σελφ σερβις - Οικογενειακοί προϋπολογισμοί 2017

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Μ’ ένα κιλό αρνάκι κατά κεφαλήν μηνιαίως ελέησε το 2017!

Οικογενειακοί προϋπολογισμοί 2017

28 Νοεμβρίου 2018 | 09:26 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Οικογενειακοί Προΰπολογισμοί

Πέρυσι οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών ανήλθαν στα 5,769 δισ. ευρώ, υψηλότερα εκείνων του 2016 κατά 1% ή κατά 55,697 εκατ. ευρώ, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη ανά νοικοκυριό διαμορφώθηκε στα 1.414,09 ευρώ (αύξηση 1,6%), σύμφωνα με την πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ «Οικογενειακοί Προϋπολογισμοί 2017». Με άλλα λόγια, η μέση δαπάνη ανά νοικοκυριό το 2017 αυξήθηκε κατά 22,06 ευρώ το μήνα ή ανά άτομο κατά 8,57 ευρώ. Αν ενταχθεί στον υπολογισμό η μεταβλητή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του 2017 (0,7%), η μέση μηνιαία δαπάνη ανά άτομο διαμορφώθηκε στα 9,74 ευρώ, δηλαδή κατά ένα κιλό αρνάκι!

H έρευνα διεξήχθη επί δείγματος 6.176 νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας και στη βάση δώδεκα βασικών κατηγοριών αγαθών και υπηρεσιών ατομικής κατανάλωσης. Βέβαια το 2008 η μέση μηνιαία κατανάλωση ανά νοικοκυριό ανερχόταν στα 2.120,40 ευρώ, δηλαδή ήταν αυξημένη κατά 706,31 ευρώ σε τρέχουσες τιμές απ’ ότι στα τέλη του 2017 –σε σταθερές τιμές ήταν κατά 37,5% υψηλότερη ή κατά 827,17 ευρώ αυξημένη συγκριτικά με πέρυσι (εν παρόδω θυμίζουμε ότι ο κατώτατος μηνιαίος μισθός το 2008 ήταν τα 681 ευρώ). Σωρευτικά η συρρίκνωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης στη διάρκεια των τελευταίων οκτώ χρόνων ως τα τέλη του 2017 αφαίρεσε από τα νοικοκυριά και κατ’ επέκταση από την αγορά περί τα 34,64 δισ. ευρώ! Μολονότι κάθε νοικοκυριό έχασε, λοιπόν, έναν ολόκληρο μισθό διαθέσιμων δαπανών ανά μήνα, πέρυσι ήταν η πρώτη χρονιά μετά το 2008 που παρατηρήθηκε μια αύξηση, έστω οριακή, του «καλαθιού της νοικοκυράς» σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Στα σοβαρά, πάντως, κανείς δεν ξέρει, αν ο κατήφορος σταμάτησε ή απλώς «αναπήδησε η ψόφια γάτα», η ριγμένη από ψηλά, όπως αποκρουστικά λένε οι οικονομολόγοι, περιγράφοντας τα φαινόμενα ψευδούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Στο 20,4% η μέση μηνιαία δαπάνη για τη διατροφή
Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής, που το 2017 κάλυπταν το 20,4% της μέσης δαπάνης. Ενδεικτικά, το 2016 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 20,7%, όταν το 2008 ήταν μόλις 16,4%. Η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των ελληνικών νοικοκυριών φαίνεται από τη σύγκριση του μέσου όρου δαπάνης για τις μηνιαίες αγορές ειδών διατροφής μεταξύ 2008 και 2017. Ειδικότερα, η δαπάνη για αλεύρι, ψωμί και δημητριακά από τα 48,76 ευρώ έπεσε στα 45,24, για το κρέας από τα 79,40 στα 65,25, για τα ψάρια από 27,27 στα 20,74, για τα γαλακτοκομικά από 61,9 στα 48,12 κοκ. Συνολικά, η αξία της μέσης μηνιαίας δαπάνης για είδη διατροφής από 347,40 ευρώ κατήλθε στα 289,04 ευρώ (-16,9%). Με βάση τον αριθμό των νοικοκυριών το 2017 και το 2008 η μείωση της συνολικής ετήσιας δαπάνης όλων των νοικοκυριών στον τομέα της διατροφής έφτασε τα 2,83 δισ. ευρώ. Αντίθετα, σε σχέση με το 2016 οι αλλαγές ήταν ήσσονος σημασίας, με τη διαφορά της ποσοστιαίας κατανομής να κυμαίνεται από -0,9 έως 0,4. Ενδεικτικά αναφέρεται πως μείωση της μηνιαίας δαπάνης παρατηρήθηκε στα έλαια-λίπη (3,2%), στα γαλακτοκομικά, τα αυγά και τα μεταλλικά νερά (2,8%), στα αναψυκτικά, τους χυμούς φρούτων και λαχανικών (2,6%), ενώ αύξηση σημειώθηκε στις κατηγορίες του καφέ, τσαγιού και κακάο (6,3%), των λαχανικών (2,6%), των φρούτων (2,4%), των ψαριών (2%), της ζάχαρης και του μελιού (1,3%), του κρέατος (0,6%), των δημητριακών (0,9%) και των λοιπών αγαθών διατροφής (1%). Αντίστοιχα, η μέση μηνιαία κατανάλωση ειδών διατροφής σε ποσότητες παρουσίασε μείωση στις κατηγορίες του ελαιόλαδου (6,8%), του τυριού (4,9%), του γάλατος (2,2%), των τσιγάρων (2,5%) και του ψωμιού (0,2%), ενώ αύξηση παρατηρήθηκε στις κατηγορίες του γιαουρτιού (3,7%), των λαχανικών (1,1%), του κρέατος (1,1%), των φρούτων και ξηρών καρπών (0,6%), των οινοπνευματωδών ποτών (0,2%) και των ζυμαρικών (0,1%).

Μετά τον κλάδο της διατροφής, στον πίνακα ταξινόμησης της ποσοστιαίας κατανομής των μηνιαίων δαπανών ακολουθούν η στέγαση με 14,1%, οι μεταφορές με 12,9%, οι υπηρεσίες ξενοδοχείων-καφενείων-εστιατορίων με 10,5% και η υγεία με 7,3%. Τα μικρότερα μερίδια αφορούν στα οινοπνευματώδη ποτά και τον καπνό με 3,8% και στις υπηρεσίες εκπαίδευσης με 3,2%, που αποδεικνύονται ανελαστικές αφού και το 2008 ήταν στο ίδιο επίπεδο (3,1%). Σε σχέση με το 2016, εννέα από τις δώδεκα κατηγορίες δαπανών παρουσιάζουν αύξηση, ενώ τρεις μείωση. Αυξήσεις δαπανών διαπιστώθηκαν στις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες των εστιατορίων-καφενείων-ξενοδοχείων (7,4%), για τη στέγαση (3,2%) και την αναψυχή και τον πολιτισμό (2,8%). Μείωση της μέσης δαπάνης καταγράφηκε στις κατηγορίες των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών (1,4%) και στα οινοπνευματώδη ποτά και τον καπνό (0,5%). Στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το 2016 παρέμειναν οι δαπάνες για την υγεία και την εκπαίδευση, 7,3% και 3,2% αντίστοιχα, διαμορφώνοντας ένα υψηλό αθροιστικό μέγεθος 10,5% ή 149,28 ευρώ για την ικανοποίηση βασικών αναγκών της κοινωνικής αναπαραγωγής, που υποτίθεται πως είναι δωρεάν.

Εντύπωση δημιουργεί η εξωφρενική αύξηση της δαπάνης ανά νοικοκυριό, σε σχέση με το 2016, τόσο για τηλεφωνικό εξοπλισμό κατά 47,1% όσο και για οικονομικές υπηρεσίες όπως οι συνδρομές στις πιστωτικές κάρτες, οι αμοιβές των λογιστών κ.λπ. κατά 26,5%! Οι εταιρείες των νέων τεχνολογιών κι οι τράπεζες ήταν οι μεγάλοι ευνοημένοι της κατανομής δαπανών για το «καλάθι της νοικοκυράς» το 2017. Τις μεν πρώτες τις επέβαλαν η διαφήμιση κι η ανάπτυξη των σχετικών αξιών χρήσης, τις δε δεύτερες οι μνημονιακές ρυθμίσεις χάριν βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων…

Μεταξύ 2008 και 2017 τα νοικοκυριά μείωσαν τις ποσοστιαίες δαπάνες τους σε όλες τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση σε τρέχουσες και σταθερές τιμές παρατηρήθηκε στη δαπάνη για διαρκή αγαθά και ήταν 58,6% (61,6% σε σταθερές τιμές). Έπονται οι μειώσεις δαπανών για είδη ένδυσης-υπόδησης της τάξης του 53,4% (56,7% σε σταθερές τιμές), για διάφορα αγαθά κι υπηρεσίες 41,8% (46% σε σταθερές) κοκ. Η μικρότερη μείωση καταγράφηκε στον τομέα των ειδών διατροφής (16,9% και 22,8% σε σταθερές τιμές), λόγω φυσικά της ανελαστικότητάς τους.

H έρευνα διεξήχθη επί δείγματος 6.176 νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας και στη βάση δώδεκα βασικών κατηγοριών αγαθών και υπηρεσιών ατομικής κατανάλωσης. Βέβαια το 2008 η μέση μηνιαία κατανάλωση ανά νοικοκυριό ανερχόταν στα 2.120,40 ευρώ, δηλαδή ήταν αυξημένη κατά 706,31 ευρώ σε τρέχουσες τιμές απ’ ότι στα τέλη του 2017 –σε σταθερές τιμές ήταν κατά 37,5% υψηλότερη ή κατά 827,17 ευρώ αυξημένη συγκριτικά με πέρυσι (εν παρόδω θυμίζουμε ότι ο κατώτατος μηνιαίος μισθός το 2008 ήταν τα 681 ευρώ). Σωρευτικά η συρρίκνωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης στη διάρκεια των τελευταίων οκτώ χρόνων ως τα τέλη του 2017 αφαίρεσε από τα νοικοκυριά και κατ’ επέκταση από την αγορά περί τα 34,64 δισ. ευρώ! Μολονότι κάθε νοικοκυριό έχασε, λοιπόν, έναν ολόκληρο μισθό διαθέσιμων δαπανών ανά μήνα, πέρυσι ήταν η πρώτη χρονιά μετά το 2008 που παρατηρήθηκε μια αύξηση, έστω οριακή, του «καλαθιού της νοικοκυράς» σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Στα σοβαρά, πάντως, κανείς δεν ξέρει, αν ο κατήφορος σταμάτησε ή απλώς «αναπήδησε η ψόφια γάτα», η ριγμένη από ψηλά, όπως αποκρουστικά λένε οι οικονομολόγοι, περιγράφοντας τα φαινόμενα ψευδούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Στο 20,4% η μέση μηνιαία δαπάνη για τη διατροφή
Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής, που το 2017 κάλυπταν το 20,4% της μέσης δαπάνης. Ενδεικτικά, το 2016 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 20,7%, όταν το 2008 ήταν μόλις 16,4%. Η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των ελληνικών νοικοκυριών φαίνεται από τη σύγκριση του μέσου όρου δαπάνης για τις μηνιαίες αγορές ειδών διατροφής μεταξύ 2008 και 2017. Ειδικότερα, η δαπάνη για αλεύρι, ψωμί και δημητριακά από τα 48,76 ευρώ έπεσε στα 45,24, για το κρέας από τα 79,40 στα 65,25, για τα ψάρια από 27,27 στα 20,74, για τα γαλακτοκομικά από 61,9 στα 48,12 κοκ. Συνολικά, η αξία της μέσης μηνιαίας δαπάνης για είδη διατροφής από 347,40 ευρώ κατήλθε στα 289,04 ευρώ (-16,9%). Με βάση τον αριθμό των νοικοκυριών το 2017 και το 2008 η μείωση της συνολικής ετήσιας δαπάνης όλων των νοικοκυριών στον τομέα της διατροφής έφτασε τα 2,83 δισ. ευρώ. Αντίθετα, σε σχέση με το 2016 οι αλλαγές ήταν ήσσονος σημασίας, με τη διαφορά της ποσοστιαίας κατανομής να κυμαίνεται από -0,9 έως 0,4. Ενδεικτικά αναφέρεται πως μείωση της μηνιαίας δαπάνης παρατηρήθηκε στα έλαια-λίπη (3,2%), στα γαλακτοκομικά, τα αυγά και τα μεταλλικά νερά (2,8%), στα αναψυκτικά, τους χυμούς φρούτων και λαχανικών (2,6%), ενώ αύξηση σημειώθηκε στις κατηγορίες του καφέ, τσαγιού και κακάο (6,3%), των λαχανικών (2,6%), των φρούτων (2,4%), των ψαριών (2%), της ζάχαρης και του μελιού (1,3%), του κρέατος (0,6%), των δημητριακών (0,9%) και των λοιπών αγαθών διατροφής (1%). Αντίστοιχα, η μέση μηνιαία κατανάλωση ειδών διατροφής σε ποσότητες παρουσίασε μείωση στις κατηγορίες του ελαιόλαδου (6,8%), του τυριού (4,9%), του γάλατος (2,2%), των τσιγάρων (2,5%) και του ψωμιού (0,2%), ενώ αύξηση παρατηρήθηκε στις κατηγορίες του γιαουρτιού (3,7%), των λαχανικών (1,1%), του κρέατος (1,1%), των φρούτων και ξηρών καρπών (0,6%), των οινοπνευματωδών ποτών (0,2%) και των ζυμαρικών (0,1%).

Μετά τον κλάδο της διατροφής, στον πίνακα ταξινόμησης της ποσοστιαίας κατανομής των μηνιαίων δαπανών ακολουθούν η στέγαση με 14,1%, οι μεταφορές με 12,9%, οι υπηρεσίες ξενοδοχείων-καφενείων-εστιατορίων με 10,5% και η υγεία με 7,3%. Τα μικρότερα μερίδια αφορούν στα οινοπνευματώδη ποτά και τον καπνό με 3,8% και στις υπηρεσίες εκπαίδευσης με 3,2%, που αποδεικνύονται ανελαστικές αφού και το 2008 ήταν στο ίδιο επίπεδο (3,1%). Σε σχέση με το 2016, εννέα από τις δώδεκα κατηγορίες δαπανών παρουσιάζουν αύξηση, ενώ τρεις μείωση. Αυξήσεις δαπανών διαπιστώθηκαν στις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες των εστιατορίων-καφενείων-ξενοδοχείων (7,4%), για τη στέγαση (3,2%) και την αναψυχή και τον πολιτισμό (2,8%). Μείωση της μέσης δαπάνης καταγράφηκε στις κατηγορίες των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών (1,4%) και στα οινοπνευματώδη ποτά και τον καπνό (0,5%). Στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το 2016 παρέμειναν οι δαπάνες για την υγεία και την εκπαίδευση, 7,3% και 3,2% αντίστοιχα, διαμορφώνοντας ένα υψηλό αθροιστικό μέγεθος 10,5% ή 149,28 ευρώ για την ικανοποίηση βασικών αναγκών της κοινωνικής αναπαραγωγής, που υποτίθεται πως είναι δωρεάν.

Εντύπωση δημιουργεί η εξωφρενική αύξηση της δαπάνης ανά νοικοκυριό, σε σχέση με το 2016, τόσο για τηλεφωνικό εξοπλισμό κατά 47,1% όσο και για οικονομικές υπηρεσίες όπως οι συνδρομές στις πιστωτικές κάρτες, οι αμοιβές των λογιστών κ.λπ. κατά 26,5%! Οι εταιρείες των νέων τεχνολογιών κι οι τράπεζες ήταν οι μεγάλοι ευνοημένοι της κατανομής δαπανών για το «καλάθι της νοικοκυράς» το 2017. Τις μεν πρώτες τις επέβαλαν η διαφήμιση κι η ανάπτυξη των σχετικών αξιών χρήσης, τις δε δεύτερες οι μνημονιακές ρυθμίσεις χάριν βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων…

Μεταξύ 2008 και 2017 τα νοικοκυριά μείωσαν τις ποσοστιαίες δαπάνες τους σε όλες τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση σε τρέχουσες και σταθερές τιμές παρατηρήθηκε στη δαπάνη για διαρκή αγαθά και ήταν 58,6% (61,6% σε σταθερές τιμές). Έπονται οι μειώσεις δαπανών για είδη ένδυσης-υπόδησης της τάξης του 53,4% (56,7% σε σταθερές τιμές), για διάφορα αγαθά κι υπηρεσίες 41,8% (46% σε σταθερές) κοκ. Η μικρότερη μείωση καταγράφηκε στον τομέα των ειδών διατροφής (16,9% και 22,8% σε σταθερές τιμές), λόγω φυσικά της ανελαστικότητάς τους.


Τα καταναλωτικά πρότυπα
Με βάση την κατανομή του μεριδίου των μηνιαίων δαπανών το 2017 σε σύγκριση με το 2008, παγιώθηκε η μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου που επέβαλε η κρίση και που σχετίζεται με τη μετατόπιση των δαπανών από την ένδυση-υπόδηση, τα διαρκή αγαθά και τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες προς τις δαπάνες για διατροφή, στέγαση και μεταφορές. Στη διετία 2016-2017 δεν καταγράφηκε καμιά σημαντική μεταβολή του.

Τα καταναλωτικά πρότυπα διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο των νοικοκυριών. Ειδικότερα, τις λιγότερες δαπάνες το 2017 έκαναν τα νοικοκυριά ενός ατόμου ηλικίας 65 ετών και άνω, με μηνιαία δαπάνη ύψους 641,94 ευρώ, δηλαδή στο 45,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης. Τις υψηλότερες τις έκαναν τα νοικοκυριά με παιδιά. Ένα ζευγάρι με τρία παιδιά και άνω έως 16 ετών δαπάνησε μηνιαίως 2.346,62 ευρώ ή το 165,9% της μέσης δαπάνης, ενώ ένα ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών δαπάνησε 2.060,14 ευρώ ή το 145,7% της μέσης δαπάνης. Στοιχείο που διαφοροποιεί το πρότυπο κατανάλωσης είναι η θέση στην εργασία του υπεύθυνου του νοικοκυριού. Έτσι, ένα νοικοκυριό με υπεύθυνο έναν άνεργο ή μη ενεργό οικονομικά δαπάνησε πέρυσι κατά μέσο όρο το 76,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης ή 1.080,56 ευρώ. Τις περισσότερες μηνιαίες δαπάνες τις έκανε το νοικοκυριό με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο και άλλα μέλη του μισθωτούς, φτάνοντας το 213,5% της μέσης μηνιαίας δαπάνης ή τα 3.019,94 ευρώ.

Αν ως κριτήριο κατάταξης του ποσοστού μέσης μηνιαίας δαπάνης ληφθεί η ηλικία, τη μικρότερη δαπάνη πραγματοποιούσαν πέρυσι τα νοικοκυριά με υπεύθυνο 75 ετών και άνω (61,1%). Προφανώς οι σχετικές κατηγορίες του πληθυσμού είναι πολύ κοντά στο επίπεδο της φτώχειας, εφόσον οι συνταξιούχοι μεταξύ 2010 και 2014 απώλεσαν 45 δισ. ευρώ συντάξιμων αποδοχών και ακόμα 2,8 δισ. ευρώ, που τους αφαιρέθηκαν μεταξύ του 2015 και των πρώτων μηνών του 2018.

Προσέτι ο τόπος διαμονής των νοικοκυριών καθορίζει τα πρότυπα κατανάλωσης των νοικοκυριών της χώρας. Σε γενικές γραμμές τα νοικοκυριά των αγροτικών περιοχών δαπανούσαν πέρυσι κατά μέσο όρο 1.165,81 ευρώ τον μήνα, ενώ των αστικών περιοχών 1.477,79 ευρώ. Η μέση μηνιαία δαπάνη κατά περιφέρειες έφερε τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου στην πρώτη θέση με 1.682,56 ευρώ (119% της μέσης δαπάνης της χώρας), την Αττική με 1.558,96 ευρώ (110,2%), τα Ιόνια νησιά με 1.546,67 ευρώ (109,4%) κ.λπ. Τελευταία στην κατάταξη ήρθε η περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας με 895,02 ευρώ (63,3% της μέσης δαπάνης), η οποία ήταν κατά 88% μικρότερη την υψηλότερης μέσης δαπάνης, που καταγράφηκε στο Νότιο Αιγαίο. Τα σχετικά ποσοστά αναδεικνύουν με εμφατικό τρόπο τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες μεταξύ των περιφερειών της χώρας. Τέλος, βάσει των δεδομένων και των συγκρίσεών τους, η ΕΛΣΤΑΤ διαμορφώνει «συσπειρώσεις» κρατών με αντίστοιχα καταναλωτικά πρότυπα και παρόμοια επίπεδα φτώχειας και ανισότητας. Η χώρα μας, λοιπόν, εντάσσεται στην ίδια ομάδα με τη Βουλγαρία και τη Σερβία, αφού και στις τρεις χώρες τα νοικοκυριά δαπανούν τον προϋπολογισμό τους πρωταρχικά στα είδη διατροφής, ενώ διαθέτουν μεγάλο μέρος των δαπανών τους στις υπηρεσίες υγείας (7,3% στην Ελλάδα, 7,1% στη Βουλγαρία) και εκπαίδευσης (3,2% και 4% αντίστοιχα).

Αντίθετα, στην Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο οι υψηλότερες δαπάνες αφορούν στέγαση και μεταφορές, ενώ οι δαπάνες για εκπαίδευση και υγεία είναι συγκριτικά μικρότερες από τις αντίστοιχες της Ελλάδας.

Συνθήκες διαβίωσης
Από τα στοιχεία της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτει πως τα νοικοκυριά πέρυσι είχαν το ίδιο επίπεδο διαβίωσης με το 2016, αφού οι ποσοστιαίες μεταβολές στην κατοχή αγαθών-δείκτη των ανέσεων στην κύρια κατοικία τους ήταν οριακές. Ενδιαφέρον έχει η σύγκριση των δεικτών διαβίωσης του 2017 και του 2008. Ειδικότερα, ενώ παρατηρείται μια λογική αύξηση των ανέσεων στα νοικοκυριά, βάσει του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνατοτήτων της σύγχρονης μορφής κοινωνικής συγκρότησης (π.χ. αύξηση των PC στο 68,1% των νοικοκυριών, των τηλεφώνων στο 85% κ.λπ.), ταυτόχρονα διαπιστώνονται στοιχεία έντονης χειροτέρευσης του επιπέδου διαβίωσης. Για παράδειγμα, 80.795 νοικοκυριά επί συνόλου 4.072.177 απώλεσαν τη δεύτερη κατοικία τους. Ωστόσο, η σημαντικότερη ένδειξη επιδείνωσης είναι η μείωση της χρήσης κεντρικής θέρμανσης: Ενώ το 2008 το 76% των νοικοκυριών την απολάμβαναν, πέρυσι μόλις κατά το 41,3% τα νοικοκυριά είχαν κεντρική θέρμανση. Η τεράστια πτώση ως απόλυτη ένδειξη του βαθμού ανέχειας αποδίδεται στις υψηλές τιμές των υγρών καυσίμων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε αλλαγή στις επιλογές χρήσης μορφών ενέργειας για τη θέρμανση: Σε σχέση με το 2016 η μέση χρήση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ η χρήση στερεών καυσίμων αυξήθηκε κατά 14,2%. Αντίστοιχα, η μέση μηνιαία ποσότητα υγρών καυσίμων μειώθηκε κατά 8,6% και υγραερίου κατά 3,7%, ενώ αμετάβλητη έμεινε η κατανάλωση φυσικού αερίου.

Τα δεδομένα που ολοκληρώνουν την εικόνα των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών το 2017 αναφέρονται στην αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών τους και σχετίζονται με την αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων πλην αναγκαίων δαπανών από το 53,2% των νοικοκυριών, την αδυναμία διατροφής τους κάθε δεύτερη ημέρα με κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας από το 11,8% και την αδυναμία πληρωμής μιας εβδομάδας διακοπών τους από το 50,7%.

Το αποτύπωμα των ανισοτήτων
Η έρευνα Οικογενειακοί Προϋπολογισμοί της ΕΛΣΤΑΤ για ένατη συνεχόμενη χρονιά ανέδειξε την ανισότητα ως δομικό στοιχείο της οικονομικής συγκρότησης της χώρας και καθοριστικό παράγοντα του περιορισμού της πραγματικής ζήτησης. Συγκεκριμένα, το 2017 το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,3 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, οριακά μειωμένο σε σχέση με το 2016 (5,5) και με το 2008 (5,53). Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού ξοδεύει το 31,6% των δαπανών του μόνο για την αγορά ειδών διατροφής, ενώ το αντίστοιχο πλουσιότερο 20% ξοδεύει μόλις το 14%. Αν στο 36,1% των δαπανών προστεθούν οι κι αναγκαίες για τη στέγαση (22,3%), τότε το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δαπανά στα απολύτως στοιχειώδη για την κοινωνική αναπαραγωγή (σίτιση και στέγαση) το 53,9% του προϋπολογισμού του. Αντίθετα, οι ανήκοντες στο πλουσιότερο 20% δαπανούν σχετικά το 24,9% των προϋπολογισμών τους. Από το 2008 μέχρι το 2017 οι πολιτικές της σκληρής λιτότητας έχουν φέρει στο όριο της φτώχειας, δηλαδή σε ετήσιες δαπάνες ανά νοικοκυριό 4.878,86 ευρώ, το 1/5 των νοικοκυριών. Ειδικότερα, ο κίνδυνος της φτώχειας απειλεί το 18,1% του πληθυσμού έναντι 18,2% το 2016. Η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών είναι τρεις φορές μικρότερη των μη φτωχών, ενώ το 31,4% του μέσου προϋπολογισμού τους ξοδεύεται σε είδη διατροφής –το αντίστοιχο ποσοστό για τα μη φτωχά νοικοκυριά είναι 19,7%.

Μετά τη διατροφή (31,4%) και τη στέγαση (22,7%) τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 8,5% του προϋπολογισμού τους για υπηρεσίες και αγαθά υγείας, το 6,8% για μεταφορές, το 2,3% για εκπαίδευση και το 2% για αναψυχή και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

σελφ σερβις (T. 488)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION