σελφ σερβις - Εντός εκτός και επί τα αυτά των μνημονίων

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Εντός εκτός και επί τα αυτά των μνημονίων

19 Σεπτεμβρίου 2018 | 12:12 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Αγορά

Τα συμπεράσματα του ΣΕΒ μπορούν κάλλιστα να εκληφθούν ως συνηγορία με εκείνα του Γραφείου του Προϋπολογισμού της Βουλής, σχετικά με την εφαρμογή μιας μεταμνημονιακής εθνικής συνταγής μακροπρόθεσμης οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς δανεισμό από τους θεσμούς. Μόνη διαφορά τους είναι η εμμονή του ΣΕΒ για δυσπρόσιτα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με πρωσική πειθαρχία στο μνημονιακό μεταρρυθμιστικό κανόνα.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου του Προϋπολογισμού της Βουλής, οι οικονομικές συνθήκες παρέμειναν ευνοϊκές στο δύο πρώτα τρίμηνα του 2018, τα τελευταία πριν την τυπική λήξη των μνημονίων. Στα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία ως θετικά καταγράφονται ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης (2,3% το πρώτο τρίμηνο του 2018), η αύξηση της απασχόλησης (1,8% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017) και των αμοιβών εργασίας (ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους ανέβηκε 4,9% το πρώτο τρίμηνο), η ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η εντός των στόχων εκτέλεση του προϋπολογισμού (το Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης το πρώτο εξάμηνο εκτιμάται πως θα αυξηθεί κατά 613 εκατ. ευρώ), η θετική εξέλιξη στην πορεία των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η αποκλιμάκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην εφορία. Στα αρνητικά καταχωρούνται η αύξηση των ληξιπρόθεσμων εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, το σταθερά υψηλό ποσοστό της ανεργίας (περί το 20% την άνοιξη φέτος), ο χαμηλός πληθωρισμός (1% τον Ιούνιο), η αύξηση των εισαγωγών για καταναλωτικούς κι όχι παραγωγικούς σκοπούς και η συνεχιζόμενη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας (κατά -0,8% έως -1,14% όπως εκτιμάται).

Στο πλαίσιο των εν λόγω οικονομικών μεταβλητών, το Eurogroup της 22ας Ιουνίου αποφάσισε τη μεταμνημονιακή είσοδο της χώρας στον σκληρό κόσμο των αγορών, με «εφόδια» την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου 97 δισ. ευρώ στον EFSF για μια δεκαετία και τη σταδιακή επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων (ANFAs, SMPs) υπό καθεστώς αιρεσημότητας. Το βασικό σενάριο περιλαμβάνει: ετήσια οικονομική μεγέθυνση 3%, έσοδα 14 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022 και 2,2% ως το 2060, επιτόκια δανεισμού 4,1% το 2019 και 5,1% ως το 2060, με «μαξιλάρι» διαθέσιμων αποθεμάτων τα 24,1 δισ. ευρώ. Πάντως, οι αμφιβολίες ως προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους στις πρόσφατες εκθέσεις του ΔΝΤ και η αμφισβήτηση της φιλόδοξης προοπτικής των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων από το γερμανικό οικονομικό Τύπο επηρεάζουν αρνητικά τις αγορές και καθυστερούν την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς (αναξιόπιστους μεν πλην πολιτικοοικονομικά καθιερωμένους) οίκους αξιολόγησης.

Το Εθνικό Σχέδιο
Βάσει των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων το Εθνικό Σχέδιο προσδιορίζει τις μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες στη μεταμνημονιακή εποχή, ήτοι τη διασφάλιση ομαλής και χαμηλού κόστους χρηματοδότησης, την αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών επ’ ωφελεία της αύξησης της ρευστότητας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το μίγμα πολιτικής στη μεταμνημονιακή περίοδο προβλέπει τη συνέχιση της σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας, την αξιοποίηση των δημεύσεων περιουσιών, την εύνοια ρυθμίσεων για τις επενδύσεις και την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.

Μακροπρόθεσμα οι προτεραιότητες της μεταμνημονιακής εποχής, σύμφωνα με το Γραφείο του Προϋπολογισμού, σχετίζονται με την ανάσχεση των εισαγωγών, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας –με παράλληλη αύξηση του ρυθμού μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας– και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών του κράτους προς τους πολίτες.

Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του κ. Φρ. Κουτεντάκη, επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η αντιμετώπιση των όποιων αμφιβολιών για την εφαρμογή μιας επιτυχημένης εθνικής συνταγής, όσον αφορά στη μακροπρόθεσμη οικονομική μεγέθυνση της χώρας χωρίς δανεισμό από τους θεσμούς, βασίζεται αφενός στην αξιοπιστία της εφαρμογής των μνημονιακών ρυθμίσεων μετά το τέλος των μνημονίων, προκειμένου να μην επηρεάζονται τα επιτόκια των αγορών, αφετέρου δε στην πιστή εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, χωρίς πολιτικές πιέσεις ή σκεπτικά επεκτατικών οικονομικών παρεκβάσεων, οι οποίες θα επιβράδυναν ή θα αναιρούσαν τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου του Προϋπολογισμού της Βουλής, οι οικονομικές συνθήκες παρέμειναν ευνοϊκές στο δύο πρώτα τρίμηνα του 2018, τα τελευταία πριν την τυπική λήξη των μνημονίων. Στα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία ως θετικά καταγράφονται ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης (2,3% το πρώτο τρίμηνο του 2018), η αύξηση της απασχόλησης (1,8% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017) και των αμοιβών εργασίας (ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους ανέβηκε 4,9% το πρώτο τρίμηνο), η ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η εντός των στόχων εκτέλεση του προϋπολογισμού (το Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης το πρώτο εξάμηνο εκτιμάται πως θα αυξηθεί κατά 613 εκατ. ευρώ), η θετική εξέλιξη στην πορεία των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η αποκλιμάκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην εφορία. Στα αρνητικά καταχωρούνται η αύξηση των ληξιπρόθεσμων εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, το σταθερά υψηλό ποσοστό της ανεργίας (περί το 20% την άνοιξη φέτος), ο χαμηλός πληθωρισμός (1% τον Ιούνιο), η αύξηση των εισαγωγών για καταναλωτικούς κι όχι παραγωγικούς σκοπούς και η συνεχιζόμενη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας (κατά -0,8% έως -1,14% όπως εκτιμάται).

Στο πλαίσιο των εν λόγω οικονομικών μεταβλητών, το Eurogroup της 22ας Ιουνίου αποφάσισε τη μεταμνημονιακή είσοδο της χώρας στον σκληρό κόσμο των αγορών, με «εφόδια» την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου 97 δισ. ευρώ στον EFSF για μια δεκαετία και τη σταδιακή επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων (ANFAs, SMPs) υπό καθεστώς αιρεσημότητας. Το βασικό σενάριο περιλαμβάνει: ετήσια οικονομική μεγέθυνση 3%, έσοδα 14 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022 και 2,2% ως το 2060, επιτόκια δανεισμού 4,1% το 2019 και 5,1% ως το 2060, με «μαξιλάρι» διαθέσιμων αποθεμάτων τα 24,1 δισ. ευρώ. Πάντως, οι αμφιβολίες ως προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους στις πρόσφατες εκθέσεις του ΔΝΤ και η αμφισβήτηση της φιλόδοξης προοπτικής των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων από το γερμανικό οικονομικό Τύπο επηρεάζουν αρνητικά τις αγορές και καθυστερούν την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς (αναξιόπιστους μεν πλην πολιτικοοικονομικά καθιερωμένους) οίκους αξιολόγησης.

Το Εθνικό Σχέδιο
Βάσει των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων το Εθνικό Σχέδιο προσδιορίζει τις μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες στη μεταμνημονιακή εποχή, ήτοι τη διασφάλιση ομαλής και χαμηλού κόστους χρηματοδότησης, την αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών επ’ ωφελεία της αύξησης της ρευστότητας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το μίγμα πολιτικής στη μεταμνημονιακή περίοδο προβλέπει τη συνέχιση της σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας, την αξιοποίηση των δημεύσεων περιουσιών, την εύνοια ρυθμίσεων για τις επενδύσεις και την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.

Μακροπρόθεσμα οι προτεραιότητες της μεταμνημονιακής εποχής, σύμφωνα με το Γραφείο του Προϋπολογισμού, σχετίζονται με την ανάσχεση των εισαγωγών, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας –με παράλληλη αύξηση του ρυθμού μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας– και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών του κράτους προς τους πολίτες.

Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του κ. Φρ. Κουτεντάκη, επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η αντιμετώπιση των όποιων αμφιβολιών για την εφαρμογή μιας επιτυχημένης εθνικής συνταγής, όσον αφορά στη μακροπρόθεσμη οικονομική μεγέθυνση της χώρας χωρίς δανεισμό από τους θεσμούς, βασίζεται αφενός στην αξιοπιστία της εφαρμογής των μνημονιακών ρυθμίσεων μετά το τέλος των μνημονίων, προκειμένου να μην επηρεάζονται τα επιτόκια των αγορών, αφετέρου δε στην πιστή εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, χωρίς πολιτικές πιέσεις ή σκεπτικά επεκτατικών οικονομικών παρεκβάσεων, οι οποίες θα επιβράδυναν ή θα αναιρούσαν τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις.


ΣΕΒ: Συνηγορία επί το αυστηρότερον
Ήδη τα συμπεράσματα τόσο του πρόσφατου επενδυτικού συνεδρίου του ΣΕΒ όσο και των καλοκαιριάτικων εβδομαδιαίων και μηνιαίων του δελτίων οικονομικής συγκυρίας θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μήτρα κοινών συμπερασμάτων με του Γραφείου του Προϋπολογισμού της Βουλής. Οι επιπλέον επισημάνσεις της «δεξαμενής σκέψης» του ΣΕΒ αφορούν εμφατικά το μεγάλο κόστος της δημοσιονομικής πειθαρχίας (την υπερφορολόγηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών), την ισοσκέλιση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πάνω στην τουριστική άνοδο των τελευταίων ετών αντί στις παραγωγικές επενδύσεις και την πολύ μικρή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, συγκριτικά με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αναφορικά με τα τελευταία δεδομένα, παρά τη μικρή υποχώρηση του οικονομικού κλίματος τον Ιούνιο φέτος (από 104,2 το Μάιο σε 102,5 τον Ιούνιο) οι βραχυχρόνιες οικονομικές επιδόσεις, αν και παρέμειναν κατά πλειονότητα θετικές (αύξηση πωλήσεων στη μεταποίηση και εξαγωγών αγαθών, αύξηση κύκλου εργασιών υπηρεσιών κ.λπ.), ήταν ωστόσο αναιμικές. Ταυτόχρονα δεν έχουν λείψει τα ανησυχητικά σημάδια, όπως η αρνητική πιστωτική επέκταση στις επιχειρήσεις τον Μάιο (-1,9%) και η μείωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Στο προαναφερόμενο οικονομικό πλαίσιο ξεκίνησε η εποχή της μεταμνημονιακής υπερενισχυμένης εποπτείας μας από τους θεσμούς υπό το άχθος του υψηλού χρέους, των «κόκκινων» δανείων, των χρεών εν γένει προς Δημόσιο και διεθνείς δανειστές, τις μειούμενες επενδύσεις, τις προβληματικές εισαγωγές και τις ανεπαρκείς εξαγωγές, τη γήρανση του εργατικού δυναμικού και τη χαμηλή παραγωγικότητα κι ανταγωνιστικότητα. Κατά το ΣΕΒ η μειωμένη παραγωγικότητα αποτελεί μείζον πρόβλημα, αφού οι μέχρι τώρα θετικές διεργασίες στην οικονομία και τα μεταμνημονιακά δεδομένα δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την ανάπτυξη και τη διάρκειά της. Συνεπώς ο κίνδυνος της στασιμότητας με χαμηλή ανάπτυξη και ανεργία είναι κάτι περισσότερο από ορατός.

Η θεραπεία των ελληνικών παθογενειών κατά το ΣΕΒ βρίσκεται στην αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, στο πλαίσιο ενός περιβάλλοντος ικανού να ευνοεί ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4%-5%( !), με αύξηση επενδύσεων 15%, φιλικούς όρους για τις επιχειρήσεις, περεταίρω θεσμική αναδιάρθρωση, βάθυνση και ανανέωση των μεταρρυθμίσεων, αποτελεσματική παιδεία και χαμηλούς φόρους στην παραγωγή. Οι προϋποθέσεις επιτυχίας ενός τέτοιου μεταρρυθμιστικού «πακέτου», εκτιμάται από το Σύνδεσμο, σχετίζονται με την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής επί τα ίχνη της μνημονιακής περιόδου, με την εδραίωση της εμπιστοσύνης, που αρχίζει να ανακτά διεθνώς η χώρα, και τον αποκλεισμό κάθε πειράματος επεκτατικής πολιτικής. Εντέλει κυβέρνηση και ΣΕΒ συμπίπτουν στις εκτιμήσεις τους για τη μεταμνημονιακή ατζέντα, με διακριτό στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ τους την εμμονή του ΣΕΒ στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και την πρωσική πειθαρχία στο μνημονιακό μεταρρυθμιστικό κανόνα.

Οι ετερόδοξοι
Ωστόσο ένα ετερόκλητο πλήθος παρατηρητών, οικονομικών αναλυτών, πολιτικών εκπροσώπων και θεσμικών φορέων των πληττόμενων κοινωνικών κατηγοριών από το μεταρρυθμιστικό οίστρο της περιόδου 2010-2018 και από το θεσμικό αποτύπωμά του αμφισβητούν την ευστάθεια του μεταμνημονιακού σχεδίου. Θεωρούν, δηλαδή, άπιαστο όνειρο τη μείωση του χρέους και τη σύγκλιση με τις οικονομίες της ευρωζώνης, καθώς, όπως εξηγούν, οι βαρύτατες απώλειες σε εισόδημα, επενδύσεις, εργασία και μισθούς έχουν ήδη καταστρέψει μεγάλο μέρος των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας με μη αναστρέψιμα αποτελέσματα.

Οι ριζοσπαστικότερες αναγνώσεις αμφιβάλλουν για την έξοδο στο «ξέφωτο» των αγορών στη βάση της αμφισβήτησης εν γένει της αρχιτεκτονικής των μνημονιακών πολιτικών από το 2010. Η Ελλάδα, λένε, αποτυγχάνει να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις της μεγέθυνσης, ακριβώς γιατί υιοθετεί και εφαρμόζει κυκλικές πολιτικές που της επιβάλλονται, στο πλαίσιο ενός επαχθούς για τα ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα διεθνούς οικονομικού καταμερισμού. Από αυτή τη άποψη ερμηνεύονται η ένταξη της ελληνικής οικονομίας σε αυτόν, μέσω της επιβολής του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος, η σταθερή εξάρτησή της από τις εισαγωγές ως αποτέλεσμα της εγχώριας παραγωγικής αναιμίας και του «ανοίγματος» των αγορών, η αυξημένη εποπτεία ως το 2050 και η αδυναμία εφαρμογής επεκτατικής πολιτικής, τα καταστροφικά πρωτογενή πλεονάσματα για νοικοκυριά κι επιχειρήσεις (κυρίως τις μικρομεσαίες) ως το 2060, η εσαεί αδυναμία μισθών και συντάξεων να τονώσουν τη ζήτηση, η υψηλή ανεργία, η απορρύθμιση της εργασίας, η τεράστια διαρροή της ειδικευμένης νεανικής επιστημονικής γνώσης στο εξωτερικό, η αποεπένδυση, η κατάρρευση των συστημάτων κοινωνικής αναπαραγωγής κ.ά., με διαχρονικό παρανομαστή την ανελέητη λιτότητα. Ποιες απόψεις θα δικαιωθούν; Η ιστορία θα δείξει. Καμία βεβαιότητα προκαθορισμού δεν υπάρχει. Το μόνο βέβαιο είναι πως τα υλικά καθορίζουν το μίγμα και κατά συνέπεια το δημιούργημα…

σελφ σερβις (T. 486)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION