σελφ σερβις - Σε κουβέντα –για τις τιμές– να βρισκόμαστε!

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Θεσμικά

Σε κουβέντα –για τις τιμές– να βρισκόμαστε!

28 Μαρτίου 2012 | 13:06 Γράφει ο Πλάτωνας  Τσούλος Topics: Αγορά

Σε κουβέντα –για τις τιμές– να βρισκόμαστε!

Μια ακόμη παρέμβαση στο ζήτημα των τιμών, με στόχο τον αποπληθωρισμό τους, αλλά με αμφίβολα και πάλι αποτελέσματα επιχειρεί το ΥΠΑΑΝ, καταργώντας τις διατάξεις περί απαγόρευσης των πωλήσεων κάτω του κόστους.

Aν και από μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η πλήρης απελευθέρωση του πλαισίου διαμόρφωσης των τιμών θα οδηγούσε σε μειώσεις στη λιανική τιμολόγηση, που τόσο έχει ανάγκη το κοινωνικό σύνολο, επί της ουσίας αλλαγές δεν αναμένονται στα ράφια, διότι, όπως εξηγούν τα στελέχη της αγοράς, η απαγόρευση των πωλήσεων κάτω του κόστους μόνο ψυχολογικά πίεζε τα σούπερ μάρκετ.

«Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν ο ανταγωνισμός πουλά σε τιμές κάτω του κόστους. Το κόστος αγοράς είναι μια "ξεχασμένη υπόθεση". Οι αλυσίδες κατασκοπεύουν η μια την άλλη στα ράφια και, αν υποτεθεί ότι υπάρχει ζήτημα με τις τιμές, οι αδικούμενες αλυσίδες στρέφονται στους προμηθευτές τους, ζητώντας διόρθωση της τιμής κτήσης των προϊόντων τους προς τα κάτω, με έκτακτα πιστωτικά σημειώματα», αναφέρει στέλεχος γνωστής αλυσίδας στο σελφ σέρβις, προσθέτοντας:

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να προσδιορίσεις το net κόστος των αγαθών. Για να το εντοπίσεις πρέπει πρώτα σε επίπεδο έτους να κλείσουν όλα τα πιστωτικά σημειώματα ανά κωδικό. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, η αγορά στο σύνολό της στη διάρκεια του έτους δουλεύει με υποθέσεις σε ό,τι αφορά τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους. Κατά συνέπεια και ο ελεγκτής μόνο μετά από ένα χρόνο θα μπορούσε να προσεγγίσει το net κόστος ενός αγαθού. Τι σημασία θα είχε όμως τότε το οποιοδήποτε συμπέρασμα;», διερωτήθηκε το ίδιο στέλεχος.

Όπως εξηγεί, «ακόμη κι αν εντόπιζε κανείς πολύ χαμηλά ή πολύ υψηλά περιθώρια κέρδους, πρακτικά δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία, καθώς δεν υπάρχει διάταξη η οποία προσδιορίζει το κέρδος των εταιρειών. Η αγορά είναι ελεύθερη. Όποιος θέλει μπορεί να πουλά ακριβά, με τον κίνδυνο ο ανταγωνισμός να τον πετάξει εκτός, ή πολύ χαμηλά, με τον κίνδυνο να "κοκκινίσει" το καθαρό του αποτέλεσμα και να τεθεί υπό αμφισβήτηση η βιωσιμότητά της επιχείρησής του».

Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι η παρέμβαση για την απαγόρευση των πωλήσεων κάτω του κόστους γίνεται για το θεαθήναι, όχι για λόγους ουσίας, ή έστω απλώς και μόνο για τον εκσυγχρονισμό του Αγορανομικού Κώδικα...

Ο αντίλογος των «μικρών ψαριών»
Πάντως, για το ζήτημα της κατάργησης της απαγόρευσης των πωλήσεων κάτω του κόστους υπάρχει και ο αντίλογος, προερχόμενος από τις μικρές δυνάμεις της αγοράς, που όπως τονίζουν με έμφαση «η απελευθέρωση των πωλήσεων προς τα κάτω εντάσσεται στο γενικότερο σχέδιο ξεπουλήματος της χώρας και την εμπέδωση του κανόνα που θέλει πάντα "το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό".

Το ελληνικό λιανεμπόριο, οι μικρές δυνάμεις της αγοράς, δεν έχουν την πολυτέλεια της αντοχής να χάνουν για δύο με τρία χρόνια, προκειμένου να κρατήσουν ή και να αυξήσουν τα μερίδιά τους. Γι’ αυτόν τον λόγο η αγορά μας θα περάσει εντέλει υπό τον έλεγχο των τριών-τεσσάρων ισχυρών του κλάδου...».

Όσο για το net κόστος, παράγοντες που εκπροσωπούν ομίλους αγορών επισημαίνουν ότι «αυτό το βρίσκεις αμέσως, με το πάτημα ενός κουμπιού, καθώς τα πάντα στην εποχή μας είναι ψηφιοποιημένα. Όμως στην αγορά σήμερα τα συμφέροντα είναι τόσο ισχυρά, που δύσκολα ο ελεγκτικός μηχανισμός θα μπορούσε να μπει
στα "βαθιά" και να επιβάλλει την τάξη. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, από το καταργούνται διατάξεις που ποτέ κανείς δεν τόλμησε να εφαρμόσει;», διερωτώνται οι ίδιοι παράγοντες.

Η αγορά αποδέχεται, βέβαια, ότι το θέμα με τις τιμές υφίσταται στην περίπτωση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, σχετικά με τα οποία το υπουργείο ασκεί δημόσια πίεση ώστε να αναστραφεί η ανοδική πορεία των τιμών, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού αλλαγές στην τιμολόγηση δεν καταγράφονται.

«Ο ανταγωνισμός είναι αυτός που καθορίζει τις τιμές και που εντέλει θα τις ρίξει όταν θα το απαιτήσουν πραγματικά οι συνθήκες της αγοράς», σχολιάζουν παράγοντες του λιανεμπορίου, προσθέτοντας: «Όντως στα 10.000 προϊόντα μιας αλυσίδας θα βρεθούν και 500 κωδικοί που πωλούνται ακριβά. Όμως, τα υπόλοιπα προϊόντα πωλούνται φθηνά και σίγουρα πρόκειται για βασικά είδη, στα οποία εστιάζονται και οι μεγαλύτερες πιέσεις του ανταγωνισμού».

Aν και από μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η πλήρης απελευθέρωση του πλαισίου διαμόρφωσης των τιμών θα οδηγούσε σε μειώσεις στη λιανική τιμολόγηση, που τόσο έχει ανάγκη το κοινωνικό σύνολο, επί της ουσίας αλλαγές δεν αναμένονται στα ράφια, διότι, όπως εξηγούν τα στελέχη της αγοράς, η απαγόρευση των πωλήσεων κάτω του κόστους μόνο ψυχολογικά πίεζε τα σούπερ μάρκετ.

«Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν ο ανταγωνισμός πουλά σε τιμές κάτω του κόστους. Το κόστος αγοράς είναι μια "ξεχασμένη υπόθεση". Οι αλυσίδες κατασκοπεύουν η μια την άλλη στα ράφια και, αν υποτεθεί ότι υπάρχει ζήτημα με τις τιμές, οι αδικούμενες αλυσίδες στρέφονται στους προμηθευτές τους, ζητώντας διόρθωση της τιμής κτήσης των προϊόντων τους προς τα κάτω, με έκτακτα πιστωτικά σημειώματα», αναφέρει στέλεχος γνωστής αλυσίδας στο σελφ σέρβις, προσθέτοντας:

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να προσδιορίσεις το net κόστος των αγαθών. Για να το εντοπίσεις πρέπει πρώτα σε επίπεδο έτους να κλείσουν όλα τα πιστωτικά σημειώματα ανά κωδικό. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, η αγορά στο σύνολό της στη διάρκεια του έτους δουλεύει με υποθέσεις σε ό,τι αφορά τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους. Κατά συνέπεια και ο ελεγκτής μόνο μετά από ένα χρόνο θα μπορούσε να προσεγγίσει το net κόστος ενός αγαθού. Τι σημασία θα είχε όμως τότε το οποιοδήποτε συμπέρασμα;», διερωτήθηκε το ίδιο στέλεχος.

Όπως εξηγεί, «ακόμη κι αν εντόπιζε κανείς πολύ χαμηλά ή πολύ υψηλά περιθώρια κέρδους, πρακτικά δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία, καθώς δεν υπάρχει διάταξη η οποία προσδιορίζει το κέρδος των εταιρειών. Η αγορά είναι ελεύθερη. Όποιος θέλει μπορεί να πουλά ακριβά, με τον κίνδυνο ο ανταγωνισμός να τον πετάξει εκτός, ή πολύ χαμηλά, με τον κίνδυνο να "κοκκινίσει" το καθαρό του αποτέλεσμα και να τεθεί υπό αμφισβήτηση η βιωσιμότητά της επιχείρησής του».

Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι η παρέμβαση για την απαγόρευση των πωλήσεων κάτω του κόστους γίνεται για το θεαθήναι, όχι για λόγους ουσίας, ή έστω απλώς και μόνο για τον εκσυγχρονισμό του Αγορανομικού Κώδικα...

Ο αντίλογος των «μικρών ψαριών»
Πάντως, για το ζήτημα της κατάργησης της απαγόρευσης των πωλήσεων κάτω του κόστους υπάρχει και ο αντίλογος, προερχόμενος από τις μικρές δυνάμεις της αγοράς, που όπως τονίζουν με έμφαση «η απελευθέρωση των πωλήσεων προς τα κάτω εντάσσεται στο γενικότερο σχέδιο ξεπουλήματος της χώρας και την εμπέδωση του κανόνα που θέλει πάντα "το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό".

Το ελληνικό λιανεμπόριο, οι μικρές δυνάμεις της αγοράς, δεν έχουν την πολυτέλεια της αντοχής να χάνουν για δύο με τρία χρόνια, προκειμένου να κρατήσουν ή και να αυξήσουν τα μερίδιά τους. Γι’ αυτόν τον λόγο η αγορά μας θα περάσει εντέλει υπό τον έλεγχο των τριών-τεσσάρων ισχυρών του κλάδου...».

Όσο για το net κόστος, παράγοντες που εκπροσωπούν ομίλους αγορών επισημαίνουν ότι «αυτό το βρίσκεις αμέσως, με το πάτημα ενός κουμπιού, καθώς τα πάντα στην εποχή μας είναι ψηφιοποιημένα. Όμως στην αγορά σήμερα τα συμφέροντα είναι τόσο ισχυρά, που δύσκολα ο ελεγκτικός μηχανισμός θα μπορούσε να μπει
στα "βαθιά" και να επιβάλλει την τάξη. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, από το καταργούνται διατάξεις που ποτέ κανείς δεν τόλμησε να εφαρμόσει;», διερωτώνται οι ίδιοι παράγοντες.

Η αγορά αποδέχεται, βέβαια, ότι το θέμα με τις τιμές υφίσταται στην περίπτωση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, σχετικά με τα οποία το υπουργείο ασκεί δημόσια πίεση ώστε να αναστραφεί η ανοδική πορεία των τιμών, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού αλλαγές στην τιμολόγηση δεν καταγράφονται.

«Ο ανταγωνισμός είναι αυτός που καθορίζει τις τιμές και που εντέλει θα τις ρίξει όταν θα το απαιτήσουν πραγματικά οι συνθήκες της αγοράς», σχολιάζουν παράγοντες του λιανεμπορίου, προσθέτοντας: «Όντως στα 10.000 προϊόντα μιας αλυσίδας θα βρεθούν και 500 κωδικοί που πωλούνται ακριβά. Όμως, τα υπόλοιπα προϊόντα πωλούνται φθηνά και σίγουρα πρόκειται για βασικά είδη, στα οποία εστιάζονται και οι μεγαλύτερες πιέσεις του ανταγωνισμού».


Παραδοχή αδυναμίας
Από την πλευρά, πάντως, του ΥΠΑΑΝ οι δηλώσεις είναι καθησυχαστικές. Όπως υποστηρίζεται, αυτό που καταργείται είναι το πλαίσιο με τις διοικητικές διατάξεις, που είχαν θεσπιστεί το 2001 και μέχρι σήμερα ουδέποτε έτυχαν εφαρμογής.

Αντίθετα, σε ισχύ παραμένουν οι ρυθμίσεις που απαγορεύουν τις πωλήσεις κάτω του κόστους από εταιρείες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά το υπουργείο, αρμόδια να παρεμβαίνει είναι η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Αρμοδιότητα παρέμβασης έχει και το υπουργείο, υπό την έννοια της παραπομπής των σχετικών υποθέσεων στην ανεξάρτητη αρχή προς διερεύνηση.

Στελέχη του υπουργείου, αναφερόμενα στη σκοπιμότητα της κατάργησης των διατάξεων περί απαγόρευσης των πωλήσεων κάτω του κόστους, σημειώνουν ότι ουσιαστικά η κατάργηση διευκολύνει μόνο όσους επιθυμούν να ξεστοκάρουν, προκειμένου να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους, και προσθέτουν ότι η πώληση κάτω του κόστους μπορεί όντως να προκαλέσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό σε περιπτώσεις μόνο κατά τις οποίες η επιχείρηση που πουλά με επιθετικές τιμές, έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά (εξαιρετικά υψηλό μερίδιο).

Σε κάθε άλλη περίπτωση η αρνητική πώληση (πώληση με ζημιά) προκαλεί τον ανταγωνισμό, δηλαδή οδηγεί κι άλλες εταιρείες στο χαμήλωμα των τιμών προς όφελος του πληθωρισμού, άρα και υπέρ του καταναλωτή.

Ωστόσο, στελέχη του υπουργείου αναγνωρίζουν ότι το ισχύον καθεστώς έχει ένα τρωτό σημείο: Την αδυναμία των μηχανισμών ελέγχου της Επιτροπής Ανταγωνισμού να φθάσουν σε βάθος την έρευνα, εξετάζοντας υποθέσεις αρνητικών πωλήσεων σε επίπεδο εντοπισμένων γεωγραφικών περιοχών.

Όπως παραδειγματικά δηλώνεται, αν ένα σούπερ μάρκετ που μονοπωλεί μια γειτονία (κατέχει δηλαδή δεσπόζουσα θέση στην περιοχή) «επιτεθεί» τιμολογιακά, τότε τα μικρά σημεία πώλησης δεν θα έχουν περιθώριο αντίδρασης. Έτσι, η αρνητική πώληση θα πετύχει τον στόχο της να αφανιστούν τα καταστήματα της γειτονιάς.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, έχοντας σε προτεραιότητα υποθέσεις πανελλαδικής εμβέλειας, δεδομένων και των κενών της στη στελέχωση των υποδομών της, δεν πρόκειται πότε να φθάσει τον έλεγχο του ανταγωνισμού σε επίπεδο γειτονίας. Έτσι, οι μόνιμα χαμένοι και αδικαίωτοι θα είναι οι μικροί του λιανεμπορίου, που και εξαιτίας της κρίσης έχουν απολέσει την όποια ευελιξία αντιδράσεων.

Ουδέποτε εφαρμόστηκε η διάταξη
Ανεξάρτητα πάντως από τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά του υπουργείου, τα στελέχη του λιανεμπορίου, και ειδικότερα όσα εκπροσωπούν τους ισχυρούς του κλάδου, δηλώνουν με έμφαση ότι μπορεί μέχρι σήμερα να έχουν γίνει αγωγές στη δικαστήρια για πωλήσεις σε τιμές κάτω του κόστους, όμως ουδέποτε τεκμηριώθηκε αθέμιτη πρακτική, ουδέποτε επιβλήθηκε κάποια ποινή κι αυτό διότι ποτέ δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί ότι ένα προϊόν πουλήθηκε τελικά κάτω του κόστους!

«Όλες οι δίκες χάθηκαν», αναφέρει γνωστός παράγοντας της αγοράς, προσθέτοντας ότι «στην πραγματικότητα ουδέποτε εφαρμόστηκε διάταξη που απαγορεύει τις πωλήσεις κάτω του κόστους. Στην ουσία το υπουργείο κατήργησε ένα πλαίσιο που έμεινε επί πολλά χρόνια στα χαρτιά...».

Το ίδιο στέλεχος διερωτάται, επίσης, αν η Τρόικα γνωρίζει αυτή τη διάσταση της υπόθεσης, αν τα στελέχη της, δηλαδή, αντιλαμβάνονται ότι η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση δεν θα φέρει κάποια ουσιαστική αλλαγή στην αγορά κι επομένως τον αποπληθωρισμό των τιμών, που είναι το ζητούμενο.

Κατάσταση αδιεξόδου
Ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα, ο κόσμος διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι, ενώ το οικογενειακό εισόδημα έχει μειωθεί έως και 50%, οι τιμές στα ράφια των αλυσίδων σούπερ μάρκετ εμφανίζουν οριακή μόνο πτώση. Η ακρίβεια παραμένει καθημερινός πονοκέφαλος και για το αρμόδιο υπουργείο, ενώ τα στελέχη του λιανεμπορίου ισχυρίζονται ότι από τη μια δυσκολεύονται να πουλήσουν, λόγω του μειωμένου εισοδήματος των πελατών τους, από την άλλη η πραγματικότητα της αγοράς παραμένει άκαμπτη και σκληρή.

Ειδικότερα επισημαίνουν ότι, αν εξαιρεθεί η τάση εκλογίκευσης των ενοικίων, όλα τα άλλα έξοδα των σούπερ μάρκετ είτε παραμένουν σταθερά είτε αυξάνονται. Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι ενώ το κόστος εργασίας δεν έχει μειωθεί, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, το ρεύμα και το πετρέλαιο εκτινάχθηκαν στα ύψη, ότι ο κλάδος επιβαρύνθηκε από το ειδικό τέλος ακινήτων και οι πρώτες ύλες των περισσότερων προϊόντων έχουν αυξήθηκαν τόσο, ώστε οι προμηθευτές αδυνατούν να καταστούν περισσότερο ανταγωνιστικοί.

Όσο για τις επενδύσεις του λιανεμπορίου, ακόμη κι αν μειωθούν, οι τιμές δεν θα αλλάξουν. Διότι στο συνολικό τζίρο μιας αλυσίδας μετέχουν σε πολύ περιορισμένο ποσοστό, συνεπώς από μόνες τους δεν είναι ικανές να επιδράσουν πτωτικά στις τιμές. Κάνοντας μάλιστα έναν παραλληλισμό με άλλες αγορές, όπως της ένδυσης και υπόδησης, τα στελέχη του λιανεμπορίου ισχυρίζονται ότι οι τιμές τους στην Ελλάδα έπεσαν όχι μόνο εξαιτίας της κρίσης, αλλά και του γεγονότος ότι τα σχετικά προϊόντα πωλούνταν πολύ ακριβότερα, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, άρα υπήρχαν τα περιθώρια για τις εταιρείες να αλλάξουν την πολιτική τιμών τους.

«Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τα τρόφιμα, αφού δεν διαπιστώνονται σημαντικές αποκλείσεις από τις τιμές σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές», επισημαίνει παράγοντας της αγοράς, προσθέτοντας ότι ο κλάδος των σούπερ μάρκετ δεν έχει τα περιθώρια να προβεί σε διορθώσεις.

Μια ωραία ατμόσφαιρα...
Βέβαια, κανείς από την αγορά δεν μπαίνει στον κόπο να σχολιάσει ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα καρτέλ, τα οποία «ακούμπησε» στο παρελθόν η Επιτροπή Ανταγωνισμού, ή με τις ρήτρες απαγόρευσης των ελεύθερων εισαγωγών, που επιβάλλουν οι ισχυροί προμηθευτές της αγοράς στο λιανεμπόριο, ή ακόμα περισσότερο με τις ενδο-ομιλικές συναλλαγές, για τις οποίες πλέον δεν εγκαλούνται μόνο προμηθεύτριες εταιρείες αλλά και λιανεμπορικές αλυσίδες, κι επίσης με τις ετήσιες συμφωνίες λιανεμπορίου-βιομηχανίας, που κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού «αποτελούν μηχανισμούς ανατροφοδότησης της ακρίβειας...».

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι τιμές πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 10%, για να αισθανθούν οι καταναλωτές τη διαφορά. Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση ένα μεγάλο τμήμα της αγοράς θα οδηγηθεί σε κλείσιμο. Κατά τα λεγόμενα των στελεχών του λιανεμπορίου, ανάλογες μειώσεις μπορούν να γίνουν μόνον εφόσον μειωθεί δραματικά το εργασιακό κόστος. Αλλά κάτι τέτοιο θα έφερνε κατάρρευση της λιανικής – ας το έχουν στο νου τους όσοι εύχονται την περαιτέρω συμπίεση των μισθών και, όπως ακούγεται, την άγρια περικοπή των «δώρων» τον Ιούνιο.

Τα ίδια στελέχη δεν παραλείπουν να τονίσουν, έχοντας ειδικά στο θέμα αυτό το δίκιο με το μέρος τους, ότι οι άπειρες αγκυλώσεις του επιχειρείν στην Ελλάδα προσθέτουν κόστη που επιβαρύνουν τις τιμές και όσο υπάρχουν, ενόσω δεν αίρονται, δύσκολα μπορεί κανείς να περιμένει τον αποπληθωρισμό των τιμών. Πρέπει να ληφθούν μέτρα που θέλουν τουλάχιστον μια διετία για να αποδώσουν, αλλά μέχρι σήμερα η κυβέρνηση δηλώνει σχετικά μόνο τις καλές της προθέσεις, οπότε μερίδιο στην ευθύνη για τις τιμές στο ράφι φέρει ασφαλώς και η ίδια...

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι όσο μειώνεται η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και οι τιμές παραμένουν σταθερές, ο καταναλωτής θα καταδικάζεται να βιώνει τη σκληρή καθημερινότητα, περιορίζοντας τις δαπάνες του στα άκρως απαραίτητα για την επιβίωσή του, πράγμα που θα το αισθάνονται όλο και πιο οδυνηρά οι επιχειρήσεις...

σελφ σερβις (T. 415)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION