σελφ σερβις - Τα υπερ-πλεονάσματα βλάπτουν την οικονομία

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Τα υπερ-πλεονάσματα βλάπτουν την οικονομία

16 Ιουλίου 2019 | 09:58 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Οικονομία,Υπηρεσίες

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2019-2022, που υπέβαλλε το Υπουργείο Οικονομικών το Μάιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ακολουθεί τη συνταγή της δημοσιονομικής πολιτικής των ετών 2016-2019, βάση της οποίας είναι η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ και υπερπλεονασμάτων, στηριγμένων στη συγκράτηση των δαπανών. Με άλλα λόγια, το κράτος θα εξακολουθήσει να «υπεξαιρεί» με το ένα του χέρι τα σχετικά ποσά από τα εισοδήματα της κοινωνίας και με το άλλο του θα αναδιανέμει ένα μέρος τους.

Σύμφωνα με τα δημοσιονομικά στοιχεία των ετών 2015-2018 που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2018 ανήλθε στο 4,3% του ΑΕΠ έναντι 4,1% το 2017, υπερβαίνοντας κατά 0,8% του ΑΕΠ τον στόχο του Πλαισίου Ενισχυμένης Εποπτείας, ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, οι προαναφερόμενες επιδόσεις βασίστηκαν στις βελτιωτικές διορθώσεις που έγιναν και στη θετική επίδραση της οικονομικής ανάκαμψης στα δημοσιονομικά μεγέθη. Συγκεκριμένα, το υπερπλεόνασμα βασίζεται αφενός στη σταθεροποίηση των πρωτογενών δαπανών σε όρους ονομαστικής αξίας και στη συρρίκνωσή τους ως ποσοστό του ΑΕΠ και αφετέρου στην αύξηση των φορολογικών εσόδων και των ασφαλιστικών εισφορών, με ρυθμό ανάλογο ή ελαφρώς υψηλότερο της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2018 εκτιμήθηκε στα 1,99 δισ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ. Η μείωση στις πρωτογενείς δαπάνες κατά 0,8% του ΑΕΠ αντιστάθμισε τη μικρή μείωση εσόδων κατά 0,25% του ΑΕΠ. Η μείωση στις δαπάνες –μάλιστα για τρίτο συνεχές έτος– σημαίνει τη μείωση της δημόσιας κατανάλωσης και τη συρρίκνωση των μεταβιβάσεων προς την κοινωνική ασφάλιση. Αντίστοιχα, η μείωση στα έσοδα οφείλεται στη διαφορά της ονομαστικής αύξησης των συνολικών εσόδων κατά 2%, που υπολειπόταν του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ (2,5%). Η υστέρηση αυτή είχε τις ρίζες της στην εξασθένιση των μη επαναλαμβανόμενων, μη φορολογικών εσόδων (μεταβιβάσεις και μερίσματα που εισπράττει το δημόσιο) κατά 2% ετησίως. Επίσης, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης συρρικνώθηκε κατά 0,4% του ΑΕΠ, από 7,8 δισ. ευρώ το 2017 σε 5,6 δισ. ευρώ το 2018, δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στην ανάπτυξη των συνολικών επενδύσεων.

Αποτελεσματική συγκράτηση των δαπανών
Αναλυτικότερα, σε επίπεδο Κεντρικής Κυβέρνησης το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 2,3% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση (από 2% το 2017), καθώς η μείωση των δαπανών υπεραντιστάθμισε τη μείωση των εσόδων. Στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας το πρωτογενές πλεόνασμα αυξήθηκε κατά 0,3% του ΑΕΠ, φτάνοντας τα 3,3 δισ. ευρώ, πράγμα οφειλόμενο στη μείωση της δαπάνης για συντάξεις (-0,7% του ΑΕΠ), σε συνδυασμό με την αύξηση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές (3% του ΑΕΠ). Το πλεόνασμα αυτό υπεραντιστάθμισε τη μείωση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 0,6 δισ. ευρώ. Στην τοπική αυτοδιοίκηση το πλεόνασμα σταθεροποιήθηκε στα 0,67 δισ. ευρώ έναντι 0,65 δισ. ευρώ το 2017, λόγω ευνοϊκού οικονομικού περιβάλλοντος και της αξιοπιστίας ελέγχου των δαπανών. Οι επιστήμονες της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, προβάλλοντας την προαναφερόμενη «προπαίδεια» δημοσιονομικής πολιτικής στην περίοδο 2019-2022, φρονούν ότι η επίτευξη των πλεονασμάτων και των υπερπλεονασμάτων για τη δημιουργία του «δημοσιονομικού χώρου», δηλαδή του περιθωρίου άσκησης πολιτικών για τη μείωση της φορολογίας, την ενίσχυση των επενδύσεων, την εξυγίανση της αγοράς εργασίας κ.ά., απαιτεί αποτελεσματική συγκράτηση των δαπανών.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2019-2022
Με την προαναφερόμενη παραδοχή στις αποσκευές του, στις αρχές του Μαΐου το Υπουργείο Οικονομικών υπέβαλε προς αξιολόγηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το Πρόγραμμα Σταθερότητας της τετραετίας 2019-2022. Σε αυτόν τον πολυετή προϋπολογισμό το ΑΕΠ της χώρας προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 2,3% το 2019, 2,3% το 2020, 2,1% το 2021 και 2% το 2022. Παράλληλα προβλέπεται ως εξής η αποκλιμάκωση του λόγου του χρέους: 181,1% του ΑΕΠ το 2018, 170,6% το 2019, 163,9% το 2020, 157,5% το 2021 και 153,35 του ΑΕΠ το 2022. Επιπλέον, με δεδομένο το στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, το υπουργείο αναμένει πρωτογενές πλεόνασμα υπό ενισχυμένη εποπτεία 4,1% του ΑΕΠ το 2019, 3,9% το 2020, 4,2% το 2021 και 4,6% το 2022. Με άλλα λόγια, ο επιπλέον δημοσιονομικός χώρος θα φτάσει συνολικά στο 2,7% του ΑΕΠ ή περί τα 5,5 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τους εμπνευστές του προγράμματος, το δημοσιονομικό πλεόνασμα και ο αντίστοιχος δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα στηρίξουν την ανάπτυξη και θα προστατεύσουν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες, ενώ θα συνδεθούν με παρεμβάσεις μείωσης της φορολογίας εισοδήματος και περιουσίας. Ειδικότερα, τα έσοδα από τη φορολογία από 9,7% του ΑΕΠ το 2019 προσδιορίζονται στο 9,6% κατά το σενάριο βάσης, το 2020 από 9,8% θα μειωθούν στο 9,4%, το 2021 από 9,7% θα μειωθούν στο 9,4% και το 2022 από 9,7% θα κατέλθουν στο 9,5% του ΑΕΠ. Στο σενάριο βάσης αναφέρεται, επίσης, πως θα περιληφθούν μέτρα για τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 10% και για τη σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή από το 29% στο 25% μέχρι το 2022. Αναφορικά με την πορεία των δαπανών της γενικής κυβέρνησης τα επόμενα έτη αναμένεται μείωση από το 47,3% του ΑΕΠ το 2017 στο 42,5% το 2022. Αναλυτικότερα, αποκαλύπτεται πως θεωρείται δεδομένη η μείωση των δαπανών για την Υγεία από το 5,2% του ΑΕΠ το 2017 στο 4,7% του ΑΕΠ το 2022 και αντίστοιχα για την Παιδεία από το 3,9% στο 3,5%, για την Κοινωνική Προστασία από το 19,4% στο 17,4%, ενώ οριακές μειώσεις προβλέπονται για τον Πολιτισμό και την Προστασία του Περιβάλλοντος. Επίσης, στο σχέδιο του προγράμματος περιλαμβάνεται μια νέα έκθεση βιωσιμότητας του ασφαλιστικού, η οποία προβλέπει μια μείωση στις δαπάνες κατά 2,87% του ΑΕΠ μεταξύ 2020 και 2070, αποδιδόμενη στην πτωτική πορεία των συνταξιοδοτικών δαπανών μακροπρόθεσμα περί το 10% του ΑΕΠ έναντι 17,3% το 2016.

Αποτελεσματική πολιτική;
Με βάση τις παραπάνω εκτιμήσεις, το Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλλε το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε πλήρη αρμονία με τα συμπεράσματα της δημοσιονομικής πολιτικής των ετών 2016-2019. Βασικό μότο είναι η εμμονή στα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ και η προσήλωση στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων, βασισμένων στη συγκράτηση των δαπανών. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής ως προς την ανακούφιση των θυμάτων της κρίσης αμφισβητείται έντονα. Συγκεκριμένα, οι προαπαιτούμενοι όροι της (πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ και δημιουργία υπερπλεονάσματος 5,5 δισ. ευρώ) αφορά ποσά, που θα προκύπτουν από τη συνεχιζόμενη υπερφορολόγηση και κυρίως από τη μείωση των δαπανών. Άρα, το κράτος από τη μία μεριά θα «υπεξαιρεί» αυτά τα ποσά από τα εισοδήματα της κοινωνίας και από την άλλη θα αναδιανέμει ένα μέρος τους, συνήθως υποπολλαπλάσιο. Τα θετικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν από την κυβέρνηση τον Μάιο επιβεβαιώνουν τη σχετική πρακτική.

Ακολούθως, η μείωση των δημοσίων δαπανών αφορά κονδύλια που σχετίζονται με τους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η υγεία και η παιδεία. Ο σχεδιασμός αυτός συρρικνώνει το κοινωνικό κράτος και δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τα νοικοκυριά, αφού στην ουσία μετακυλύει το κόστος σε αυτά (π.χ. τα κονδύλια για τα σχολεία ή για την υγεία). Τέλος η μείωση των κρατικών δαπανών, μέσω της συγκράτησης του προγράμματος των δημοσίων επενδύσεων, θα αποτελέσει τροχοπέδη στην ανάπτυξη των ιδιωτικών επενδύσεων (έλλειψη υποδομών, δικτύων, έρευνας κ.λπ.), οδηγώντας την οικονομία στην υποεπένδυση και στη συντήρηση του επενδυτικού κενού των 15 δισ. ευρώ κάθε χρόνο σε σύγκριση με το προ κρίσης επίπεδο.

Για άλλη μια φορά τα δεδομένα των εξισώσεων της ελληνικής οικονομίας είναι μπερδεμένα και αντιφατικά. Τα όποια σενάρια εξορθολογισμού της θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνυπολογίσουν την αβεβαιότητα των διεθνών και των εγχώριων μακροοικονομικών προβλέψεων. Η επιβράδυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών, οι τάσεις προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, η αυξημένη χρηματοπιστωτική αστάθεια εξαιτίας ενός άτακτου Brexit, η δύσκολη θέση των ελληνικών τραπεζών, το brain drain και το δημογραφικό πρόβλημα είναι μερικοί μόνο κίνδυνοι που απειλούν την επιτυχία των επόμενων ετών. Μόνιμα επί ξυρού ακμής.

σελφ σερβις (T. 495)
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION