σελφ σερβις - Ελληνική οικονομία: εξαντλημένη, αδύναμη, με χαμηλές προσδοκίες

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Ελληνική οικονομία: εξαντλημένη, αδύναμη, με χαμηλές προσδοκίες

20 Ιουλίου 2017 | 11:03 Γράφει ο Γιώργος  Αργείτης Topics: Έρευνα,Θεσμικά

Γιώργος Αργείτης

Η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι η βάση για την αξιολόγηση αφενός των συνεπειών των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής και αφετέρου των προοπτικών της τα αμέσως επόμενα χρόνια. Η θεμελιακή παραδοχή βάσει της οποίας πρέπει να γίνει η αξιολόγηση αυτή είναι ότι η σταθερότητα και η δυναμική της οικονομίας εξαρτώνται από τις ροές εισοδήματος και ρευστότητας, όπως αυτές μεταβάλλονται και αλληλεπιδρούν μεταξύ των βασικών τομέων της οικονομίας και μεταξύ της οικονομίας και της κοινωνίας.

H ασκούμενη πολιτική της δημοσιονομικής λιτότητας έχει φτάσει στα όριά της, τόσο ως προς τη μείωση των κοινωνικών δαπανών όσο και ως προς την υπερφορολόγηση των έντιμων φορολογουμένων. Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής θα υπονομεύσει περαιτέρω τις βασικές δημοσιονομικές λειτουργίες της χώρας, τη φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα και τη βιωσιμότητα του χρέους. Η υπερφορολόγηση δεν δημιουργεί βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ η εύθραυστη και αβέβαιη τάση μεγέθυνσης της οικονομίας δεν δημιουργεί διατηρήσιμες προσδοκίες δημοσιονομικής φερεγγυότητας.

Η ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας, κυρίως μέσω της μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου ορίου τα αμέσως επόμενα χρόνια, κατά τα οποία η οικονομία καλείται να πετύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, θα επηρεάσει αρνητικά τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών, την κατανάλωσή τους και τη δυνατότητα κάλυψης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα αφενός τη διατήρηση, αν όχι την επιδείνωση, του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού τομέα και αφετέρου την αποδυνάμωση, αν όχι την ανάσχεση, της επεκτατικής προοπτικής του πραγματικού τομέα της οικονομίας.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και ενδογενώς αδύναμη. Η βελτίωση της απασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας αφορά κυρίως σε επισφαλείς θέσεις εργασίας. Η υλοποίηση των προγραμμάτων προσαρμογής δεν έχει επιφέρει κάποιον ουσιαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό, που θα δημιουργούσε θετικές προσδοκίες μετάβασης της οικονομίας σε ένα νέο, πιο εξωστρεφές και διατηρήσιμο μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα, έχει προκαλέσει μια ιστορικής κλίμακας αποεπένδυση, η οποία υπονομεύει τη μακροχρόνια δυναμική της οικονομίας. Χαρακτηριστικά, οι επιχειρήσεις υπέστησαν απώλεια κεφαλαιακού αποθέματος 33,9 δισ. ευρώ μεταξύ β΄ τριμήνου 2009 και β΄ τριμήνου 2016, ενώ στο σύνολο της οικονομίας το αντίστοιχο μέγεθος υπερβαίνει τα 76 δισ. ευρώ.

Ανησυχητική επίσης εξέλιξη στο μακροοικονομικό σύστημα της οικονομίας είναι η απόκλιση της κατανάλωσης από το διαθέσιμο εισόδημα μετά το 2012. Τα νοικοκυριά εμφανίζονται να έχουν αρνητικές νέες αποταμιεύσεις και μείωση του πλούτου τους. Αυτό έχει αρνητική επίδραση στις καταθέσεις τους και στη δυνατότητα ικανοποίησης των φορολογικών και των δανειακών υποχρεώσεών τους.

Οι προαναφερόμενες τάσεις και κυρίως η περαιτέρω επιδείνωσή τους θα υπονομεύουν τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η αβεβαιότητα και η αστάθεια στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον δεν δημιουργούν υψηλές προσδοκίες για την εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας, εκτός ίσως του τουρισμού.

Η συνοχή της αγοράς εργασίας θυσιάστηκε στο όνομα της ιδεοληπτικής συσχέτισης της ανταγωνιστικότητας με τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Το ποσοστό της ανεργίας, κοντά στο 23,5%, εξακολουθεί να είναι οικονομικά και κοινωνικά μη αποδεκτό, καθώς περιορίζει δραστικά το πραγματικό και το δυνητικό προϊόν της οικονομίας και επιδεινώνει το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Αν λάβουμε υπόψη και τους αποθαρρημένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση, τότε η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι δραματική. Η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%, ενώ το ποσοστό της ανεργίας στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%.

H ασκούμενη πολιτική της δημοσιονομικής λιτότητας έχει φτάσει στα όριά της, τόσο ως προς τη μείωση των κοινωνικών δαπανών όσο και ως προς την υπερφορολόγηση των έντιμων φορολογουμένων. Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής θα υπονομεύσει περαιτέρω τις βασικές δημοσιονομικές λειτουργίες της χώρας, τη φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα και τη βιωσιμότητα του χρέους. Η υπερφορολόγηση δεν δημιουργεί βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ η εύθραυστη και αβέβαιη τάση μεγέθυνσης της οικονομίας δεν δημιουργεί διατηρήσιμες προσδοκίες δημοσιονομικής φερεγγυότητας.

Η ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας, κυρίως μέσω της μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου ορίου τα αμέσως επόμενα χρόνια, κατά τα οποία η οικονομία καλείται να πετύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, θα επηρεάσει αρνητικά τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών, την κατανάλωσή τους και τη δυνατότητα κάλυψης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα αφενός τη διατήρηση, αν όχι την επιδείνωση, του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού τομέα και αφετέρου την αποδυνάμωση, αν όχι την ανάσχεση, της επεκτατικής προοπτικής του πραγματικού τομέα της οικονομίας.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και ενδογενώς αδύναμη. Η βελτίωση της απασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας αφορά κυρίως σε επισφαλείς θέσεις εργασίας. Η υλοποίηση των προγραμμάτων προσαρμογής δεν έχει επιφέρει κάποιον ουσιαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό, που θα δημιουργούσε θετικές προσδοκίες μετάβασης της οικονομίας σε ένα νέο, πιο εξωστρεφές και διατηρήσιμο μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα, έχει προκαλέσει μια ιστορικής κλίμακας αποεπένδυση, η οποία υπονομεύει τη μακροχρόνια δυναμική της οικονομίας. Χαρακτηριστικά, οι επιχειρήσεις υπέστησαν απώλεια κεφαλαιακού αποθέματος 33,9 δισ. ευρώ μεταξύ β΄ τριμήνου 2009 και β΄ τριμήνου 2016, ενώ στο σύνολο της οικονομίας το αντίστοιχο μέγεθος υπερβαίνει τα 76 δισ. ευρώ.

Ανησυχητική επίσης εξέλιξη στο μακροοικονομικό σύστημα της οικονομίας είναι η απόκλιση της κατανάλωσης από το διαθέσιμο εισόδημα μετά το 2012. Τα νοικοκυριά εμφανίζονται να έχουν αρνητικές νέες αποταμιεύσεις και μείωση του πλούτου τους. Αυτό έχει αρνητική επίδραση στις καταθέσεις τους και στη δυνατότητα ικανοποίησης των φορολογικών και των δανειακών υποχρεώσεών τους.

Οι προαναφερόμενες τάσεις και κυρίως η περαιτέρω επιδείνωσή τους θα υπονομεύουν τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η αβεβαιότητα και η αστάθεια στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον δεν δημιουργούν υψηλές προσδοκίες για την εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας, εκτός ίσως του τουρισμού.

Η συνοχή της αγοράς εργασίας θυσιάστηκε στο όνομα της ιδεοληπτικής συσχέτισης της ανταγωνιστικότητας με τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Το ποσοστό της ανεργίας, κοντά στο 23,5%, εξακολουθεί να είναι οικονομικά και κοινωνικά μη αποδεκτό, καθώς περιορίζει δραστικά το πραγματικό και το δυνητικό προϊόν της οικονομίας και επιδεινώνει το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Αν λάβουμε υπόψη και τους αποθαρρημένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση, τότε η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι δραματική. Η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%, ενώ το ποσοστό της ανεργίας στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%.


Παράλληλα, οι κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά λίγες σε αριθμό, ενώ οι ΣΣΕ σε επίπεδο επιχείρησης υπερτερούν συντριπτικά. Οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει από 79% το 2009 σε 45,3% το 2016, ενώ οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας, που το 2009 αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%. Η συρρίκνωση της προστασίας της εργασίας, η μείωση του κατώτατου μισθού από το 2012 και η δραματική αύξηση της ανεργίας, ως άξονες της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, είναι οι βασικές αιτίες της κατάρρευσης των μισθών και των προαναφερόμενων μακροοικονομικών ανισορροπιών της οικονομίας.

Η περίοδος της κρίσης και των προγραμμάτων προσαρμογής συνοδεύτηκε από ιδιαίτερα αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως εκφράζονται από τους σχετικούς δείκτες φτώχειας και ανισότητας. Ο δείκτης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε από 27,7% το 2010 σε 35,7% το 2015. Η φτωχοποίηση έπληξε πρωτίστως τους ανέργους και τους μισθωτούς εργαζομένους. Ένδειξη της ισχυρής συσχέτισης μεταξύ της κατάστασης στην αγορά εργασίας και της φτωχοποίησης της κοινωνίας αποτελεί το γεγονός ότι το ποσοστό των εργαζομένων στο όριο της φτώχειας, που έχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου, είναι σχεδόν τριπλάσιο από εκείνο των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ο δείκτης φτώχειας S6/S1 επιβεβαιώνει πως η κρίση στην Ελλάδα έπληξε περισσότερο τα χαμηλότερα τμήματα της εισοδηματικής κατανομής.

Υπάρχει διέξοδος;
Η συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος προσαρμογής περιλαμβάνει ένα νέο πακέτο μέτρων λιτότητας, τα οποία θα προκαλέσουν νέο αρνητικό σοκ ζήτησης στην οικονομία τα αμέσως επόμενα χρόνια. Οι ελπίδες εξόδου από την κρίση απορρέουν κυρίως από τις προσδοκίες ότι η συμφωνία θα είναι η αρχή ενός θετικού σοκ επενδύσεων-προσφοράς με τη βοήθεια και των ιδιωτικοποιήσεων.

Όμως, ακόμη και αν η ελληνική οικονομία μεταβεί το επόμενο διάστημα σε θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, αυτό θα αποτελεί μεν θετική εξέλιξη, αλλά όχι απαραίτητα ένδειξη διατηρήσιμης εξόδου από την κρίση. Θα είναι εύθραυστη, στο βαθμό που δεν θα συνοδεύεται από μια δραστική μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προς το κράτος και τις τράπεζες, καθώς και από ουσιαστική αύξηση της απασχόλησης και των ροών εισοδήματος.

Οι παραγωγικές ικανότητες κάθε οικονομίας είναι αυτές που συνθέτουν τη δυναμική ή την ανεπάρκειά της και προσδιορίζουν τις μακροοικονομικές και τις δημοσιονομικές της επιδόσεις, καθώς και την κατάσταση του εξωτερικού της ισοζυγίου. Η δημιουργία συγκριτικών πλεονεκτημάτων χαμηλού κόστους για την Ελλάδα μέσω της πολιτικής τής εσωτερικής υποτίμησης είναι αδιέξοδη, γιατί η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ανταγωνιστικές πιέσεις ισχυρών τεχνολογικά οικονομιών, αλλά ούτε και εκείνων που έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα στο χαμηλό κόστος εργασίας.

Συνεπώς, η προοπτική της οικονομίας και η βιώσιμη έξοδός της από την κρίση θα εξαρτηθεί από την επέκταση των παραγωγικών της δυνατοτήτων. Η βελτίωση των επιχειρηματικών δομών είναι σημαντική για την παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η βελτίωση της κρατικής αποτελεσματικότητας είναι επίσης καθοριστική για την υπέρβαση από γραφειοκρατικές εμπλοκές. Εκείνο όμως που θα κρίνει τις προαναφερόμενες εξελίξεις είναι η δημοσιονομική και η μακροοικονομική σταθερότητα της οικονομίας.

Δύο είναι οι προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό: Αρχικά, η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο. Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είναι πλέον μια παράμετρος του ευρωπαϊκού πολιτικού και ιδεολογικού κύκλου και των γερμανικών γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων. Παρά ταύτα, ένα βιώσιμο δημόσιο χρέος αφαιρεί την αβεβαιότητα από την οικονομία, ενώ η ανάκτηση της φερεγγυότητάς της μειώνει το πιστωτικό της ρίσκο και κυρίως σταθεροποιεί το σύστημα πληρωμών και χρηματοδότησής της. Το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της οικονομίας, πολύ περισσότερο για την κλαδική-παραγωγική ανασυγκρότησή της. Ωστόσο, η φερεγγυότητα μιας οικονομίας στις αγορές δύσκολα ανακτάται όταν οι τελευταίες εκτιμούν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα που θα αναχρηματοδοτήσει τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας δεν είναι βιώσιμο.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι διατηρήσιμα, μόνο όταν είναι αποτέλεσμα οικονομικής μεγέθυνσης με παράλληλη αύξηση της απασχόλησης, όταν καθορίζονται βάσει των πραγματικών αναπτυξιακών και κοινωνικών δυνατοτήτων της χώρας. Κατά συνέπεια, η δεύτερη προϋπόθεση είναι η έξοδος της χώρας από την παγίδα λιτότητας μέσα στην οποία βρίσκεται από το 2010.

Ωστόσο, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας βιώσιμης στρατηγικής εξόδου της χώρας από την κρίση προϋποθέτουν ουσιαστική και όχι επικοινωνιακή και ιδεοληπτική πολιτική διαχείριση της οικονομίας και κυρίως την αξιοποίηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της χώρας.

σελφ σερβις (T. 473)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION