σελφ σερβις - Βρε καλώς την ΤΙΝΑ!

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Βρε καλώς την ΤΙΝΑ!

5 Απριλίου 2016 | 09:47 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Οικονομία

Πώς το ’λεγε η Μάργκαρετ Θάτσερ; «There is no alternative!» (συντομογραφικώς ΤΙΝΑ), δηλαδή ξεχάστε τις εναλλακτικές, λύση υπάρχει μόνο μία και σε όποιον αρέσει! Πράγμα το οποίον στην περίπτωση του κλάδου των σούπερ μάρκετ στη χώρα μας σημαίνει ότι όποια αλυσίδα αδυνατεί πλέον να καλύπτει εμπρόθεσμα τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της, εξαγοράζεται, συγχωνεύεται, χάνει την αυτοτέλειά της επ’ ωφελεία αξιόχρεων ανταγωνιστών της, που διατίθενται να γιγαντωθούν στο άψε σβήσε, αναλαμβάνοντας εννοείται μακροπρόθεσμα το ρίσκο της σχετικής πρόκλησης.

Αυτό συμβαίνει επ’ ωφελεία των τραπεζιτών ασφαλώς, που στρώνουν φορτικά τον δρόμο της αναδιάρθρωσης των χρεωμένων αλυσίδων υπό ανθεκτικότερα επιχειρηματικά σχήματα, καθώς δεν αντέχουν νέα ελλείμματα στους κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιημένους ισολογισμούς τους, ενόσω το καθεστώς της λιτότητας συνεχίζει αρραγές. «Σας αρέσει ή όχι, αυτό είναι το μενού της εξυγίανσης», λένε προς κάθε κατεύθυνση οι τραπεζίτες, καθοδηγώντας τις επιχειρηματικές προξενιές. Στο μεταξύ, η απειλή πτώχευσης τω πάλαι ακμαίων λιανεμπορικών αλυσίδων απαξιώνει τα εταιρικά προικιά τους.

Αλλά όσο μεγαλύτερος είναι ο χρεώστης καν δεν του επιτρέπεται να πτωχεύσει «ατιμασμένος» (ήτοι εκποιούμενος) ει μη μόνον να πωληθεί από φτηνά έως τζάμπα, διότι τα χρέη του, διασπαρμένα όπως είναι σ’ έναν ευρύ κύκλο μικρών και μεγάλων προμηθευτικών εταιρειών κι ανάλογα προς το μπόι του, απειλούν να πνίξουν πολλές απ’ αυτές τις εταιρείες (κι εμμέσως πολλούς από τους δικούς τους συνεργάτες), μεταφέροντας εντέλει το κύμα της «ατιμωτικής» πτώχευσης στους ευαίσθητους κόλπους των τραπεζών, των οποίων άπαντες οι προαναφερθέντες ως πελάτες είναι και δυνάμει (ορισμένοι δε κι εν ενεργεία) «κόκκινοι» οφειλέτες! Γι’ αυτό ακριβώς για τους μεγαλοχρεώστες οργανωμένους εμπόρους η μόνη λύση είναι το «θεραπευτικό μενού» που προσφέρουν οι τραπεζίτες –η μαγειρική της ΤΙΝΑ (να πώς σαρκάζοντας, μετατρέπεται ένα ακρωνύμιο σε ουσιαστικό...).

«Πτωχεύσαντες» και «πλουτίζοντες»

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οι προμηθευτές κρατούν την αναπνοή τους εν αναμονή εξελίξεων, τηρώντας τα προσχήματα ουδετερότητας στις κρίσεις τους –εννοείται δημοσίως, γιατί ιδιωτικώς αυτά που ακούγονται σαν απόηχος της ανησυχίας τους, υπερβαίνουν τις απλές εντυπώσεις από τα άδεια ράφια ορισμένων αλυσίδων, λόγω της άρνησης των απλήρωτων προμηθευτών να τα γεμίσουν... Πολύ περισσότερο η εφεκτικότητα των προμηθευτών σχετίζεται με το ότι όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος της αλυσίδας-χρεώστη και του χρέους της (προς προμηθευτές, τράπεζες, προσωπικό, ασφαλιστικούς φορείς, Δημόσιο), τόσο πιο υπολογίσιμη γίνεται η θέση της στο παζάρι με τραπεζίτες και επίδοξους αγοραστές σχετικά με την τύχη της.

Το «γιατί» είναι απλό: το μέγεθος της υπονόμευσης που δημιουργεί η παράταση του αδιεξόδου σχετικά με την τύχη της, είναι πειστικό επιχείρημα, προκειμένου η πτώχευσή της να μην απέχει πολύ από το να γίνει «βελούδινη» –ούτως ειπείν να διασώζει ορισμένως το γόητρο του πτωχεύσαντος σαν να χρεοκόπησε στα ψέματα, εφόσον κι αυτός, βέβαια, έχει ακόμα «τον τρόπο του» να συντηρεί ή και να αναζωπυρώνει επιχειρηματικές φιλοδοξίες, προλαμβάνοντας τον εκπεσμό. (Πλην, όμως, η μόνη πραγματικά βελούδινη είναι η αφερεγγυότητα του τραπεζίτη...). Όχι, πάντως, πως οι καθυστερήσεις στο παζάρι για τη διάσωση του επιχειρηματικού γοήτρου δεν είναι υψηλού ρίσκου και κόστους, αφού όσο παρατείνεται ο χρόνος που μένουν άδεια τα ράφια στα καταστήματα του επίδικου δικτύου, τόσο μονιμότερα διαμοιράζεται ο τζίρος τους στα ανταγωνιστικά δίκτυα κι αυξάνει η απαξίωσή του, ώστε η ανάταξή του ν’ ακριβαίνει ασύμφορα...

Ενδιαφέρον έχουν και τα πλεονεκτήματα του όποιου εξαγοραστή: Όσο μεγαλύτερο είναι το διαφαινόμενο ρίσκο που θα διαχειριστεί (εφόσον εξαγοράσει την εταιρεία-χρεώστη), τόσο πιο εύκολα θα τον συμμεριστεί πιστοδοτικά ο τραπεζίτης του, ο οποίος προσβλέπει από το deal σε μια κάποια τακτοποίηση του ισολογισμού του... Πάντως, εξαγοράζοντες και εξαγοραζόμενοι (ή συγχωνευόμενοι, συνεργαζόμενοι ή ό,τι τέλος πάντων αποφασίζουν) γνωρίζουν πως δεν μπορεί να υπολογίζουν σε «κούρεμα» χρεών προς προμηθευτές. Τους κωλύει κυρίως ο αδυσώπητος λιανεμπορικός ανταγωνισμός. Διότι είναι ηλίου φαεινότερον πως κάτι τέτοιο επ’ ωφελεία ενός λιανέμπορου θα έκανε κάθε καλοπληρωτή ανταγωνιστή του να βγει από τα ρούχα του...

Φύρδην μίγδην κατ’ εικόνα και ομοίωση

Φυσικά οι τραπεζίτες περί άλλα τυρβάζουν σχετικά με το δικό τους σαράκι: την αδυναμία να χρηματοδοτήσουν κανονικά την αγορά, καθότι η ύφεση εξακολουθεί να «κοκκινίζει» με νέες ακάλυπτες υποχρεώσεις (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) τους ισολογισμούς τους. Και σωστά, διότι όταν πτωχεύουν οι τράπεζες, είναι μεν οι μόνες ιδιωτικές εταιρείες που ανακεφαλαιοποιούνται με δημόσιο χρήμα, αλλά όντας κατόπιν ανακεφαλαιοποιημένες και παρότι ταγμένες στην πίστωση της οικονομίας, δανειοδοτούν μόνο επιχειρηματικές αναδιαρθρώσεις, που εγγυώνται πως δεν θα εκτεθούν σε κίνδυνο νέας χρεοκοπίας. Όμως, αυτά πλέον αφορούν στις συστημικές τράπεζες, καθότι η αφερέγγυα τραπεζική αγορά μας έχει διέλθει τη φάση της «εξυγιαντικής» συγκεντροποίησής της, οπότε ο ανταγωνισμός της πολώθηκε κατά το 94% του όλου της σε τέσσερις συστημικούς εταίρους. Άρα την επόμενη φορά που θα δοκιμαστεί η βιωσιμότητά τους, απλώς, το «βελούδο της χρεοκοπίας» τους θα το καρπωθούν ολωσδιόλου αλλότρια χέρια επενδυτών κεφαλαίου...

Οι τραπεζίτες, λοιπόν, μη έχοντας οι ίδιοι εναλλακτική και μη αφήνοντας εναλλακτική στους πελάτες τους (είδες η ΤΙΝΑ;), τους σύρουν σε συγκεντροποίηση δομών κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής τους. Ήταν αναμενόμενο. Εφόσον η δική τους επίφαση κεφαλαιακής υγείας έγινε πρωτεύον κριτήριο σθένους της σακατεμένης από την ύφεση οικονομίας, για να τη συντηρήσουν θα προσθέσουν εν ανάγκη... μήλα με αυγά! Δηλαδή, στο όνομα της βιωσιμότητας των οφειλετών τους θα σιγοντάρουν με λογής εξαναγκασμούς –πες θα ρισκάρουν κιόλας– τη συγχώνευση επιχειρήσεων ακόμα και εντελώς διαφορετικής στρατηγικής, κουλτούρας κι οργάνωσης αρκεί να εκλείψουν οι κίνδυνοι για τη δική τους βιωσιμότητα!

Άλλωστε, παροτρύνονται από την ΤτΕ να παρεμβαίνουν για την αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων έως και «να αναλαμβάνουν ενεργητικές πρωτοβουλίες αλλαγής μη συνεργάσιμων διοικήσεων, της δομής ή και του επιχειρηματικού σχεδίου τους…». Έτσι, η αγορά σήμερα ζει το είδος του οικονομικού σχεδιασμού που την ωθεί βίαια στον σχηματισμό ολιγοπωλίων, ο οποίος κατευθύνεται από την ιδιοτελή έμπνευση των τραπεζιτών κι όχι από το «αόρατο χέρι του ανταγωνισμού» μολονότι αρκετοί, που υποκλίνονται στην «εξυγιαντική πρωτοβουλία» των τραπεζών, εξακολουθούν να ομνύουν στον Άνταμ Σμιθ.

Οι δύο πόλοι της συγκεντροποίησης

Προφανώς η άνεση πρόσβασης σε χρηματοδοτικούς πόρους μετριάζει το ρίσκο της εξαγοράς προβληματικού εταίρου ή του συνεταιρισμού μαζί του. Τέτοια άνεση, όμως, ποιος να τη βρει, χωρίς να βάλει τους τραπεζίτες συνεταίρους στα σχέδιά του; Στον κλάδο των σούπερ μάρκετ σήμερα, ενόσω κορυφώνεται ο ανταγωνισμός των δικτύων διανομής (τα οποία τίθενται υπό τον έλεγχο λιγότερων επωνυμιών, που ήδη κατά τόπους αναμετρώνται σκληρά για το ποια θα στριμώξει τα καταστήματα της άλλης ως «πλεονάζοντα»), την πραγματική άνεση στην οργανική ανάπτυξη με όρους κυριαρχίας, δηλαδή χωρίς αγκομαχητά, την έχουν μόνο δύο κορυφαίες αλυσίδες -ως θυγατρικές κι οι δύο πολυεθνικών δικτύων, φυσικά. Όποιος παρακολουθεί τις δηλώσεις των διοικήσεων των αλυσίδων, σχετικά με τις προγραμματισμένες επενδύσεις τους στα δίκτυα διανομής, ξέρει ότι οι δυο τους θα διαθέσουν αθροιστικά φέτος άνω των 215 εκατ. ευρώ, έναντι ούτε καν του ημίσεως αυτού του ποσού απ’ όλα μαζί τα μεγαλύτερα ελληνικά δίκτυα...

Σημασία δεν έχει εν προκειμένω να σχολιαστεί η στρατηγική καθεμιάς, να κριθεί ή πιθανολογηθεί η τοποθέτησή τους έναντι των εγχειρημάτων συγκεντροποίησης και σωτηρίας ελληνικών προβληματικών δικτύων κλπ, αλλά να υπογραμμιστεί η ικανότητά τους να επιταχύνουν ακριβώς τη διαδικασία συγκεντροποίησης. Πώς; Μα οξύνοντας τον ανταγωνισμό στην οργανική ανάπτυξη των δικτύων και στις χαμηλές τιμές προς άγραν νέων μεριδίων αγοράς –ιδίως τώρα που οι ανταγωνιστές τους προσπαθούν ν’ ανασυνταχθούν αναδιαρθρωνόμενοι. Είναι ευδιάκριτο πως όντας πόλος του παιχνιδιού οι δυο τους (ένεκα και μόνον της ευχέρειας στη ρευστότητα που έχουν σε μια αγορά αποστεγνωμένη), υποχρεώνουν τους υπόλοιπους ανταγωνιστές τους να πολωθούν ανακλαστικά απέναντί τους, συγχωνευόμενοι βίαια ο ένας με τον άλλον, σ’ ένα ντελίριο αναμέτρησης συμφερόντων, κατάργησης ζημιογόνων δομών, ανακαινίσεων, αλλαγής ταμπελών, διοικήσεων κοκ, μέχρι να μετασχηματιστούν σε δυο- τρεις το πολύ εταιρικές ή/και συνεταιρικές δομές.

Με άλλα λόγια, εκεί που βράδυνε να οδηγεί υπό συνθήκες κανονικότητας ο ανταγωνισμός στην απόκτηση ισχύος μέσω της επέκτασης (γεωγραφικής, τζίρου, εφαρμογής εργαλείων μάρκετινγκ κλπ), δηλαδή στη συγκεντροποίηση, ωθεί ραγδαία σήμερα η κρίση ρευστότητας, μεταβιβάζοντας στους κεφαλαιακά ανθεκτικότερους τις υποχρεώσεις των κεφαλαιακά ακάλυπτων, έχοντας στο μεταξύ απαξιώσει τις υποδομές των τελευταίων ως μη βιώσιμες, ώστε η μεταβίβασή τους στους πρώτους να θεωρείται φτηνή ευκαιρία γιγάντωσής τους.

Αυτό συμβαίνει επ’ ωφελεία των τραπεζιτών ασφαλώς, που στρώνουν φορτικά τον δρόμο της αναδιάρθρωσης των χρεωμένων αλυσίδων υπό ανθεκτικότερα επιχειρηματικά σχήματα, καθώς δεν αντέχουν νέα ελλείμματα στους κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιημένους ισολογισμούς τους, ενόσω το καθεστώς της λιτότητας συνεχίζει αρραγές. «Σας αρέσει ή όχι, αυτό είναι το μενού της εξυγίανσης», λένε προς κάθε κατεύθυνση οι τραπεζίτες, καθοδηγώντας τις επιχειρηματικές προξενιές. Στο μεταξύ, η απειλή πτώχευσης τω πάλαι ακμαίων λιανεμπορικών αλυσίδων απαξιώνει τα εταιρικά προικιά τους.

Αλλά όσο μεγαλύτερος είναι ο χρεώστης καν δεν του επιτρέπεται να πτωχεύσει «ατιμασμένος» (ήτοι εκποιούμενος) ει μη μόνον να πωληθεί από φτηνά έως τζάμπα, διότι τα χρέη του, διασπαρμένα όπως είναι σ’ έναν ευρύ κύκλο μικρών και μεγάλων προμηθευτικών εταιρειών κι ανάλογα προς το μπόι του, απειλούν να πνίξουν πολλές απ’ αυτές τις εταιρείες (κι εμμέσως πολλούς από τους δικούς τους συνεργάτες), μεταφέροντας εντέλει το κύμα της «ατιμωτικής» πτώχευσης στους ευαίσθητους κόλπους των τραπεζών, των οποίων άπαντες οι προαναφερθέντες ως πελάτες είναι και δυνάμει (ορισμένοι δε κι εν ενεργεία) «κόκκινοι» οφειλέτες! Γι’ αυτό ακριβώς για τους μεγαλοχρεώστες οργανωμένους εμπόρους η μόνη λύση είναι το «θεραπευτικό μενού» που προσφέρουν οι τραπεζίτες –η μαγειρική της ΤΙΝΑ (να πώς σαρκάζοντας, μετατρέπεται ένα ακρωνύμιο σε ουσιαστικό...).

«Πτωχεύσαντες» και «πλουτίζοντες»

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οι προμηθευτές κρατούν την αναπνοή τους εν αναμονή εξελίξεων, τηρώντας τα προσχήματα ουδετερότητας στις κρίσεις τους –εννοείται δημοσίως, γιατί ιδιωτικώς αυτά που ακούγονται σαν απόηχος της ανησυχίας τους, υπερβαίνουν τις απλές εντυπώσεις από τα άδεια ράφια ορισμένων αλυσίδων, λόγω της άρνησης των απλήρωτων προμηθευτών να τα γεμίσουν... Πολύ περισσότερο η εφεκτικότητα των προμηθευτών σχετίζεται με το ότι όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος της αλυσίδας-χρεώστη και του χρέους της (προς προμηθευτές, τράπεζες, προσωπικό, ασφαλιστικούς φορείς, Δημόσιο), τόσο πιο υπολογίσιμη γίνεται η θέση της στο παζάρι με τραπεζίτες και επίδοξους αγοραστές σχετικά με την τύχη της.

Το «γιατί» είναι απλό: το μέγεθος της υπονόμευσης που δημιουργεί η παράταση του αδιεξόδου σχετικά με την τύχη της, είναι πειστικό επιχείρημα, προκειμένου η πτώχευσή της να μην απέχει πολύ από το να γίνει «βελούδινη» –ούτως ειπείν να διασώζει ορισμένως το γόητρο του πτωχεύσαντος σαν να χρεοκόπησε στα ψέματα, εφόσον κι αυτός, βέβαια, έχει ακόμα «τον τρόπο του» να συντηρεί ή και να αναζωπυρώνει επιχειρηματικές φιλοδοξίες, προλαμβάνοντας τον εκπεσμό. (Πλην, όμως, η μόνη πραγματικά βελούδινη είναι η αφερεγγυότητα του τραπεζίτη...). Όχι, πάντως, πως οι καθυστερήσεις στο παζάρι για τη διάσωση του επιχειρηματικού γοήτρου δεν είναι υψηλού ρίσκου και κόστους, αφού όσο παρατείνεται ο χρόνος που μένουν άδεια τα ράφια στα καταστήματα του επίδικου δικτύου, τόσο μονιμότερα διαμοιράζεται ο τζίρος τους στα ανταγωνιστικά δίκτυα κι αυξάνει η απαξίωσή του, ώστε η ανάταξή του ν’ ακριβαίνει ασύμφορα...

Ενδιαφέρον έχουν και τα πλεονεκτήματα του όποιου εξαγοραστή: Όσο μεγαλύτερο είναι το διαφαινόμενο ρίσκο που θα διαχειριστεί (εφόσον εξαγοράσει την εταιρεία-χρεώστη), τόσο πιο εύκολα θα τον συμμεριστεί πιστοδοτικά ο τραπεζίτης του, ο οποίος προσβλέπει από το deal σε μια κάποια τακτοποίηση του ισολογισμού του... Πάντως, εξαγοράζοντες και εξαγοραζόμενοι (ή συγχωνευόμενοι, συνεργαζόμενοι ή ό,τι τέλος πάντων αποφασίζουν) γνωρίζουν πως δεν μπορεί να υπολογίζουν σε «κούρεμα» χρεών προς προμηθευτές. Τους κωλύει κυρίως ο αδυσώπητος λιανεμπορικός ανταγωνισμός. Διότι είναι ηλίου φαεινότερον πως κάτι τέτοιο επ’ ωφελεία ενός λιανέμπορου θα έκανε κάθε καλοπληρωτή ανταγωνιστή του να βγει από τα ρούχα του...

Φύρδην μίγδην κατ’ εικόνα και ομοίωση

Φυσικά οι τραπεζίτες περί άλλα τυρβάζουν σχετικά με το δικό τους σαράκι: την αδυναμία να χρηματοδοτήσουν κανονικά την αγορά, καθότι η ύφεση εξακολουθεί να «κοκκινίζει» με νέες ακάλυπτες υποχρεώσεις (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) τους ισολογισμούς τους. Και σωστά, διότι όταν πτωχεύουν οι τράπεζες, είναι μεν οι μόνες ιδιωτικές εταιρείες που ανακεφαλαιοποιούνται με δημόσιο χρήμα, αλλά όντας κατόπιν ανακεφαλαιοποιημένες και παρότι ταγμένες στην πίστωση της οικονομίας, δανειοδοτούν μόνο επιχειρηματικές αναδιαρθρώσεις, που εγγυώνται πως δεν θα εκτεθούν σε κίνδυνο νέας χρεοκοπίας. Όμως, αυτά πλέον αφορούν στις συστημικές τράπεζες, καθότι η αφερέγγυα τραπεζική αγορά μας έχει διέλθει τη φάση της «εξυγιαντικής» συγκεντροποίησής της, οπότε ο ανταγωνισμός της πολώθηκε κατά το 94% του όλου της σε τέσσερις συστημικούς εταίρους. Άρα την επόμενη φορά που θα δοκιμαστεί η βιωσιμότητά τους, απλώς, το «βελούδο της χρεοκοπίας» τους θα το καρπωθούν ολωσδιόλου αλλότρια χέρια επενδυτών κεφαλαίου...

Οι τραπεζίτες, λοιπόν, μη έχοντας οι ίδιοι εναλλακτική και μη αφήνοντας εναλλακτική στους πελάτες τους (είδες η ΤΙΝΑ;), τους σύρουν σε συγκεντροποίηση δομών κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής τους. Ήταν αναμενόμενο. Εφόσον η δική τους επίφαση κεφαλαιακής υγείας έγινε πρωτεύον κριτήριο σθένους της σακατεμένης από την ύφεση οικονομίας, για να τη συντηρήσουν θα προσθέσουν εν ανάγκη... μήλα με αυγά! Δηλαδή, στο όνομα της βιωσιμότητας των οφειλετών τους θα σιγοντάρουν με λογής εξαναγκασμούς –πες θα ρισκάρουν κιόλας– τη συγχώνευση επιχειρήσεων ακόμα και εντελώς διαφορετικής στρατηγικής, κουλτούρας κι οργάνωσης αρκεί να εκλείψουν οι κίνδυνοι για τη δική τους βιωσιμότητα!

Άλλωστε, παροτρύνονται από την ΤτΕ να παρεμβαίνουν για την αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων έως και «να αναλαμβάνουν ενεργητικές πρωτοβουλίες αλλαγής μη συνεργάσιμων διοικήσεων, της δομής ή και του επιχειρηματικού σχεδίου τους…». Έτσι, η αγορά σήμερα ζει το είδος του οικονομικού σχεδιασμού που την ωθεί βίαια στον σχηματισμό ολιγοπωλίων, ο οποίος κατευθύνεται από την ιδιοτελή έμπνευση των τραπεζιτών κι όχι από το «αόρατο χέρι του ανταγωνισμού» μολονότι αρκετοί, που υποκλίνονται στην «εξυγιαντική πρωτοβουλία» των τραπεζών, εξακολουθούν να ομνύουν στον Άνταμ Σμιθ.

Οι δύο πόλοι της συγκεντροποίησης

Προφανώς η άνεση πρόσβασης σε χρηματοδοτικούς πόρους μετριάζει το ρίσκο της εξαγοράς προβληματικού εταίρου ή του συνεταιρισμού μαζί του. Τέτοια άνεση, όμως, ποιος να τη βρει, χωρίς να βάλει τους τραπεζίτες συνεταίρους στα σχέδιά του; Στον κλάδο των σούπερ μάρκετ σήμερα, ενόσω κορυφώνεται ο ανταγωνισμός των δικτύων διανομής (τα οποία τίθενται υπό τον έλεγχο λιγότερων επωνυμιών, που ήδη κατά τόπους αναμετρώνται σκληρά για το ποια θα στριμώξει τα καταστήματα της άλλης ως «πλεονάζοντα»), την πραγματική άνεση στην οργανική ανάπτυξη με όρους κυριαρχίας, δηλαδή χωρίς αγκομαχητά, την έχουν μόνο δύο κορυφαίες αλυσίδες -ως θυγατρικές κι οι δύο πολυεθνικών δικτύων, φυσικά. Όποιος παρακολουθεί τις δηλώσεις των διοικήσεων των αλυσίδων, σχετικά με τις προγραμματισμένες επενδύσεις τους στα δίκτυα διανομής, ξέρει ότι οι δυο τους θα διαθέσουν αθροιστικά φέτος άνω των 215 εκατ. ευρώ, έναντι ούτε καν του ημίσεως αυτού του ποσού απ’ όλα μαζί τα μεγαλύτερα ελληνικά δίκτυα...

Σημασία δεν έχει εν προκειμένω να σχολιαστεί η στρατηγική καθεμιάς, να κριθεί ή πιθανολογηθεί η τοποθέτησή τους έναντι των εγχειρημάτων συγκεντροποίησης και σωτηρίας ελληνικών προβληματικών δικτύων κλπ, αλλά να υπογραμμιστεί η ικανότητά τους να επιταχύνουν ακριβώς τη διαδικασία συγκεντροποίησης. Πώς; Μα οξύνοντας τον ανταγωνισμό στην οργανική ανάπτυξη των δικτύων και στις χαμηλές τιμές προς άγραν νέων μεριδίων αγοράς –ιδίως τώρα που οι ανταγωνιστές τους προσπαθούν ν’ ανασυνταχθούν αναδιαρθρωνόμενοι. Είναι ευδιάκριτο πως όντας πόλος του παιχνιδιού οι δυο τους (ένεκα και μόνον της ευχέρειας στη ρευστότητα που έχουν σε μια αγορά αποστεγνωμένη), υποχρεώνουν τους υπόλοιπους ανταγωνιστές τους να πολωθούν ανακλαστικά απέναντί τους, συγχωνευόμενοι βίαια ο ένας με τον άλλον, σ’ ένα ντελίριο αναμέτρησης συμφερόντων, κατάργησης ζημιογόνων δομών, ανακαινίσεων, αλλαγής ταμπελών, διοικήσεων κοκ, μέχρι να μετασχηματιστούν σε δυο- τρεις το πολύ εταιρικές ή/και συνεταιρικές δομές.

Με άλλα λόγια, εκεί που βράδυνε να οδηγεί υπό συνθήκες κανονικότητας ο ανταγωνισμός στην απόκτηση ισχύος μέσω της επέκτασης (γεωγραφικής, τζίρου, εφαρμογής εργαλείων μάρκετινγκ κλπ), δηλαδή στη συγκεντροποίηση, ωθεί ραγδαία σήμερα η κρίση ρευστότητας, μεταβιβάζοντας στους κεφαλαιακά ανθεκτικότερους τις υποχρεώσεις των κεφαλαιακά ακάλυπτων, έχοντας στο μεταξύ απαξιώσει τις υποδομές των τελευταίων ως μη βιώσιμες, ώστε η μεταβίβασή τους στους πρώτους να θεωρείται φτηνή ευκαιρία γιγάντωσής τους.


«Ξυλεύοντες» και «ξυλευόμενοι»

Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι τα δύο πρόσφατα φαινόμενα συγκεντροποιήσεων «κορυφής» άνοιξαν την κοίτη, στην οποία θα κυλήσουν άνευ «εναλλακτικής» (να πάλι η ΤΙΝΑ) στο όνομα του «εξορθολογισμού» όλα τα υγιή, φιλάσθενα έως και ημιθανή δίκτυα αλυσίδων, μέχρι να μορφοποιηθούν τα ούτως ειπείν «συστημικά» δίκτυα.

Όπως ακριβώς συνέβη με τις τράπεζες!

Ο κλάδος σήμερα ζει τη φάση της άρσης των προσχημάτων, καθώς η κρίση ρευστότητας αρνείται ν’ αφήσει ατσαλάκωτο το status μεγάλων ιστορικών επωνυμιών. Βέβαια, ο κύκλος της συγκεντροποίησης υπό την κρίση ρευστότητας άνοιξε θορυβωδώς με τη «ατιμωτική ξύλευση» μιας άλλης ιστορικής επωνυμίας (Ατλάντικ), μόνο που εκείνη ξέπεσε γρήγορα, όντας εισηγμένη, και πριν λανσαριστεί επισήμως το «θεραπευτικό μενού» της ΤΙΝΑ. Όμως, γενικά οι «ξυλεύοντες» τότε μπορούσαν ακόμα να επενδύουν στα δίκτυά τους περισσότερο χρωστούμενο χρήμα (σε προμηθευτές κυρίως μέσω της δέσμευσης των χρημάτων τους με την αυθαίρετη παράταση του χρόνου εξόφλησης, εφόσον κι η αργία των τραπεζών εκεί έσπρωχνε), ώστε ν’ ανταποκρίνονται με απαιτήσεις στον μεριδιακό ανταγωνισμό (δηλ. της επέκτασης των δικτύων καταστημάτων και του τζίρου).

Άλλωστε, επρόκειτο για ένα καθιερωμένο μεταξύ των ισχυρών μοτίβο συναλλαγών κι ανάπτυξης στην εγχώρια αγορά, που δεν ξένισε κανέναν –απλώς, προϊόντος του χρόνου οι πιο νοικοκύρηδες εκλογίκευσαν τη χρήση του εντός των ορίων αντοχής των προμηθευτών κι όχι βάσει των δικών τους υποχρεώσεων και πλάνων ανάπτυξης. Όμως για όποιους και για όσο χρόνο πετύχαινε κατ’ αυτόν τον τρόπο η αύξηση μεριδίου, κυρίως μέσω της «ξύλευσης» επιχειρηματικών ρακών και της πριμοδότησης ανταγωνιστικά παράτολμων εμπορικών πολιτικών, η εν λόγω επιτυχία τους εγγυόταν, αφενός, την επιστροφή των χρωστούμενων. Αφετέρου εγγυόταν την εξαναγκαστική συναίνεση των προμηθευτών να παρέχουν άτοκη πίστωση στον μεγάλο πελάτη, εφόσον από τα ταμεία του ως μεγαλομεριδιούχου της διανομής ανακυκλωνόταν όλο και μεγαλύτερο μέρος του τζίρου τους.

Όμως η κρίση ρευστότητας στην εξέλιξή της θρονιάστηκε στα ταμεία των προμηθευτών, οπότε ούτε η επέκταση μεριδίου των μεγαλοπελατών τους ήταν δυνατή ούτε κατόπιν αυτού η κάλυψη των χρεών τους. Έτσι οι «ξυλεύοντες» έσονται «ξυλευόμενοι», ανοίγοντας τον δρόμο για τον σχηματισμό των «συστημικών» αλυσίδων. Όλα τα υπόλοιπα (διαχειριστικά λάθη κι ελαττώματα, ελλείμματα τεχνογνωσίας, μέριμνες εξυγίανσης, αλλαγές διοικήσεων κλπ) είναι πολύ χρήσιμα για την άντληση διδαγμάτων πλην, όμως, μοιάζουν λεπτομέρειες, συνιστούν περιπτωσιολογία...

Ερωτήσεις-απαντήσεις-έξοδος

Αναρωτούνται πολλοί τώρα: «Πώς είναι δυνατόν δυο κορυφαίοι ανταγωνιστές στον κλάδο, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους σε όλα, να συστήνουν κοινή εταιρεία και μάλιστα 50/50, όταν εμφανώς ο ένας γίνεται το σωσίβιο του άλλου;». Η αλληλουχία και η συνεξέταση των επιχειρημάτων μας φρονούμε πως οδηγεί σε λογικές εξηγήσεις για το φαινομενικά παράδοξο του πράγματος. Οδηγεί όμως και σε μια λογική εικασία: Πρόκειται για το προοίμιο μιας εξ ανάγκης σύμπραξης ετερόκλιτων δυνάμεων(;)... Το μέλλον ασφαλώς θα δείξει –κυρίως ότι τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται πια παράδοξο. Ούτε καν το ρίσκο της παραδοξότητας!

Άλλοι αναρωτούνται: «Δεν θα ήταν, άραγε, πιο λογικό οι τραπεζίτες να ευνοούν προνομιακά τη συγκέντρωση στους κόλπους του ενός από τους πολυεθνικούς εταίρους, που πρωτοστατεί κιόλας στις εξαγορές έχοντας ήδη ηγεμονικό μερίδιο, αντί να ρισκάρουν εύθραυστες κι αργόσυρτες συμμαχίες, συμπράξεις, συγχωνεύσεις κοκ;». Η απάντηση είναι «ρωτείστε τους εμπλεκόμενους». Αλλά η ΤΙΝΑ, που δεν αφήνει κανέναν ν’ αγιάσει, πιθανώς εννοεί ότι τα διεθνή κεφάλαια είναι η οριστική, η αμετάκλητη «λύση» έλξης κι αφομοίωσης των απαξιωμένων εθνικών κεφαλαίων. Οι εγχώριοι τραπεζίτες, λοιπόν, ιδρώνουν όταν σκέφτονται για λογαριασμό τους τη σχετική προοπτική. Αν έσπρωχναν κρίσιμους πελάτες τους στη «λύση» που οι ίδιοι προσπαθούν ν’ αναβάλουν επ’ αορίστω, το μόνο που θα κατάφερναν είναι να την επισπεύσουν για τους ίδιους! Διότι κι αυτοί σε μια ΤΙΝΑ αντιστέκονται...

σελφ σερβις (T. 459)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION