενώ των προϊόντων φροντίδας του σπιτιού κατά 4,4%.

Επίσης αντίστοιχα, φαίνεται ότι ο γενικός προωθητικός τζίρος υποχώρησε στο τετράμηνο φέτος κατά 2,8%, από 28,5% πέρυσι σε 25,7%. Ειδικότερα, στα τρόφιμα υποχώρησε από 25,6% πέρυσι σε 25,4% φέτος (-0,3%), στα προϊόντα περιποίησης και ομορφιάς από 34,6% σε 32,4% (-2,2%) και στα φροντίδας του σπιτιού από 26,9% σε 23,2% (-3,7%).