σελφ σερβις - Το ζοφερό φινάλε της μεταπολίτευσης

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Θεσμικά

Το ζοφερό φινάλε της μεταπολίτευσης

7 Ιουλίου 2010 | 13:35 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Απόψεις

Το ζοφερό φινάλε της μεταπολίτευσης

Οι γενικά «καλές» σχέσεις της κεντρικής εξουσίας με τον κόσμο της ευρείας λιανικής δεν έπαψαν ποτέ να χαρακτηρίζονται από πνεύμα αμοιβαίας καχυποψίας, λιγότερο ή περισσότερο φανερής. Το φαινόμενο ανάγεται στη μεταπολεμική συγκυρία, όταν η υπανάπτυκτη ακόμα εμπορική δρα-στηριότητα δεχόταν λιγότερο από κάθε άλλον τομέα της οικονομίας μας την πολιτικο-οικονομική πατρωνία του κράτους και περισσότερο την επιτήρησή του.

Πρόκειται ακριβώς για τον τομέα της οικονομίας, που, όντας χαμηλού ενδιαφέροντος για το κομματικό κράτος, αφέθηκε μακροπρόθεσμα να δαμαστεί από τις δυνάμεις της αγοράς. Αυτές, επειδή αναφέρονται στις βιοτικές ανάγκες της κοινωνίας, ωθούσαν ανέκαθεν τη λιανική να τους ανταποκρίνεται, χωρίς τις δραματικές διακυμάνσεις που επέφεραν οι κακές συγκυρίες σε άλλους κλάδους της οικονομίας.

Έτσι, το λιανεμπόριο ιστορικά θεωρείτο πρόσφορο να αίρει τις αμαρτίες της κεντρικής οικονομικής πολιτικής, εισπράττοντας για λογαριασμό της την κοινωνική δυσφορία. Γιατί οι λιανέμποροι, ενώ δεν διακινδυνεύουν επιχειρηματικά απ’ αυτή, καταδεικνύονται υστερόβουλα περίπου ως εκ φύσεως κερδοσκόποι, πληρώνοντας έτσι σε απώλεια κύρους το τίμημα για την ανθεκτικότητά τους στα δύσκολα και για την ανεξαρτησία τους από την προστασία του κράτους -εξ ου και το αμοιβαίο πνεύμα καχυποψίας στη σχέση τους μαζί του.

Αυτά δεν συνέβησαν με το μείζον τμήμα της βιομηχανίας και του στρατηγικού χονδρεμπορίου, που μεταπολεμικά ανασυγκροτήθηκαν και αναπτύχθηκαν στη βάση των καλών σχέσεων με τον μεγαλύτερο εργοδότη, επενδυτή και πελάτη της εγχώριας αγοράς, το κράτος, που μοίραζε τις ευκαιρίες και τα προνόμια, με το πολιτικό αζημίωτο.

Αντίστοιχα έτσι, το κράτος έφτιαξε τότε και τα «κλειστά επαγγέλματα» προς εμπέδωση των πελατειακών σχέσεων και στα μικρομεσαία στρώματα. Τι έμεινε ως απόληξη εκείνων των παρακαταθηκών; Μια τρύπα δημόσιου χρέους κι ελλειμμάτων μη διαχειρίσιμη από το σύστημα που τις κληροδότησε -τουλάχιστον όχι χωρίς επαχθή αναδιανομή των εισοδημάτων.

Διότι από τη δεκαετία του ’90 μπορεί το λιανεμπόριο να πήρε το προβάδισμα στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου, προωθώντας τη συγκέντρωσή του με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού, άγνωστους σε δραστηριότητες, συνδεδεμένες με τον κρατικό αναπνευστήρα, αλλά τούτο συνέβη κυρίως γιατί η οικονομία μας βάσισε τη μεγέθυνση και την ευημερία της στην κατανάλωση και στην πιστωτική επέκταση, αντί στον πλούτο από την ανάπτυξη της παραγωγής.

Αντίθετα, η ανέκαθεν μικρή παραγωγική βάση της οικονομίας μας, παρά το κρατικό «πουσάρισμα», με τις επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα και την ποικιλότροπη «ενθάρρυνση» των βιομηχανικών επενδύσεων, που συνήθως γινόταν με την ανάληψη του ρίσκου από το κράτος, σε μεγάλο βαθμό διαλύθηκε στις δύο πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες.

Με εξαίρεση ένα τμήμα της, κυρίως στη μεταποίηση των τροφίμων-ποτών και στις κατασκευές, η βάση της είτε αποσυντέθηκε και υποβαθμίστηκε είτε απορροφήθηκε από διεθνείς εταίρους, με, ενίοτε, ολιγοπωλιακή θέση στην εγχώρια αγορά. Έτσι, τα προϊόντα της υποκαταστάθηκαν σε υψηλό βαθμό από εισαγόμενα, καθιστώντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας αυξανόμενα ελλειμματικό και την οικονομική εξάρτησή της ασφυκτική.

Πρόκειται ακριβώς για τον τομέα της οικονομίας, που, όντας χαμηλού ενδιαφέροντος για το κομματικό κράτος, αφέθηκε μακροπρόθεσμα να δαμαστεί από τις δυνάμεις της αγοράς. Αυτές, επειδή αναφέρονται στις βιοτικές ανάγκες της κοινωνίας, ωθούσαν ανέκαθεν τη λιανική να τους ανταποκρίνεται, χωρίς τις δραματικές διακυμάνσεις που επέφεραν οι κακές συγκυρίες σε άλλους κλάδους της οικονομίας.

Έτσι, το λιανεμπόριο ιστορικά θεωρείτο πρόσφορο να αίρει τις αμαρτίες της κεντρικής οικονομικής πολιτικής, εισπράττοντας για λογαριασμό της την κοινωνική δυσφορία. Γιατί οι λιανέμποροι, ενώ δεν διακινδυνεύουν επιχειρηματικά απ’ αυτή, καταδεικνύονται υστερόβουλα περίπου ως εκ φύσεως κερδοσκόποι, πληρώνοντας έτσι σε απώλεια κύρους το τίμημα για την ανθεκτικότητά τους στα δύσκολα και για την ανεξαρτησία τους από την προστασία του κράτους -εξ ου και το αμοιβαίο πνεύμα καχυποψίας στη σχέση τους μαζί του.

Αυτά δεν συνέβησαν με το μείζον τμήμα της βιομηχανίας και του στρατηγικού χονδρεμπορίου, που μεταπολεμικά ανασυγκροτήθηκαν και αναπτύχθηκαν στη βάση των καλών σχέσεων με τον μεγαλύτερο εργοδότη, επενδυτή και πελάτη της εγχώριας αγοράς, το κράτος, που μοίραζε τις ευκαιρίες και τα προνόμια, με το πολιτικό αζημίωτο.

Αντίστοιχα έτσι, το κράτος έφτιαξε τότε και τα «κλειστά επαγγέλματα» προς εμπέδωση των πελατειακών σχέσεων και στα μικρομεσαία στρώματα. Τι έμεινε ως απόληξη εκείνων των παρακαταθηκών; Μια τρύπα δημόσιου χρέους κι ελλειμμάτων μη διαχειρίσιμη από το σύστημα που τις κληροδότησε -τουλάχιστον όχι χωρίς επαχθή αναδιανομή των εισοδημάτων.

Διότι από τη δεκαετία του ’90 μπορεί το λιανεμπόριο να πήρε το προβάδισμα στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου, προωθώντας τη συγκέντρωσή του με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού, άγνωστους σε δραστηριότητες, συνδεδεμένες με τον κρατικό αναπνευστήρα, αλλά τούτο συνέβη κυρίως γιατί η οικονομία μας βάσισε τη μεγέθυνση και την ευημερία της στην κατανάλωση και στην πιστωτική επέκταση, αντί στον πλούτο από την ανάπτυξη της παραγωγής.

Αντίθετα, η ανέκαθεν μικρή παραγωγική βάση της οικονομίας μας, παρά το κρατικό «πουσάρισμα», με τις επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα και την ποικιλότροπη «ενθάρρυνση» των βιομηχανικών επενδύσεων, που συνήθως γινόταν με την ανάληψη του ρίσκου από το κράτος, σε μεγάλο βαθμό διαλύθηκε στις δύο πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες.

Με εξαίρεση ένα τμήμα της, κυρίως στη μεταποίηση των τροφίμων-ποτών και στις κατασκευές, η βάση της είτε αποσυντέθηκε και υποβαθμίστηκε είτε απορροφήθηκε από διεθνείς εταίρους, με, ενίοτε, ολιγοπωλιακή θέση στην εγχώρια αγορά. Έτσι, τα προϊόντα της υποκαταστάθηκαν σε υψηλό βαθμό από εισαγόμενα, καθιστώντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας αυξανόμενα ελλειμματικό και την οικονομική εξάρτησή της ασφυκτική.


Το μαρτύριο του Πιτυοκάμπτη
Όσο οι υποχρεώσεις της χώρας για προσαρμογή στην κοινοτική οικονομία γίνονταν επιτακτικές, τόσο αύξαναν οι πελατειακές πιέσεις στο κράτος για προστατευτική διαμεσολάβηση.

Περισσότερο αυτές οι πιέσεις παρά οι «σπατάλες» οδήγησαν στη γιγάντωση του δημόσιου δανεισμού. Γιατί, ενώ ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν δημιουργείται με υπουργικές αποφάσεις, αλλά από εγγενείς προϋποθέσεις της οικονομίας -και τέτοιες δεν υπήρχαν έξω από το εμπόριο-, υπό συνθήκες επιβολής του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, μετά το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα, το κόστος του κρατικού προστατευτισμού διογκώθηκε.

Το διόγκωσαν οι προσπάθειες της παράκαμψης του βέβαιου κοινωνικού κόστους αντιθετικά προς τις προσπάθειες ανταπόκρισης α) στο πρόγραμμα που τις επέφερε (αποκρατικοποιήσεων, περιστολής δημόσιων δαπανών) και β) εξυπηρέτησης των ανατροφοδοτούμενων υποχρεώσεων του δημόσιου χρέους, με νέο δανεισμό.

Έτσι, το μεταπολιτευτικό μας σύστημα έθεσε εαυτόν σε διελκυστίνδα δυνάμεων, που θυμίζει το μαρτύριο του Πιτυοκάμπτη. Διότι αποκρατικοποιήσεις και άνοιγμα των «κλειστών αγορών» σήμαινε de facto βίαιες κοινωνικές αποδιαρθρώσεις, ασυμβίβαστες με τις κοινωνικές αξιώσεις για διατήρηση του επιπέδου ευημερίας και με τα πελατειακά αντανακλαστικά του πολιτικού συστήματος, του οποίου τα όρια φάνηκαν σε αυτό το πλαίσιο.

Οι χειρισμοί, πχ, των αποκρατικοποιήσεων, προκειμένου να μην γίνουν με αντικοινωνική «επιδεξιότητα», προτιμήθηκε η «αδεξιότητα» εις βάρος των ήδη ελλειμματικών ασφαλιστικών ταμείων, με την κρυφή ελπίδα ότι τα ελλείμματά τους εν καιρώ θα... χωνεύονταν! Ή το άνοιγμα των «κλειστών αγορών» προτιμήθηκε να γίνεται δια του εκφυλισμού και της κωλυσιεργίας, u941 έως ότου, δηλαδή, προλάβουν ν’ αλλάξουν επάγγελμα ή να συνταξιοδοτηθούν οι θιγόμενοι!

Ταυτόχρονα, ο υπερτροφικός δημόσιος τομέας παρέμεινε η μήτρα του μείζονος τμήματος της συγκεντρωμένης μισθωτής εργασίας στη χώρα, αλλά και της πολιτικής διαχείρισης της «τακτοποίησής» της... Μέχρι που άξαφνα σήμανε η ώρα της υπερίσχυσης των τραπεζών έναντι της πραγματικής οικονομίας, ιδιωτικής και δημόσιας -μη εξαιρουμένων των κρατών-, για να θυμίσει ότι κανείς δεν μπορεί να κρατά επί μακρόν δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη, ενόσω πειθαναγκάζεται να ζει με καρπουζόφλουδες...

Ο μύθος του «σπάταλου κράτους»
Αν ληφθεί υπόψη ότι τα δημόσια έσοδα του ελληνικού κράτους υστερούν κατά 10% σε σχέση με των άλλων μελών της Ευρωζώνης, καθώς η άμεση φορολογία εισοδημάτων στην Ελλάδα αποδίδει μόλις 6% του ΑΕΠ, όταν στις χώρες της ΕΕ κυμαίνεται μεταξύ 12% και 18%, είναι φανερό ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν οφείλεται στην επέκταση των δημοσίων δαπανών, αλλά κυρίως στην ανεπάρκεια των δημοσίων εσόδων.

Κι είναι προφανές σε τίνος, κυρίως, τις σχετικές πιέσεις ανταποκρίνεται το κράτος: όχι μόνο των πρωτοκλασάτων επιχειρηματιών, αλλά και των μικρομεσαίων και ανώτερων οικονομικών δραστηριοτήτων και εισοδημάτων, που ανταλλάσσουν τη σημαντική πολιτική επιρροή τους με τη φορολογική ασυλία και τη δυνατότητα παραγωγής «μαύρου» πλούτου, που υπερβαίνει, τουλάχιστον ανεπίσημα, το 1/3 του ΑΕΠ.

Άλλο τόσο προφανές είναι ότι η οικονομική υπερδιόγκωση του ελληνικού κράτους οφείλεται στην καχεξία των ιδιωτικών επενδύσεων κι ότι οι μη ανταγωνιστικές ελληνικές τιμές δεν συναρτώνται με το εργασιακό κόστος ανά μονάδα προϊόντος, που είναι το χαμηλότερο της Ευρωζώνης, αλλά μάλλον με το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, που είναι αντίστοιχα το υψηλότερο...

Άλλωστε, με όλο το όργιο της ρεμούλας που χαρακτηρίζει το ελληνικό κράτος, αποδεικνύεται αναλογικά το φτηνότερο στην Ευρωζώνη: σπαταλάει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, όταν αυτή η αναλογία στη Γερμανία είναι 19,9%, στη Γαλλία 24%, στη Μεγάλη Βρετανία 23,7% και στην Ευρωζώνη 21,8%.

Το γαϊτανάκι της «διάσωσης»
Σήμερα αυτό το κράτος, στερημένο από το εργαλείο ρύθμισης της οικονομίας του, τη νομισματική πολιτική, κι έχοντας εκχωρήσει τη δημοσιονομική του εξουσία στην ΕΕ και το ΔΝΤ, εκβιάζεται να «ξεμπερδεύει» με τα μεσαία στρώματα (με μισθωτούς και συνταξιούχους... τελείωσε) και να δώσει όλο το απόθεμα του δημόσιου πλούτου του μπιρ-παρά σε ξένους επενδυτές, χάριν της «εξασφάλισης» των πιστωτών του.

Σημειωτέον ότι σχήματα γηγενών ιδιωτών αγοραστών αυτού του πλούτου δεν υπάρχουν ή δεν το ρισκάρουν. Προτιμούν, -φυσικά όσοι μπορούν- ν’ ακολουθούν τις επενδυτικές αγέλες στις αποικίες της κερδοσκοπίας, εκεί που η «διάσωση» από τα δημόσια χρέη παράγει «ευκαιρίες» από την εκποίηση κρατικών περιουσιών και τη νομή φορολογικών εσόδων των κρατών (όπως το δικό μας) υπέρ των πιστωτών τους, καθώς αυτά βυθίζονται σε ακόμα μεγαλύτερα χρέη. Η τέτοιας λογής επενδυτική καπατσοσύνη μπορεί να μην έχει πατρίδα, αλλά έχει λογική.

Ιδωμένη, μάλιστα, υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων του τιμωρούμενου κράτους, όπως το ελληνικό, «δείχνει» στην αφαίρεση δισεκατομμυρίων από την πραγματική οικονομία, πράγμα που την δικάζει σε αυτοτροφοδοτούμενο καθοδικό κύκλο ύφεσης, προκειμένου το κράτος να «διασώσει» το... πλεονασματικό χρηματοπιστωτικό του σύστημα!

Έτσι έχοντας τα πράγματα, με όλα τα δίκια των επιχειρηματιών για την οπισθοδρομική και διεφθαρμένη κρατική γραφειοκρατία, που αποθαρρύνει το επιχειρείν, οι επίσημες μομφές τους κατά της πολιτικής εξουσίας ηχούν σαν τις βαριές κουβέντες του κακομαθημένου πρωτότοκου στον άξαφνα φαλιρισμένο γεννήτορά του. Και, πάντως, τα περί εγνωσμένης ικανότητας του «κόμματος των επιχειρηματιών» να προτείνουν τις προσφυείς λύσεις εκεί που το πολιτικό σύστημα «απέτυχε», θυμίζουν ασκήσεις υψηλού ύφους από φρεσκοφερμένους στο σανίδι μπροστά σε ξεσκολισμένους θεατρίνους.

σελφ σερβις (T. 396)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION