σελφ σερβις - SOS για την αναζωογόνηση της γεωργικής μας βιοποικιλότητας

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Θεσμικά

SOS για την αναζωογόνηση της γεωργικής μας βιοποικιλότητας

1 Απριλίου 2014 | 12:50 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Ευρωπαϊκή Ένωση

Είναι υπόθεση ευθύνης η διαφύλαξη και αναζωογόνηση της γεωργικής βιοποικιλότητας, η οποία, παρά τον πλούτο της, φθίνει κι απαξιώνεται, προμηνύοντας διατροφική ένδεια και, ίσως, επισιτιστική ανασφάλεια. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και η Μεσογειακή Διατροφή μπορούν να γίνουν οι πυλώνες για την αναγέννηση της αυθεντικής γεωργικής μας κληρονομιάς, με πολλαπλές ωφέλειες για την κοινωνία, την οικονομία και τις επιχειρήσεις που θα αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες.

Όταν θα διαβάζεται το ρεπορτάζ ο αναγνώστης ήδη θα γνωρίζει από τη διεθνή ειδησεογραφία την τύχη στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου του σχεδίου Κανονισμού της Eυρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου που διέπει το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, δηλαδή τους σπόρους των γεωργικών καλλιεργειών. Το σχέδιο του Κανονισμού, μετά την απόρριψή του από δύο επιτροπές του Ευρωκοινοβουλίου –τις Επιτροπές Περιβάλλοντος και Γεωργίας–, επρόκειτο να εισαχθεί για την «πρώτη ανάγνωσή» του στην Ολομέλεια της Ευρωβουλής στις 13 Μαρτίου.

Η απόρριψή του θεωρείτο προκαταβολικά «πολύ πιθανή». Αν η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, το σχέδιο θα αναδιατυπωθεί εξ αρχής από την ΕΕ που εισηγείται τον Κανονισμό, προκειμένου να εισαχθεί εκ νέου στην επόμενη Ευρωβουλή που θα προκύψει από τις εκλογές του Μαΐου. Αν εγκριθεί, αναμένεται η δεσμευτική, απαρέγκλιτη εφαρμογή του Κανονισμού από όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ. Γιατί, όμως, εκδηλώνονται αντιδράσεις στο σχέδιο αυτό εκ μέρους ευρωπαϊκών θεσμών και πολλών φορέων της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το τέλος της ήπιας γεωργίας και των παραδοσιακών σπόρων
Στη χώρα μας το ενδιαφέρον και η έρευνα για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, καθώς και η αξιοποίησή του για τη δημιουργία βελτιωμένων ποικιλιών, έδωσαν τα πρώτα αποτελέσματά τους τη δεκαετία του ’30. Σε ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες η σχετική διαδικασία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Ουσιωδώς, όμως, η μετάβαση στο καθεστώς όχι απλά της καταγραφής των σπόρων, αλλά της πιστοποίησής τους στο πλαίσιο της εμπορικής τους αξιοποίησης, έγινε μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ενόσω ωρίμαζαν οι κοινοτικές στρατηγικές ανάπτυξης.

Συν τω χρόνω, κυβερνητικά μέτρα, Οδηγίες και Κανονισμοί κατέστησαν υποχρεωτική την πιστοποίηση των εμπορικών σπόρων, εφόσον τούτο αποτέλεσε, έστω σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, και προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδοτήσεων των σχετικών καλλιεργειών, ασφαλίσεων κλπ. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή είχε την εξής αρνητική συνέπεια: Με την πάροδο του χρόνου απωλέσθηκε ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής γεωργικής βιοποικιλότητας, καθώς, μαζικοποιούμενη η παραγωγή, στράφηκε όλο και περισσότερο στους εμπορικούς σπόρους, αφήνοντας τους μη καταγεγραμμένους, «ελεύθερους δικαιωμάτων», σπόρους να εκλείπουν μαζί με τις απερχόμενες γενιές παραδοσιακών καλλιεργητών, οι οποίοι τους αναπαρήγαν όλο και λιγότερο για τον βιοπορισμό τους και ως πάρεργο μάλλον, για την ικανοποίηση τοπικών γούστων στις παρυφές των αγορών.

Με άλλα λόγια, όσο η ζήτηση επέβαλε στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις παραγωγικά πρότυπα που περιθωριοποιούσαν τις πατροπαράδοτες καλλιεργητικές ιδιαιτερότητες, το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό πολλών από τις παραδοσιακές ποικιλίες εξαφανιζόταν εξαιτίας της εγκατάλειψης των σχετικών καλλιεργειών –μαζί τους χανόταν ο γεωργικός μόχθος αιώνων για τον εξευγενισμό αυτών των φυτών. Διότι η φύση δεν δώρισε στον άνθρωπο έτοιμα διατροφικά φυτά, πχ τα δημητριακά ή τα οπωροκηπευτικά όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, αλλά ημιάγριους συγγενείς τους, η εξημέρωση των οποίων αποτελεί μακροϊστορική δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Η εξαφάνιση των παραδοσιακών σπόρων συνιστά απειλή
Όπως εξηγεί η κυρία Βάσω Κανελλοπούλου, εκπρόσωπος της εναλλακτικής κοινότητας Πελίτι, «οι παραδοσιακοί σπόροι έχουν πολύ μεγαλύτερη γενετική βάση από τους εμπορικούς σπόρους και γι’ αυτό δεν θεωρούνται σταθεροί, πράγμα που από εμπορική άποψη θεωρείται μειονέκτημα. Από μια άλλη άποψη, όμως, αυτό είναι το πλεονέκτημά τους, καθώς το υλικό τους υπόκειται στη λειτουργία του φυσικού μηχανισμού προσαρμοστικότητας, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των εμπορικών σπόρων. Ωστόσο, όταν διακόπτεται η καλλιέργειά τους μοιραία χάνεται ένα πολύ μεγάλο μέρος της μακραίωνα κληρονομημένης ως τις ημέρες μας γεωργικής βιοποικιλότητας.

Την ίδια στιγμή δεν φανταζόμαστε καν το μέγεθος της ωφέλειας των γονιδίων των σπόρων αυτής της κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενιές ανθρώπων. Το αναμφίβολο είναι ότι πλεονεκτούν από άποψη προσαρμοστικότητας στις συνθήκες, για παράδειγμα, της κλιματικής αλλαγής που ήδη μας απασχολεί σοβαρά, καθώς έχουν τη φυσική δυνατότητα να εμφανίσουν νέες, προσαρμοσμένες στις συνθήκες ποικιλίες διατροφικών φυτών, παρέχοντας μακροπρόθεσμα επισιτιστική ασφάλεια στις κοινωνίες μας. Αν, όμως, εξακολουθούμε να τους αφήνουμε να χάνονται, το φάσμα της επισιτιστικής ανασφάλειας γίνεται βάσιμο ενδεχόμενο...

Βέβαια, η βιομηχανία υπόσχεται την αποσόβηση ενός τέτοιου κινδύνου, μέσω της διάθεσης ειδικά τροποποιημένων σπόρων, που έχουν υποστεί βιοτεχνολογικές επεμβάσεις στο γενετικό υλικό τους, ώστε να προσαρμόζονται σε ειδικές καλλιεργητικές συνθήκες (πχ στην ξηρασία). Μπορεί όμως, άραγε, η μετατροπή του φυσικού μειονεκτήματος των εμπορικών σπόρων σε τεχνολογικό πλεονέκτημα, χάριν των συγκεκριμένων βιομηχανικών συμφερόντων, να αντισταθμίσει την απώλεια για τον άνθρωπο της φυσικής άμυνας που του εγγυώνται οι παραδοσιακοί σπόροι; Εξάλλου, ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος από τη διατροφή του με προϊόντα, που το γενετικό τους υλικό έχει υποστεί βιοτεχνολογικές παρεμβάσεις...».

Στην ομηρία των «δικαιωμάτων» της αγοράς
Το σχετικό ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο με την προτεινόμενη αναθεώρησή του, όπως εξηγεί ο δρ. Ροίκος Θανόπουλος, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Κτημάτων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, «επικρίνεται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών ότι εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση των σπόρων και γενικότερα τη δυνατότητα των αγροτών να ιδιοπαράγουν τους σπόρους που χρησιμοποιούν. Εν προκειμένω υπάρχει, πράγματι, μια διελκυστίνδα συμφερόντων, μεταξύ των καλλιεργητών που υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιοπαραγωγή των σπόρων και των μεγάλων επιχειρήσεων παραγωγής σπόρων, που διεκδικούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ανταπόδοση των επενδύσεών τους στη δημιουργία νέων ποικιλιών.

Η διαφορά, όμως, σχετικά με το γενετικό υλικό των τοπικών ποικιλιών, έγκειται στο γεγονός ότι επ’ ουδενί λόγω προκύπτουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα για τον οποιονδήποτε, έστω κι αν πρόκειται για αγρότες που ανέλαβαν τις υποχρεώσεις, σχετικά με την εγγραφή τους στον σχετικό Εθνικό Κατάλογο». Φυσικά, οι οικονομικές υποχρεώσεις για την εγγραφή στον Εθνικό Κατάλογο μιας παραδοσιακής ποικιλίας είναι κατά πολύ μικρότερες εκείνων που απαιτούνται για τις επιστημονικά βελτιωμένες ποικιλίες. «Το οικονομικό κόστος είναι το λιγότερο. Η απαιτούμενη γραφειοκρατική διαδικασία και τα αναγκαία τεστ είναι που αποθαρρύνουν τον μικρό αγρότη, που ασχολείται με μια τοπική παραγωγή, να αιτηθεί την αναγνώριση δικαιωμάτων στους παραδοσιακούς σπόρους που χρησιμοποιεί», επισημαίνει η κυρία Κανελλοπούλου.

Δεδομένου ότι η νομοθεσία απαγορεύει την πώληση όχι των προϊόντων που προέρχονται από παραδοσιακούς σπόρους, αλλά του πολλαπλασιαστικού υλικού τους (σπόρους και φυντάνια), είναι φανερό ότι, ενόσω οι μικροπαραγωγοί αφήνονται να φθίνουν, παλεύοντας όπως-όπως με την ιδιοπαραγωγή του σπόρου των καλλιεργειών τους υπό καθεστώς... θεσμικής ασάφειας, οι μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις εξωθούνται από το ισχύον μοντέλο της μαζικής παραγωγής (μεγάλες αποδόσεις, ομοιόμορφα προϊόντα, κατάλληλα στη διαχείρισή τους στην εφοδιαστική αλυσίδα, με σταθερά ποιοτικά χαρακτηριστικά από σοδειά σε σοδειά κλπ) να προτιμούν τους εμπορικούς σπόρους.

«Έτσι, όσο χάνεται η αγροτική βιοποικιλότητα τόσο μεγαλώνει η εξάρτηση από τους βιομηχανικούς παραγωγούς φυτικού γενετικού υλικού», οι οποίοι, όπως εξηγεί η κυρία Κανελλοπούλου, διαμορφώνουν κατά βούληση τις τιμές, επιβάλουν τη χρήση των αγροχημικών τους προϊόντων ως παρελκόμενης των σπόρων που διαθέτουν, ενίοτε «εξαφανίζουν» από την αγορά σπόρους που θέλουν να τους υποκαταστήσουν με γενετικά τροποποιημένους των εργαστηρίων τους κοκ. Και καταλήγει: «Ήδη έχει δημιουργηθεί ένα φοβερό ολιγοπώλειο επτά πολυεθνικών εταιρειών στην παγκόσμια διακίνηση σπόρων, που κλείνει τον δρόμο στην ήπια γεωργία. Αν θέλουμε να έχουμε επιλογές, αυτός ο δρόμος πρέπει να μείνει ανοιχτός, η διακίνηση και παραγωγή των παραδοσιακών σπόρων πρέπει να είναι ελεύθερη...».

Όταν θα διαβάζεται το ρεπορτάζ ο αναγνώστης ήδη θα γνωρίζει από τη διεθνή ειδησεογραφία την τύχη στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου του σχεδίου Κανονισμού της Eυρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου που διέπει το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, δηλαδή τους σπόρους των γεωργικών καλλιεργειών. Το σχέδιο του Κανονισμού, μετά την απόρριψή του από δύο επιτροπές του Ευρωκοινοβουλίου –τις Επιτροπές Περιβάλλοντος και Γεωργίας–, επρόκειτο να εισαχθεί για την «πρώτη ανάγνωσή» του στην Ολομέλεια της Ευρωβουλής στις 13 Μαρτίου.

Η απόρριψή του θεωρείτο προκαταβολικά «πολύ πιθανή». Αν η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, το σχέδιο θα αναδιατυπωθεί εξ αρχής από την ΕΕ που εισηγείται τον Κανονισμό, προκειμένου να εισαχθεί εκ νέου στην επόμενη Ευρωβουλή που θα προκύψει από τις εκλογές του Μαΐου. Αν εγκριθεί, αναμένεται η δεσμευτική, απαρέγκλιτη εφαρμογή του Κανονισμού από όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ. Γιατί, όμως, εκδηλώνονται αντιδράσεις στο σχέδιο αυτό εκ μέρους ευρωπαϊκών θεσμών και πολλών φορέων της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το τέλος της ήπιας γεωργίας και των παραδοσιακών σπόρων
Στη χώρα μας το ενδιαφέρον και η έρευνα για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, καθώς και η αξιοποίησή του για τη δημιουργία βελτιωμένων ποικιλιών, έδωσαν τα πρώτα αποτελέσματά τους τη δεκαετία του ’30. Σε ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες η σχετική διαδικασία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Ουσιωδώς, όμως, η μετάβαση στο καθεστώς όχι απλά της καταγραφής των σπόρων, αλλά της πιστοποίησής τους στο πλαίσιο της εμπορικής τους αξιοποίησης, έγινε μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ενόσω ωρίμαζαν οι κοινοτικές στρατηγικές ανάπτυξης.

Συν τω χρόνω, κυβερνητικά μέτρα, Οδηγίες και Κανονισμοί κατέστησαν υποχρεωτική την πιστοποίηση των εμπορικών σπόρων, εφόσον τούτο αποτέλεσε, έστω σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, και προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδοτήσεων των σχετικών καλλιεργειών, ασφαλίσεων κλπ. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή είχε την εξής αρνητική συνέπεια: Με την πάροδο του χρόνου απωλέσθηκε ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής γεωργικής βιοποικιλότητας, καθώς, μαζικοποιούμενη η παραγωγή, στράφηκε όλο και περισσότερο στους εμπορικούς σπόρους, αφήνοντας τους μη καταγεγραμμένους, «ελεύθερους δικαιωμάτων», σπόρους να εκλείπουν μαζί με τις απερχόμενες γενιές παραδοσιακών καλλιεργητών, οι οποίοι τους αναπαρήγαν όλο και λιγότερο για τον βιοπορισμό τους και ως πάρεργο μάλλον, για την ικανοποίηση τοπικών γούστων στις παρυφές των αγορών.

Με άλλα λόγια, όσο η ζήτηση επέβαλε στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις παραγωγικά πρότυπα που περιθωριοποιούσαν τις πατροπαράδοτες καλλιεργητικές ιδιαιτερότητες, το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό πολλών από τις παραδοσιακές ποικιλίες εξαφανιζόταν εξαιτίας της εγκατάλειψης των σχετικών καλλιεργειών –μαζί τους χανόταν ο γεωργικός μόχθος αιώνων για τον εξευγενισμό αυτών των φυτών. Διότι η φύση δεν δώρισε στον άνθρωπο έτοιμα διατροφικά φυτά, πχ τα δημητριακά ή τα οπωροκηπευτικά όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, αλλά ημιάγριους συγγενείς τους, η εξημέρωση των οποίων αποτελεί μακροϊστορική δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Η εξαφάνιση των παραδοσιακών σπόρων συνιστά απειλή
Όπως εξηγεί η κυρία Βάσω Κανελλοπούλου, εκπρόσωπος της εναλλακτικής κοινότητας Πελίτι, «οι παραδοσιακοί σπόροι έχουν πολύ μεγαλύτερη γενετική βάση από τους εμπορικούς σπόρους και γι’ αυτό δεν θεωρούνται σταθεροί, πράγμα που από εμπορική άποψη θεωρείται μειονέκτημα. Από μια άλλη άποψη, όμως, αυτό είναι το πλεονέκτημά τους, καθώς το υλικό τους υπόκειται στη λειτουργία του φυσικού μηχανισμού προσαρμοστικότητας, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των εμπορικών σπόρων. Ωστόσο, όταν διακόπτεται η καλλιέργειά τους μοιραία χάνεται ένα πολύ μεγάλο μέρος της μακραίωνα κληρονομημένης ως τις ημέρες μας γεωργικής βιοποικιλότητας.

Την ίδια στιγμή δεν φανταζόμαστε καν το μέγεθος της ωφέλειας των γονιδίων των σπόρων αυτής της κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενιές ανθρώπων. Το αναμφίβολο είναι ότι πλεονεκτούν από άποψη προσαρμοστικότητας στις συνθήκες, για παράδειγμα, της κλιματικής αλλαγής που ήδη μας απασχολεί σοβαρά, καθώς έχουν τη φυσική δυνατότητα να εμφανίσουν νέες, προσαρμοσμένες στις συνθήκες ποικιλίες διατροφικών φυτών, παρέχοντας μακροπρόθεσμα επισιτιστική ασφάλεια στις κοινωνίες μας. Αν, όμως, εξακολουθούμε να τους αφήνουμε να χάνονται, το φάσμα της επισιτιστικής ανασφάλειας γίνεται βάσιμο ενδεχόμενο...

Βέβαια, η βιομηχανία υπόσχεται την αποσόβηση ενός τέτοιου κινδύνου, μέσω της διάθεσης ειδικά τροποποιημένων σπόρων, που έχουν υποστεί βιοτεχνολογικές επεμβάσεις στο γενετικό υλικό τους, ώστε να προσαρμόζονται σε ειδικές καλλιεργητικές συνθήκες (πχ στην ξηρασία). Μπορεί όμως, άραγε, η μετατροπή του φυσικού μειονεκτήματος των εμπορικών σπόρων σε τεχνολογικό πλεονέκτημα, χάριν των συγκεκριμένων βιομηχανικών συμφερόντων, να αντισταθμίσει την απώλεια για τον άνθρωπο της φυσικής άμυνας που του εγγυώνται οι παραδοσιακοί σπόροι; Εξάλλου, ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος από τη διατροφή του με προϊόντα, που το γενετικό τους υλικό έχει υποστεί βιοτεχνολογικές παρεμβάσεις...».

Στην ομηρία των «δικαιωμάτων» της αγοράς
Το σχετικό ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο με την προτεινόμενη αναθεώρησή του, όπως εξηγεί ο δρ. Ροίκος Θανόπουλος, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Κτημάτων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, «επικρίνεται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών ότι εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση των σπόρων και γενικότερα τη δυνατότητα των αγροτών να ιδιοπαράγουν τους σπόρους που χρησιμοποιούν. Εν προκειμένω υπάρχει, πράγματι, μια διελκυστίνδα συμφερόντων, μεταξύ των καλλιεργητών που υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιοπαραγωγή των σπόρων και των μεγάλων επιχειρήσεων παραγωγής σπόρων, που διεκδικούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ανταπόδοση των επενδύσεών τους στη δημιουργία νέων ποικιλιών.

Η διαφορά, όμως, σχετικά με το γενετικό υλικό των τοπικών ποικιλιών, έγκειται στο γεγονός ότι επ’ ουδενί λόγω προκύπτουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα για τον οποιονδήποτε, έστω κι αν πρόκειται για αγρότες που ανέλαβαν τις υποχρεώσεις, σχετικά με την εγγραφή τους στον σχετικό Εθνικό Κατάλογο». Φυσικά, οι οικονομικές υποχρεώσεις για την εγγραφή στον Εθνικό Κατάλογο μιας παραδοσιακής ποικιλίας είναι κατά πολύ μικρότερες εκείνων που απαιτούνται για τις επιστημονικά βελτιωμένες ποικιλίες. «Το οικονομικό κόστος είναι το λιγότερο. Η απαιτούμενη γραφειοκρατική διαδικασία και τα αναγκαία τεστ είναι που αποθαρρύνουν τον μικρό αγρότη, που ασχολείται με μια τοπική παραγωγή, να αιτηθεί την αναγνώριση δικαιωμάτων στους παραδοσιακούς σπόρους που χρησιμοποιεί», επισημαίνει η κυρία Κανελλοπούλου.

Δεδομένου ότι η νομοθεσία απαγορεύει την πώληση όχι των προϊόντων που προέρχονται από παραδοσιακούς σπόρους, αλλά του πολλαπλασιαστικού υλικού τους (σπόρους και φυντάνια), είναι φανερό ότι, ενόσω οι μικροπαραγωγοί αφήνονται να φθίνουν, παλεύοντας όπως-όπως με την ιδιοπαραγωγή του σπόρου των καλλιεργειών τους υπό καθεστώς... θεσμικής ασάφειας, οι μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις εξωθούνται από το ισχύον μοντέλο της μαζικής παραγωγής (μεγάλες αποδόσεις, ομοιόμορφα προϊόντα, κατάλληλα στη διαχείρισή τους στην εφοδιαστική αλυσίδα, με σταθερά ποιοτικά χαρακτηριστικά από σοδειά σε σοδειά κλπ) να προτιμούν τους εμπορικούς σπόρους.

«Έτσι, όσο χάνεται η αγροτική βιοποικιλότητα τόσο μεγαλώνει η εξάρτηση από τους βιομηχανικούς παραγωγούς φυτικού γενετικού υλικού», οι οποίοι, όπως εξηγεί η κυρία Κανελλοπούλου, διαμορφώνουν κατά βούληση τις τιμές, επιβάλουν τη χρήση των αγροχημικών τους προϊόντων ως παρελκόμενης των σπόρων που διαθέτουν, ενίοτε «εξαφανίζουν» από την αγορά σπόρους που θέλουν να τους υποκαταστήσουν με γενετικά τροποποιημένους των εργαστηρίων τους κοκ. Και καταλήγει: «Ήδη έχει δημιουργηθεί ένα φοβερό ολιγοπώλειο επτά πολυεθνικών εταιρειών στην παγκόσμια διακίνηση σπόρων, που κλείνει τον δρόμο στην ήπια γεωργία. Αν θέλουμε να έχουμε επιλογές, αυτός ο δρόμος πρέπει να μείνει ανοιχτός, η διακίνηση και παραγωγή των παραδοσιακών σπόρων πρέπει να είναι ελεύθερη...».


Το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο
Μόλις προ πενταετίας θεσμοθετήθηκαν αρμοδίως από την ΕΕ οι όροι εγγραφής και παραγωγής των τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών στους Εθνικούς Καταλόγους Ποικιλιών διατροφικών φυτών. Κι αυτό έγινε με δύο Οδηγίες. «Ως τότε εγγράφονταν μόνο οι βελτιωμένες ποικιλίες κατόπιν επιστημονικής έρευνας (δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων) ως προϋπόθεση της νόμιμης παραγωγής και εμπορίας τους. Επομένως, η αναπαραγωγή και εμπορία των τοπικών ποικιλιών από άποψη νομιμότητας θεωρείτο ότι ήταν «στον αέρα»...», εξηγεί ο κ. Θανόπουλος, προσθέτοντας: «Όμως, στο πλαίσιο των νεότερων πλέον θεσμικών ρυθμίσεων της ΕΕ, η νομοθετική εναρμόνιση με τις σχετικές Οδηγίες στη χώρα μας έγινε μόλις τον Φεβρουάριο και αφορά μόνο σε κάποιες τοπικές ποικιλίες σιτηρών και οσπρίων, όχι όμως των κηπευτικών ακόμα.

Η διαδικασία της εγγραφής τους στον Εθνικό Κατάλογο, τουλάχιστον σε ορισμένες πτυχές της είναι, πράγματι, απαιτητική για τον απλό αγρότη που θέλει να γίνει δικαιούχος «διατηρητής» (επ’ ουδενί λόγω «ιδιοκτήτης», όπως εξηγήθηκε) μιας τέτοιας ποικιλίας. Τα εμπόδια, ωστόσο, δεν είναι ανυπέρβλητα. Οι δυσκολίες, βάσει της εμπειρίας άλλων ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες εναρμόνισαν άμεσα τις νομοθεσίες τους με τις σχετικές Οδηγίες, αναγνωρίζονται από την ΕΕ. Γι’ αυτό, άλλωστε, τα κριτήρια εγγραφής μιας τοπικής ποικιλίας στον Εθνικό Κατάλογο, σύμφωνα με τον προτεινόμενο Κανονισμό, εμφανίζουν ορισμένως μια ελαστικότητα...».

Ανεξαρτήτως αν συμφωνεί ή όχι κάποιος –πολιτικά και ηθικά– με την επέκταση των νομοθετικών διευθετήσεων σε πεδία υπερκείμενα των ρυθμιστικών αξιώσεών τους και δη με τον λογοθετικό ορισμό του μακροϊστορικού καθεστώτος των απαράγραπτων δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου στη φυσική κληρονομιά των στοιχειωδών πόρων επιβίωσης (σπόροι, νερό, αέρας) ως «νομικά μετέωρου» (sic) –έως ότου, βέβαια, ο ευρωπαϊκός νομοθέτης το χειραγωγήσει αυτόκλητα ως καθεστώς «νομικά διαχειρίσιμο», στο πλαίσιο του οικονομικού ανταγωνισμού–ένα είναι σίγουρο: Ως τάση εφεξής η εγγραφή των παραδοσιακών ποικιλιών στον Εθνικό Κατάλογο θα αποτελεί τη βάση της νομότυπης αξιοποίησής τους στην αλυσίδα της αγοράς, με την επωνυμία της ποικιλίας του προϊόντος, τη γεωγραφική του προέλευση κλπ.

Το αντι-παράδειγμα της Sainsbury’s
Υπάρχει ακόμα μια ενδιαφέρουσα όψη του ζητήματος. «Τη δεκαετία του ’90 στην Αγγλία», λέει ο κ. Γιάννης Ζαμπετάκης, επίκουρος καθηγητής Χημείας Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «επιχειρήθηκε να εισαχθεί στην οργανωμένη διανομή η περίφημη ντομάτα Flav-savr, ένα προϊόν γενετικά «οχυρωμένο» απέναντι στην πεκτινάση (ένζυμο), που προσβάλει το κυτταρικό τοίχωμα, τη φλούδα της κοινής ντομάτας, καθιστώντας την ευάλωτη σε όλο το κύκλωμα της διαχείρισής της, μέχρι το σούπερ μάρκετ. Χρηματοδότης των σχετικών ερευνών, που απέβλεπαν στη μείωση της φύρας του προϊόντος σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, ήταν η Sainsbury’s, η οποία και τοποθέτησε περιχαρής στις βιτρίνες των καταστημάτων της την καινοτόμο ντομάτα της.

Μόνο που το «Όχι στα γενετικά τροποποιημένα!» των Άγγλων καταναλωτών της βγήκε ξινό, καθώς η αλυσίδα χρεώθηκε την εμπορική αποτυχία της ντομάτας Flav-savr και ως ηθική ρετσινιά. Παρομοίως, η άρνηση του μέσου Ευρωπαίου καταναλωτή στα γενετικά τροποποιημένα και τα μεταλλαγμένα οπωροκηπευτικά έριξε στον κάλαθο των εμπορικών αχρήστων προ διετίας την έγκριση της Κομισιόν στη γενετικά μεταλλαγμένη πατάτα της εταιρείας BASF. Οι Ευρωπαίοι, αξιώνοντας τη λεπτομερή περιγραφή της σύνθεσης των προϊόντων που τους προσφέρονται στις ετικέτες των συσκευασιών τους, δεν είναι σαν τους Αμερικανούς, οι οποίοι ποτέ δεν ξέρουν πραγματικά τι τρώνε, αφού εκεί οι βιομηχανικοί παραγωγοί δεν δεσμεύονται από τον νόμο να μην κρατούν για τον εαυτό τους κάποια «μυστικά» των συνταγών τους».

Ώρα κοινωνικής ευθύνης και πρωτοβουλιών
Ο κ. Ζαμπετάκης, λοιπόν, διατυπώνει τον εξής προβληματισμό: «Κάποια μεγάλα σούπερ μάρκετ στη χώρα μας διαθέτουν το τάδε οπωροκηπευτικό εποχής ή το δείνα όσπριο παραδοσιακής καλλιέργειας. Μήπως οι διοικήσεις τους πρέπει να εξετάσουν σοβαρά την ιδέα να βοηθήσουν υλικά και ηθικά τους τοπικούς προμηθευτές τους στα οπωροκηπευτικά ή τα όσπρια, προκειμένου να εντάξουν προοπτικά στον Εθνικό Κατάλογο τους σπόρους τους; Μήπως πρέπει να το επιδιώξουν κιόλας; Ιδού πεδίον δόξης της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης των εταιρειών σούπερ μάρκετ! Μάλιστα, η ανταποδοτικότητά της σε ό,τι αφορά την πετυχημένη διαφοροποίηση των αλυσίδων και την αύξηση της πιστότητας των πελατών τους θα είναι, λογικά, πολύ υψηλή και, κυρίως ,με μακροπρόθεσμο όφελος για την οικονομία της χώρας από το ζωντάνεμα της παραδοσιακής ελληνικής αγροτικής παραγωγής!».

«Η ανάπτυξη της εμπορίας και η υποκίνηση της ζήτησης γεωργικών προϊόντων από τοπικές ποικιλίες ασφαλώς θα δημιουργήσει κίνητρο για την εγγραφή πολλών εξ αυτών στον Εθνικό Κατάλογο. Σημειώστε ότι είναι αναρίθμητες και πολλές από αυτές γνωστές μόνο σε στενό γεωγραφικό κύκλο», τονίζει ο κ. Θανόπουλος. Η σχετική ερευνητική εμπειρία του, άλλωστε, είναι αποκαλυπτική: «Στη Σκύρο, λχ, εντοπίσαμε διαφορετικό είδος φάβας από εκείνο της Σαντορίνης, ενώ στην Άνδρο καταγράψαμε τουλάχιστον 15 ποικιλίες φασολιών και πολλές άλλες διαφόρων ειδών κηπευτικών, με μεγάλο πλούτο ονομάτων. Αν σταματήσει η παραγωγή τους, αρκετές θα χαθούν τελείως, ενώ όσο καλλιεργούνται τόσο περισσότερο εξελίσσονται... Η βιομηχανία τροφίμων θα μπορούσε, ίσως, να επιλέξει κάποιες τοπικές ποικιλίες για αξιοποίηση, προσφέροντας το κίνητρο για τη μετατροπή των καλλιεργειών τους από ιδιοκατανάλωσης σε εμπορικές».

Όντως, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη γεωργική οικονομία ολόκληρων περιοχών της περιφέρειας, αν ληφθεί υπόψιν ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες Οδηγίες, η καλλιέργεια μιας παραδοσιακής ποικιλίας εγγεγραμμένης στον Εθνικό Κατάλογο μπορεί να εννοηθεί μόνον εντός αυστηρά προσδιορισμένων γεωγραφικών ορίων (πχ, θεωρητικά μιλώντας, η φάβα Σαντορίνης αποκλειστικά στα όρια των Κυκλάδων). Η διασφάλιση της αποκλειστικότητας του δικαιώματος καλλιέργειας στον αγροτόκοσμο μιας περιοχής αποτελεί ασφαλώς κίνητρο για τη δημιουργική κινητοποίησή του.

Μεσογειακή διατροφή: Πηγή παραγωγής προστιθέμενης αξίας
Συζητώντας το θέμα με τον κ. Ρόδιο Γαμβρό, έναν από τους πλέον καταξιωμένους εμπειρογνώμονες σε ζητήματα ασφάλειας και ποιότητας τροφίμων, πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής του ΣΕΒΤ, μας είπε: «Η αξιοποίηση της παραδοσιακής γεωργικής μας βιοποικιλότητας αποτελεί σημαντικότατη πτυχή της υπόθεσης «μεσογειακή διατροφή», για την οποία οι πάντες ομιλούν, αλλά πρακτικά υπολειπόμαστε ως προς την ανάδειξη της προστιθέμενης αξίας της, για λογαριασμό της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Αυτό, άλλωστε, απασχολεί σε επίπεδο προβληματισμού, τόσο το ΙΟΒΕ μελετητικά όσο και τους ΣΕΒΤ και ΣΕΒ.

Γενικότερα η μοναδικότητα της ελληνικής βιοποικιλότητας, πιστεύω, ωθεί για εγχειρήματα αξιοποίησης σε δύο κατευθύνσεις: Η πρώτη απαιτεί αρκετά υψηλή τεχνολογία και αναφέρεται στην απομόνωση ουσιών με ευεργετικές ιδιότητες ή βιοενεργών συστατικών ορισμένων ειδών της χλωρίδας μας, στην τεκμηρίωση των ιδιοτήτων τους και στο λανσάρισμά τους, πχ ως ωφέλιμων δραστικών συστατικών διαφόρων τροφίμων. Η δεύτερη είναι πιο απλή ως προς τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Αναφέρεται στη σύνδεση της εθνικής μας γαστριμαργικής παράδοσης, ως κατεξοχήν υποδείγματος της μεσογειακής διατροφής, με τον τουρισμό μας. Οφείλουμε να μυήσουμε τον αλλοδαπό επισκέπτη στην απόλαυση των προϊόντων μας, ώστε να τα αναζητήσει και στα καταστήματα της πατρίδας του προς όφελος των ελληνικών εξαγωγών, όπως και να τον προσελκύουμε μόνιμα και κυρίως όλο τον χρόνο στην «χώρα της μεσογειακής διατροφής» κι όχι μόνο... του ήλιου και της θάλασσας.

Και στις δύο περιπτώσεις προϋποτίθεται υψηλός επαγγελματισμός και ισχυρή δέσμευση της πρωτογενούς παραγωγής, αιτούμενο που μπορεί να ικανοποιήσουν οι συμβολαιακές καλλιέργειες, με εταίρους των γεωργών μας τη βιομηχανία, τον τομέα των τουριστικών υπηρεσιών ή το λιανεμπόριο. Κάποια κινητικότητα υπάρχει και σε ό,τι αφορά τη διασύνδεση πανεπιστημιακών φορέων με την πρωτογενή παραγωγή και τη βιομηχανία τροφίμων, στο πλαίσιο ερευνητικών πρωτοβουλιών για την προώθηση της καινοτομίας, πράγμα που στηρίζει με θέρμη ο ΣΕΒΤ, αποζητώντας τη συστηματικότερη επαφή της επιστημονικής έρευνας με τη βιομηχανική εφαρμογή. Η συζήτηση έχει ανοίξει, η διάθεση της άρσης των εμποδίων υπάρχει, αναμένουμε την πάροδο κάποιου χρόνου, προκειμένου να φανούν τα πρώτα αποτελέσματα.

Ας μην λησμονούνται, πάντως, και οι σχετικές ευκαιρίες χρηματοδότησης της ΕΕ, όπως των περιφερειακών προγραμμάτων «έξυπνης εξειδίκευσης», του προγράμματος RIS 3 (Research and Innovation Strategies), στο οποίο κάλλιστα εντάσσονται σχέδια, όπως αυτά της ανάπτυξης των παραδοσιακών γεωργικών μας καλλιεργειών, στη συνάφειά τους με τη μεταποίηση και το εμπόριο».

σελφ σερβις (T. 437)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION