σελφ σερβις - Η πολεμική χρήση του promotion

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Η πολεμική χρήση του promotion

14 Ιουλίου 2015 | 12:17 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Προώθηση

Η ιδέα μιας τεράστιας ηλεκτρικής σκούπας που ρουφά από παντού πωλήσεις, οι οποίες διενεργούνται εκτός προωθήσεων και προσφορών ή εντός τέτοιων προγραμμάτων χαμηλής ανταγωνιστικότητας, παριστά εύστοχα το τι συμβαίνει με το promotion στην αγορά του κλάδου. Τα υψηλά ποσοστά επενδυτικής συμμετοχής των αλυσίδων στο promotion δείχνουν ότι η αύξηση της έντασής του ρυθμίζεται πλέον με όρους αγώνων κυριαρχίας από το «αόρατο χέρι» του ανταγωνισμού τους, που λιπαίνει τη μηχανή της συγκεντροποίησής τους. Ταυτόχρονα, όμως, κλείνονται έτσι ασφαλέστερα, φτηνότερα και συνοπτικά όλοι οι «ανοιχτοί λογαριασμοί» των προμηθευτών στον μεταξύ τους ανταγωνισμό –υπέρ των μεγάλων ασφαλώς...

Πλέον η μείωση των πωλήσεων σε αξία της κλαδικής αγοράς σχετίζεται κυρίως με τον αποπληθωρισμό, καθώς οι πωλήσεις της σε όγκο ιδίως τη διετία 2013-2014 ήταν οριακά σταθερές. Το γεγονός, μάλιστα, ότι δεν έχουν μειωθεί οι «κανονικές» τιμές των προϊόντων, συνιστά ένα στοιχείο ιδιοτυπίας του αποπληθωριστικού φαινομένου στον κλάδο, για την εκδήλωση του οποίου συντελούν: Πρώτον, οι αλλαγές στη σύνθεση του προϊοντικού μίγματος στο μέσο καλάθι αγορών υπέρ των φτηνότερων αγαθών, πράγμα που δείχνει την τάση της ζήτησης και, δεύτερον, η αύξηση της έντασης των προωθητικών προγραμμάτων, που ρίχνει τις μέσες τιμές των προϊόντων, γεγονός που κατ’ αναλογία περιγράφει τις αντιδράσεις της προσφοράς στην τάση της ζήτησης.

Ειδικότερα, την περίοδο 2011-2014 η IRI κατέγραψε σωρευτική μείωση των πωλήσεων κατά 8,2% σε αξία και 0,8% σε όγκο. Σύμφωνα με την εταιρεία, την εν λόγω περίοδο ο αποπληθωρισμός έριξε περίπου κατά 10% την αξία του μέσου μηνιαίου καλαθιού, από τα 340 στα 306 ευρώ. Σύμφωνα με τη Nielsen, επί ενός συνολικού μεγέθους μείωσης των πωλήσεων του κλάδου κατά 1,9% πέρυσι σε σύγκριση με το 2013, ο αποπληθωρισμός επέδρασε περίπου κατά το 1,1% (το υπόλοιπο 0,8% αποδίδεται στη συρρίκνωση των πωλήσεων σε όγκο). Οι αναλύσεις της εταιρείας έδειξαν ότι το 2014 περίπου το 40,7% των ταχυκίνητων προϊόντων όλων των κατηγοριών (εκτός των νωπών προϊόντων) πωλήθηκαν υπό καθεστώς κάποιας προώθησης.

Στον βαθμό, μάλιστα, που κατά τη μέτρηση αφαιρέθηκε η συμμετοχή των private label (PL) στο μέσο καλάθι, το ποσοστό σε όγκο των αγορασμένων υπό προώθηση επώνυμων κωδικών έφθασε στο 48,1% –κοντολογίς, ο ένας στους δύο κωδικούς πουλήθηκε σε προσφορά! Αλλά στο γαϊτανάκι των προωθήσεων μπήκαν πέρυσι πρώτη φορά με πάθος και τα PL. Κατά την IRI, ο προωθητικός τους τζίρος, από 4,7% επί των συνολικών τους πωλήσεων το 2011, εκτινάχθηκε στο 14,3% πέρυσι, οπότε αρχίζει πλέον να γίνεται υπολογίσιμος, δεδομένου ότι περίπου το ένα πέμπτο των χρημάτων που ξόδεψε πέρυσι ο καταναλωτής (19,1%) πήγε σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας…

Περί εθισμών στο promotion
Πολλοί αναρωτιούνται τώρα πού θα βγάλει η ιστορία των προωθήσεων και των προσφορών. Η σχετική ανησυχία εκδηλώνεται ευρύτερα μετά το 2013, οπότε και οι πλέον βέβαιοι για το αναπόφευκτο της αγωγής σκληρής λιτότητας ως φαρμάκου για την ανάκαμψη και τη σταθεροποίηση της οικονομίας, άρχισαν να πείθονται ότι οι επιπτώσεις της δεν είναι πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά διαμορφώνουν τις δομές της εγχώριας ζήτησης επί μακρόν. Μέχρι τότε οι «υπερβολές» του promotion, παρά το πανθομολογούμενο κύρος των επικριτικών γι’ αυτές επιχειρημάτων («έτσι απαξιώνονται οι μάρκες») είχαν αποδειχθεί θαυματουργές κι ως τέτοιες ήταν αποδεκτές.

Κι από την έναρξη της εποχής των μνημονίων οι ίδιες «υπερβολές», καθόλα πλέον θεμιτές έως αναγκαίες επ’ ονόματι της «βοήθειας προς τον καταναλωτή», αποτέλεσαν τη βάση του επιχειρήματος «αφήστε τον καταναλωτή που επωφελείται ν’ αποφασίσει αυτός για τις τιμές!», έναντι των πιέσεων της τρόικας για το ξεφούσκωμα των τιμών λιανικής, πράγμα, όμως, που δεν συνέφερε κανέναν. Ούτε τους προμηθευτές, που υπολόγιζαν στην έλευση της «επόμενης ημέρας» με τα τιμολογικά ήθη της προηγούμενης, ούτε τις αλυσίδες, καθώς η ενδεχόμενη υποτίμηση των εμπορευμάτων τους σημαίνει την υποτίμηση των προσόδων τους από αυτά.

Καίτοι πια σήμερα το promotion κατακλύζει εξ ανάγκης ακόμα και τα ράφια κατηγοριών προϊόντων που ήταν ασυνήθιστο, ενόσω ψαλιδίστηκαν άρδην και οι προσδοκίες για την «επόμενη ημέρα», το επιχείρημα ότι «ο καταναλωτής εθίστηκε στις προσφορές, γι’ αυτό δεν διακινδυνεύουμε να τιμωρηθούμε, περιορίζοντάς τις» ακούγεται κάμποσο προσχηματικό. Όχι μόνο γιατί ο μονοδιάστατος ψυχολογισμός των ερμηνειών του είναι ανεπαρκής να εξηγήσει την καταναλωτική συμπεριφορά ως αμφίπλευρο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά κυρίως γιατί η αποφυγή της «τιμωρίας» του καταναλωτή ως εξήγηση της πλειοδοσίας στο promotion, συσχετισμένη με την κορύφωση των τάσεων συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, υποδηλώνει έναν «εθισμό» τους στην πολεμική χρήση του promotion πολύ ισχυρότερο από εκείνον των καταναλωτών. Μέσω των επιδράσεών του ελέγχονται τα ανακλαστικά της ζήτησης...

Το παράδειγμα της κατηγορίας των σαμπουάν
Ας πάρουμε ως παράδειγμα ανάλυσης μια ώριμη αγορά, αυτή των σαμπουάν μαλλιών. Αυτή έχει το ιδίωμα τα προϊόντα της να είναι αποκλειστικής χρηστικής αξίας, δηλαδή οι εναλλακτικές λύσεις αγοράς προϊόντος αναζητούνται πάντα εντός της, σε αντίθεση με άλλες, όπου ο καταναλωτής ενίοτε υποκαθιστά τα προϊόντα τους με την αγορά (σε προσφορά ή όχι) ειδών που ανήκουν σε συγγενείς ή όμορες κατηγορίες. Μεταξύ του 2009 και του 2014, σύμφωνα με την IRI, η εγχώρια ζήτηση σαμπουάν φαίνεται ότι καταναλώνει σταθερά ετησίως, με μικροδιακυμάνσεις, γύρω στα 9 εκατ. λίτρα του προϊόντος.

Τούτο δηλώνει το απόλυτο μέτρο ανελαστικότητας των ποσοτικών αναγκών της κοινωνίας μας για σαμπουάν, ανεξαρτήτως οικονομικής συγκυρίας: πριν και μέσα στην κρίση οι άνθρωποι έχουν ακριβώς τις ίδιες ανάγκες καθαριότητας και τις ικανοποιούν χωρίς να μειώνουν την ποσότητα του προϊόντος που χρησιμοποιούν. Το ίδιο, πάντως, για τους προμηθευτές άλλων κατηγοριών προϊόντων, κυρίως δευτερεύουσας σημασίας για τον βιοπορισμό, αποδεικνύεται κατάρα, αφού αποστερώντας τους από ένα δυνητικό κοινό αγοραστών, τους εγκλωβίζει και τους εξαντλεί στα όρια της μειωμένης εισοδηματικής ικανότητας του κοινού τους.

Όμως, στη διάρκεια της εξαετίας ο γενικός τζίρος των σαμπουάν διέγραψε βαθμηδόν πτώση –και δη με σχετικά ομαλή καμπύλη, που ιχνογραφεί τη σταδιακή εισοδηματική απογύμνωση του κόσμου– κατά 23,44%: Από τα 76,714 εκατ. ευρώ το 2009 στα 58,733 εκατ. ευρώ πέρυσι. Με άλλα λόγια, είτε γιατί υποχώρησε η ζήτηση των ακριβότερων και των ειδικών σαμπουάν προς όφελος των φθηνότερων «οικογενειακών» είτε γιατί «οι προωθήσεις κάνουν το θαύμα» τους, ποσοτικά οι ανάγκες της ζήτησης ικανοποιούνται όπως πριν με σαμπουάν φθηνότερα.

Οι εκτός προωθητικών προγραμμάτων πωλήσεις της κατηγορίας περίπου από τα 48,5 εκατ. ευρώ το 2009 έπεσαν στα 45,4 εκατ. ευρώ το 2012, μετά από μια γενναία αύξησή τους το 2011 στα 56 εκατ. ευρώ, για να διαμορφωθούν πάλι στα 49 εκατ. ευρώ το 2013 και στα 47 εκατ. ευρώ πέρυσι. Δηλαδή, παρά τις απώλειες περίπου κατά το ¼ του συνολικού τζίρου της κατηγορίας, οι προμηθευτές μεριμνούν ώστε οι ετήσιες non promo πωλήσεις τους να κυμαίνονται σταθερά στην περιοχή των 48 εκατ. ευρώ.

Πώς διαμορφώθηκε στο ίδιο διάστημα το μερίδιο συμμετοχής του προωθητικού τζίρου στον γενικό τζίρο της κατηγορίας; Ενώ το 2009 ανερχόταν στο 36,8%, το 2011 είχε πέσει περίπου στη μέση (19%). Το 2012 ανήλθε στο 29,6% και ως το 2014 είχε πέσει στο 20%. Το ίδιο πράγμα ιδωμένο με ποσοτικούς όρους μας λέει τα εξής: Στο 36,8% αξίας προωθητικών πωλήσεων το 2009 αναλογεί όγκος 42,1% στο σύνολο της κατηγορίας και, αντίστοιχα, στο 19% του 2011 αντιστοιχεί ένα 24,5%. Στο 29,6% του 2012 αντιστοιχεί ένα 34,4% και στο 20% προωθητικού τζίρου του 2014 αντιστοιχεί ένα 22,7% πωλήσεων σε όγκο.

Κάτι ακόμα: Υπάρχει μια περιοχή στις εμφανιζόμενες ως non promo πωλήσεις των προμηθευτών, που έχουν πριμοδοτηθεί εκπτωτικά από τα κέρδη των αλυσίδων υπέρ των πελατών τους, όπως υπάρχει κι ένα τμήμα στην περιοχή του προωθητικού τζίρου των προμηθευτών, στο οποίο ήταν συνεπενδυτές οι λιανεμπορικές αλυσίδες (δηλ. πριμοδότησαν με επιπλέον ποσοστά έκπτωσης τις προωθήσεις των προμηθευτών), σε προγράμματα σχεδιασμένα για τη διαφοροποίηση καθεμιάς. Η μέση επενδυτική συμμετοχή των λιανεμπόρων στην προώθηση γενικά των σαμπουάν εκτιμάται, ανεπίσημα πάντως, ότι ενδεχομένως υπερβαίνει σήμερα το 1/5 στο σύνολο της αγοράς τους, ποσό διόλου μικρό.

Συμπεράσματα
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το πραγματικό πανηγύρι προσφορών στα σαμπουάν τελείωσε με την έναρξη της κρίσης. Κι ήταν «πραγματικό» γιατί φούσκωνε τον αξιακό τζίρο της κατηγορίας, όπως συνέβαινε λίγο-πολύ στις περισσότερες, κυρίως non food, κατηγορίες προϊόντων, όπου κυριαρχούν διεθνείς μάρκες. Αλλά τούτο δεν ισχύει γι’ άλλες κατηγορίες, που «υπερβάλουν» εξ ανάγκης στις πρακτικές του promotion μόλις τα τελευταία χρόνια. Ένα δεύτερο συμπέρασμα, του οποίου την ισχύ επισημάναμε προ διετίας, ως γενική τάση που διαγράφεται ευκρινώς στις ώριμες κατηγορίες προϊόντων ανελαστικής αγοράς, είναι ότι οι προμηθευτές εξαρτούν το ετήσιο αξιακό εύρος των προωθητικών προγραμμάτων τους από ένα απαραβίαστο όριο αναφορικά με το θεωρούμενο ως ζωτικό αξιακό μέγεθος του non promo τζίρου τους. Στο παράδειγμα των σαμπουάν, η περιοχή των 48 εκατ. ευρώ τον χρόνο φαίνεται ότι ορίζει την «αποδοτικότητα ασφαλείας» των προμηθευτών της κατηγορίας, ως αποτέλεσμα αυτορύθμισης των σχέσεων ισορροπίας μεταξύ ποσοτικών δεδομένων της κατανάλωσης και ισχυόντων στον κλάδο τεχνολογιών παραγωγής, τιμών, στρατηγικών μάρκετινγκ κλπ.

Μόνο μια σημαντική τεχνολογική καινοτομία στην κατηγορία, που θ’ άλλαζε βίαια τις ισορροπίες σε τιμές, μερίδια αγοράς και στρατηγικές μάρκετινγκ των ανταγωνιστών, θα μπορούσε να ορίσει διαφορετικά τις διαστάσεις του non promo τζίρου, ο οποίος απηχεί προϋπολογιστικά τη ζωτική βάση αποτελεσματικότητας των συμμετεχόντων στον κλαδικό ανταγωνισμό. Αλλά τέτοιες καινοτομίες σπανίζουν ακόμα και σε καλό καιρό… Είναι κοινός τόπος, πάντως, ότι η στάθμιση της «ζωτικότητας» οικονομικών αποτελεσμάτων της κάθε χωριστής επιχείρησης κάθε άλλο παρά αποκλείει τις υπερβολικές αξιώσεις, κυρίως όσων επιδίωξαν ιστορικά να τρέφονται με υπερκέρδη και το καθιέρωσαν αυτό ως στρατηγική παντός καιρού...

Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι με την πάροδο του χρόνου και υπό συνθήκες περαιτέρω συρρίκνωσης του τζίρου της κατηγορίας, οι προμηθευτές φροντίζουν να συγκλίνουν διορθωτικά όλο και περισσότερο οι δείκτες των ποσοστών όγκου και αξίας των προωθήσεών τους, εφόσον οι παράτολμα υψηλότερες ενδείξεις στο όγκο πωλήσεων (αν δεν είναι προϊόν τακτικής για τη διεμβόλιση μεριδίων των ανταγωνιστών) είναι ένδειξη απώλειας ελέγχου της οικονομικής απόδοσης. Ένα τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι η επενδυτική συμμετοχή του λιανεμπορίου στις προωθήσεις, είτε αυτόνομα είτε στο πλαίσιο της συνεπένδυσης προμηθευτών και λιανεμπόρων, ανακουφίζει τους προμηθευτές από τα άγχη του ελέγχου εξάρτησης του προωθητικού τους τζίρου από τον μη προωθητικό και μάλιστα το λογικό είναι να την επιδιώκουν.

Πλέον η μείωση των πωλήσεων σε αξία της κλαδικής αγοράς σχετίζεται κυρίως με τον αποπληθωρισμό, καθώς οι πωλήσεις της σε όγκο ιδίως τη διετία 2013-2014 ήταν οριακά σταθερές. Το γεγονός, μάλιστα, ότι δεν έχουν μειωθεί οι «κανονικές» τιμές των προϊόντων, συνιστά ένα στοιχείο ιδιοτυπίας του αποπληθωριστικού φαινομένου στον κλάδο, για την εκδήλωση του οποίου συντελούν: Πρώτον, οι αλλαγές στη σύνθεση του προϊοντικού μίγματος στο μέσο καλάθι αγορών υπέρ των φτηνότερων αγαθών, πράγμα που δείχνει την τάση της ζήτησης και, δεύτερον, η αύξηση της έντασης των προωθητικών προγραμμάτων, που ρίχνει τις μέσες τιμές των προϊόντων, γεγονός που κατ’ αναλογία περιγράφει τις αντιδράσεις της προσφοράς στην τάση της ζήτησης.

Ειδικότερα, την περίοδο 2011-2014 η IRI κατέγραψε σωρευτική μείωση των πωλήσεων κατά 8,2% σε αξία και 0,8% σε όγκο. Σύμφωνα με την εταιρεία, την εν λόγω περίοδο ο αποπληθωρισμός έριξε περίπου κατά 10% την αξία του μέσου μηνιαίου καλαθιού, από τα 340 στα 306 ευρώ. Σύμφωνα με τη Nielsen, επί ενός συνολικού μεγέθους μείωσης των πωλήσεων του κλάδου κατά 1,9% πέρυσι σε σύγκριση με το 2013, ο αποπληθωρισμός επέδρασε περίπου κατά το 1,1% (το υπόλοιπο 0,8% αποδίδεται στη συρρίκνωση των πωλήσεων σε όγκο). Οι αναλύσεις της εταιρείας έδειξαν ότι το 2014 περίπου το 40,7% των ταχυκίνητων προϊόντων όλων των κατηγοριών (εκτός των νωπών προϊόντων) πωλήθηκαν υπό καθεστώς κάποιας προώθησης.

Στον βαθμό, μάλιστα, που κατά τη μέτρηση αφαιρέθηκε η συμμετοχή των private label (PL) στο μέσο καλάθι, το ποσοστό σε όγκο των αγορασμένων υπό προώθηση επώνυμων κωδικών έφθασε στο 48,1% –κοντολογίς, ο ένας στους δύο κωδικούς πουλήθηκε σε προσφορά! Αλλά στο γαϊτανάκι των προωθήσεων μπήκαν πέρυσι πρώτη φορά με πάθος και τα PL. Κατά την IRI, ο προωθητικός τους τζίρος, από 4,7% επί των συνολικών τους πωλήσεων το 2011, εκτινάχθηκε στο 14,3% πέρυσι, οπότε αρχίζει πλέον να γίνεται υπολογίσιμος, δεδομένου ότι περίπου το ένα πέμπτο των χρημάτων που ξόδεψε πέρυσι ο καταναλωτής (19,1%) πήγε σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας…

Περί εθισμών στο promotion
Πολλοί αναρωτιούνται τώρα πού θα βγάλει η ιστορία των προωθήσεων και των προσφορών. Η σχετική ανησυχία εκδηλώνεται ευρύτερα μετά το 2013, οπότε και οι πλέον βέβαιοι για το αναπόφευκτο της αγωγής σκληρής λιτότητας ως φαρμάκου για την ανάκαμψη και τη σταθεροποίηση της οικονομίας, άρχισαν να πείθονται ότι οι επιπτώσεις της δεν είναι πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά διαμορφώνουν τις δομές της εγχώριας ζήτησης επί μακρόν. Μέχρι τότε οι «υπερβολές» του promotion, παρά το πανθομολογούμενο κύρος των επικριτικών γι’ αυτές επιχειρημάτων («έτσι απαξιώνονται οι μάρκες») είχαν αποδειχθεί θαυματουργές κι ως τέτοιες ήταν αποδεκτές.

Κι από την έναρξη της εποχής των μνημονίων οι ίδιες «υπερβολές», καθόλα πλέον θεμιτές έως αναγκαίες επ’ ονόματι της «βοήθειας προς τον καταναλωτή», αποτέλεσαν τη βάση του επιχειρήματος «αφήστε τον καταναλωτή που επωφελείται ν’ αποφασίσει αυτός για τις τιμές!», έναντι των πιέσεων της τρόικας για το ξεφούσκωμα των τιμών λιανικής, πράγμα, όμως, που δεν συνέφερε κανέναν. Ούτε τους προμηθευτές, που υπολόγιζαν στην έλευση της «επόμενης ημέρας» με τα τιμολογικά ήθη της προηγούμενης, ούτε τις αλυσίδες, καθώς η ενδεχόμενη υποτίμηση των εμπορευμάτων τους σημαίνει την υποτίμηση των προσόδων τους από αυτά.

Καίτοι πια σήμερα το promotion κατακλύζει εξ ανάγκης ακόμα και τα ράφια κατηγοριών προϊόντων που ήταν ασυνήθιστο, ενόσω ψαλιδίστηκαν άρδην και οι προσδοκίες για την «επόμενη ημέρα», το επιχείρημα ότι «ο καταναλωτής εθίστηκε στις προσφορές, γι’ αυτό δεν διακινδυνεύουμε να τιμωρηθούμε, περιορίζοντάς τις» ακούγεται κάμποσο προσχηματικό. Όχι μόνο γιατί ο μονοδιάστατος ψυχολογισμός των ερμηνειών του είναι ανεπαρκής να εξηγήσει την καταναλωτική συμπεριφορά ως αμφίπλευρο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά κυρίως γιατί η αποφυγή της «τιμωρίας» του καταναλωτή ως εξήγηση της πλειοδοσίας στο promotion, συσχετισμένη με την κορύφωση των τάσεων συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, υποδηλώνει έναν «εθισμό» τους στην πολεμική χρήση του promotion πολύ ισχυρότερο από εκείνον των καταναλωτών. Μέσω των επιδράσεών του ελέγχονται τα ανακλαστικά της ζήτησης...

Το παράδειγμα της κατηγορίας των σαμπουάν
Ας πάρουμε ως παράδειγμα ανάλυσης μια ώριμη αγορά, αυτή των σαμπουάν μαλλιών. Αυτή έχει το ιδίωμα τα προϊόντα της να είναι αποκλειστικής χρηστικής αξίας, δηλαδή οι εναλλακτικές λύσεις αγοράς προϊόντος αναζητούνται πάντα εντός της, σε αντίθεση με άλλες, όπου ο καταναλωτής ενίοτε υποκαθιστά τα προϊόντα τους με την αγορά (σε προσφορά ή όχι) ειδών που ανήκουν σε συγγενείς ή όμορες κατηγορίες. Μεταξύ του 2009 και του 2014, σύμφωνα με την IRI, η εγχώρια ζήτηση σαμπουάν φαίνεται ότι καταναλώνει σταθερά ετησίως, με μικροδιακυμάνσεις, γύρω στα 9 εκατ. λίτρα του προϊόντος.

Τούτο δηλώνει το απόλυτο μέτρο ανελαστικότητας των ποσοτικών αναγκών της κοινωνίας μας για σαμπουάν, ανεξαρτήτως οικονομικής συγκυρίας: πριν και μέσα στην κρίση οι άνθρωποι έχουν ακριβώς τις ίδιες ανάγκες καθαριότητας και τις ικανοποιούν χωρίς να μειώνουν την ποσότητα του προϊόντος που χρησιμοποιούν. Το ίδιο, πάντως, για τους προμηθευτές άλλων κατηγοριών προϊόντων, κυρίως δευτερεύουσας σημασίας για τον βιοπορισμό, αποδεικνύεται κατάρα, αφού αποστερώντας τους από ένα δυνητικό κοινό αγοραστών, τους εγκλωβίζει και τους εξαντλεί στα όρια της μειωμένης εισοδηματικής ικανότητας του κοινού τους.

Όμως, στη διάρκεια της εξαετίας ο γενικός τζίρος των σαμπουάν διέγραψε βαθμηδόν πτώση –και δη με σχετικά ομαλή καμπύλη, που ιχνογραφεί τη σταδιακή εισοδηματική απογύμνωση του κόσμου– κατά 23,44%: Από τα 76,714 εκατ. ευρώ το 2009 στα 58,733 εκατ. ευρώ πέρυσι. Με άλλα λόγια, είτε γιατί υποχώρησε η ζήτηση των ακριβότερων και των ειδικών σαμπουάν προς όφελος των φθηνότερων «οικογενειακών» είτε γιατί «οι προωθήσεις κάνουν το θαύμα» τους, ποσοτικά οι ανάγκες της ζήτησης ικανοποιούνται όπως πριν με σαμπουάν φθηνότερα.

Οι εκτός προωθητικών προγραμμάτων πωλήσεις της κατηγορίας περίπου από τα 48,5 εκατ. ευρώ το 2009 έπεσαν στα 45,4 εκατ. ευρώ το 2012, μετά από μια γενναία αύξησή τους το 2011 στα 56 εκατ. ευρώ, για να διαμορφωθούν πάλι στα 49 εκατ. ευρώ το 2013 και στα 47 εκατ. ευρώ πέρυσι. Δηλαδή, παρά τις απώλειες περίπου κατά το ¼ του συνολικού τζίρου της κατηγορίας, οι προμηθευτές μεριμνούν ώστε οι ετήσιες non promo πωλήσεις τους να κυμαίνονται σταθερά στην περιοχή των 48 εκατ. ευρώ.

Πώς διαμορφώθηκε στο ίδιο διάστημα το μερίδιο συμμετοχής του προωθητικού τζίρου στον γενικό τζίρο της κατηγορίας; Ενώ το 2009 ανερχόταν στο 36,8%, το 2011 είχε πέσει περίπου στη μέση (19%). Το 2012 ανήλθε στο 29,6% και ως το 2014 είχε πέσει στο 20%. Το ίδιο πράγμα ιδωμένο με ποσοτικούς όρους μας λέει τα εξής: Στο 36,8% αξίας προωθητικών πωλήσεων το 2009 αναλογεί όγκος 42,1% στο σύνολο της κατηγορίας και, αντίστοιχα, στο 19% του 2011 αντιστοιχεί ένα 24,5%. Στο 29,6% του 2012 αντιστοιχεί ένα 34,4% και στο 20% προωθητικού τζίρου του 2014 αντιστοιχεί ένα 22,7% πωλήσεων σε όγκο.

Κάτι ακόμα: Υπάρχει μια περιοχή στις εμφανιζόμενες ως non promo πωλήσεις των προμηθευτών, που έχουν πριμοδοτηθεί εκπτωτικά από τα κέρδη των αλυσίδων υπέρ των πελατών τους, όπως υπάρχει κι ένα τμήμα στην περιοχή του προωθητικού τζίρου των προμηθευτών, στο οποίο ήταν συνεπενδυτές οι λιανεμπορικές αλυσίδες (δηλ. πριμοδότησαν με επιπλέον ποσοστά έκπτωσης τις προωθήσεις των προμηθευτών), σε προγράμματα σχεδιασμένα για τη διαφοροποίηση καθεμιάς. Η μέση επενδυτική συμμετοχή των λιανεμπόρων στην προώθηση γενικά των σαμπουάν εκτιμάται, ανεπίσημα πάντως, ότι ενδεχομένως υπερβαίνει σήμερα το 1/5 στο σύνολο της αγοράς τους, ποσό διόλου μικρό.

Συμπεράσματα
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το πραγματικό πανηγύρι προσφορών στα σαμπουάν τελείωσε με την έναρξη της κρίσης. Κι ήταν «πραγματικό» γιατί φούσκωνε τον αξιακό τζίρο της κατηγορίας, όπως συνέβαινε λίγο-πολύ στις περισσότερες, κυρίως non food, κατηγορίες προϊόντων, όπου κυριαρχούν διεθνείς μάρκες. Αλλά τούτο δεν ισχύει γι’ άλλες κατηγορίες, που «υπερβάλουν» εξ ανάγκης στις πρακτικές του promotion μόλις τα τελευταία χρόνια. Ένα δεύτερο συμπέρασμα, του οποίου την ισχύ επισημάναμε προ διετίας, ως γενική τάση που διαγράφεται ευκρινώς στις ώριμες κατηγορίες προϊόντων ανελαστικής αγοράς, είναι ότι οι προμηθευτές εξαρτούν το ετήσιο αξιακό εύρος των προωθητικών προγραμμάτων τους από ένα απαραβίαστο όριο αναφορικά με το θεωρούμενο ως ζωτικό αξιακό μέγεθος του non promo τζίρου τους. Στο παράδειγμα των σαμπουάν, η περιοχή των 48 εκατ. ευρώ τον χρόνο φαίνεται ότι ορίζει την «αποδοτικότητα ασφαλείας» των προμηθευτών της κατηγορίας, ως αποτέλεσμα αυτορύθμισης των σχέσεων ισορροπίας μεταξύ ποσοτικών δεδομένων της κατανάλωσης και ισχυόντων στον κλάδο τεχνολογιών παραγωγής, τιμών, στρατηγικών μάρκετινγκ κλπ.

Μόνο μια σημαντική τεχνολογική καινοτομία στην κατηγορία, που θ’ άλλαζε βίαια τις ισορροπίες σε τιμές, μερίδια αγοράς και στρατηγικές μάρκετινγκ των ανταγωνιστών, θα μπορούσε να ορίσει διαφορετικά τις διαστάσεις του non promo τζίρου, ο οποίος απηχεί προϋπολογιστικά τη ζωτική βάση αποτελεσματικότητας των συμμετεχόντων στον κλαδικό ανταγωνισμό. Αλλά τέτοιες καινοτομίες σπανίζουν ακόμα και σε καλό καιρό… Είναι κοινός τόπος, πάντως, ότι η στάθμιση της «ζωτικότητας» οικονομικών αποτελεσμάτων της κάθε χωριστής επιχείρησης κάθε άλλο παρά αποκλείει τις υπερβολικές αξιώσεις, κυρίως όσων επιδίωξαν ιστορικά να τρέφονται με υπερκέρδη και το καθιέρωσαν αυτό ως στρατηγική παντός καιρού...

Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι με την πάροδο του χρόνου και υπό συνθήκες περαιτέρω συρρίκνωσης του τζίρου της κατηγορίας, οι προμηθευτές φροντίζουν να συγκλίνουν διορθωτικά όλο και περισσότερο οι δείκτες των ποσοστών όγκου και αξίας των προωθήσεών τους, εφόσον οι παράτολμα υψηλότερες ενδείξεις στο όγκο πωλήσεων (αν δεν είναι προϊόν τακτικής για τη διεμβόλιση μεριδίων των ανταγωνιστών) είναι ένδειξη απώλειας ελέγχου της οικονομικής απόδοσης. Ένα τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι η επενδυτική συμμετοχή του λιανεμπορίου στις προωθήσεις, είτε αυτόνομα είτε στο πλαίσιο της συνεπένδυσης προμηθευτών και λιανεμπόρων, ανακουφίζει τους προμηθευτές από τα άγχη του ελέγχου εξάρτησης του προωθητικού τους τζίρου από τον μη προωθητικό και μάλιστα το λογικό είναι να την επιδιώκουν.


Είναι, όμως, έτσι απλά τα πράγματα;
Στην αναζήτηση των απαντήσεων η συζήτηση, φυσικά, παύει να αφορά στην αγορά των σαμπουάν, την οποία χρησιμοποιήσαμε ως διαυγές υπόδειγμα από την άποψη, ταυτόχρονα, της καθαρότητας των ορίων της ζήτησης, του υψηλότατου βαθμού οχύρωσής της και των τάσεων του τζίρου (προωθητικού και μη, στο πλαίσιο της σύγκρισής τους) του συνόλου των προμηθευτών της, ακριβώς επειδή φημίζονται για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητάς τους.

Η «ηλεκτρική σκούπα» του promotion
Ο οξύς ανταγωνισμός των αλυσίδων στον αποπληθωριστικό «πόλεμο τιμών» αποβαίνει επωφελής κυρίως για τα ισχυρότερα brands, καθώς όσο πιο αδύναμες είναι οι αλυσίδες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό αναλίσκουν (μέσω του promotion) της μικτής τους κερδοφορίας αλλά και των ετήσιων παροχών που εισπράττουν από αυτά, «μεταβολίζοντας» έτσι ένα τμήμα του πάγιου επ’ ωφελεία τους κόστους των προμηθευτών (παροχές) σε άμεσες επενδύσεις προώθησης των προϊόντων τους. Στις πιο ευάλωτες αλυσίδες, λοιπόν, ο «μεταβολισμός» αυτός συμβαίνει τάχιστα, είναι ολοσχερής και αποβαίνει καταστροφικός και γι’ αυτές και για τις μικρότερες μάρκες.

Για παράδειγμα, η μικρομεσαία αλυσίδα, που αποσπά γενικά από τους προμηθευτές «παροχές στο μπόι της» και που κατά κανόνα βασίζεται περισσότερο στα εθνικά τους promotion, είναι αναγκασμένη για λόγους ανταγωνιστικής άμυνας και διαφοροποίησης να ρευστοποιεί στην πελατεία της, στήνοντας δικά της προγράμματα προσφορών, ένα ολοένα σημαντικότερο μέρος των μικτών της κερδών και των παροχών μεγάλων και μικρότερων brands, για την προνομιακή προώθηση, όμως, των εμπορικά ελκυστικότερων! Το «γιατί» είναι φανερό: «ο πελάτης μετράει πιο πολύ τη χαμηλή τιμή στα δυνατά brands», αλλά και γιατί ο μικρομεσαίος λιανέμπορος πάντα προσβλέπει να καλύπτει τους «στόχους πωλήσεων» σε αυτά, ώστε να χαίρει της ποσοστιαίας αύξησης των παροχών τους…

Ενίοτε, αναγνωρίζοντας ως ύστατο ανταγωνιστικό πλεονέκτημά του τις τιμές των PL, υποκαθιστά με αυτά αρκετά brands μικρότερων προμηθευτών, δείχνοντάς τους την προτίμησή του μόνο για τη φασόν παραγωγή τους (PL), πράγμα συνηθισμένο και στους μεγάλους ανταγωνιστές του. Πουσάροντας κιόλας με promotion τα PL, ικανοποιεί μεν ένα μέρος της πελατείας του, αλλά με δυσαναπλήρωτες απώλειες κερδοφορίας… Κι όταν πια φτάνει να ξύνει τον πάτο της κερδοφορίας του, προσφεύγει ικέτης στον μεγάλο ανταγωνιστή του να τον εξαγοράσει ή να εξαρτηθεί από τη φίρμα του (franchising) πριν πνιγεί στα χρέη…

Από την άλλη πλευρά, η αυτόνομη εθνική ή τοπική μάρκα πληρώνει αναλογικά υπέρογκες παροχές για να κερδίσει μια θέση στο ράφι ή να μη τη χάσει, ουσιαστικά καταβάλλοντας στις αλυσίδες τη διαφορά μεταξύ προσδοκώμενων και συμφωνημένων παροχών από τα ισχυρά brands, καθώς αυτά δεν ενδίδουν εύκολα ούτε στις πιέσεις των μεγάλων αλυσίδων… Έτσι η εθνική ή τοπική μάρκα, όντας και υποχρεωμένη να προωθεί συστηματικά τις πωλήσεις της στο ράφι, εφόσον κατά κανόνα δεν διαφημίζεται, αποποιείται κάθε αξίωση οικονομικής ζωτικότητας πάνω από τα όρια της συντήρησής της πριν καν τεθεί προς συζήτηση το θέμα της κατεξοχήν απειλής εξόντωσής της: οι καθυστερήσεις πληρωμών και το έλλειμμα ρευστότητας!

Η διαμεσολαβημένη από τα λιανεμπορικά συμφέροντα λογική της αξιοποίησης πόρων αντλημένων από τους προμηθευτές, αλλά με δυσαρμονική αντιπαροχή ωφέλειας για τον καθένα, οδηγείται στα άκρα με την πρακτική του «προμοταρίσματος» ισχυρών brands σε τιμές κάτω του κόστους κτήσης (τιμολογιακού) –πράγμα που δυσφορεί κυρίως τους πολυεθνικούς προμηθευτές, καθώς έτσι στραπατσάρεται το status τιμής που επιδιώκουν κι η εικόνα εν γένει των μαρκών τους. Αλλά τόσο προκλητικά μπορούν να πολιτεύονται μόνο οι ισχυρές αλυσίδες, δηλαδή όσες χρησιμοποιούν μεθοδικά το promotion για την απόσπαση κι όχι τη συντήρηση μεριδίων τζίρου και πελατείας, όσες πείθουν τους προμηθευτές να επενδύουν στην επέκταση των δικτύων τους, άλλες γιατί «το αξίζουν» κι άλλες γιατί δεν γίνεται να... διακινδυνεύσουν οι προμηθευτές το ενάντιο...!

Όσες, με άλλα λόγια, διεκδικούν και καταφέρνουν να αποσπούν από τους προμηθευτές κάμποσα απ’ όσα ή όλα όσα οι ίδιες επενδύουν στο promotion των μαρκών τους! Κι επειδή το ειδικό βάρος τους είναι μείζον, οι προμηθευτές προτιμούν ν’ αντισταθμίζουν τα δοσίματά τους σε αυτές, με φειδωλές παροχές δοσμένες με τον στανιό στις μικρότερες αλυσίδες, όσο κι αν οι τελευταίες τις «μεταβολίζουν» προσοδοφόρα για τα προϊόντα τους. Έτσι, τις αφήνουν να εξοντώνονται, καθότι ο ορθολογισμός της αγοράς διασώζει συμφέροντα που δεν βρίσκονται μακρύτερα απ’ τη μύτη του...

Σήμερα λέγεται ότι η μέση επενδυτική συμμετοχή των λιανεμπορικών αλυσίδων γενικά στα προωθητικά προγράμματα, δηλαδή αθροιστικά με τις σχετικές επενδύσεις των προμηθευτών τους, έχει φτάσει μεταξύ του 60%-75% στα νωπά προϊόντα και μεταξύ του 25%-40% σε όλα τα υπόλοιπα! Αν αυτό ισχύει, είναι προφανές ότι η αύξηση της έντασης του promotion ρυθμίζεται πλέον από το «αόρατο χέρι» του ανταγωνισμού των λιανεμπόρων. Η ένταση σε συνδυασμό με το επενδυτικό εύρος της συμμετοχής των αλυσίδων στο promotion αιτιολογούν ως αποτέλεσμα την ταχύτητα και το μέγεθος της αναδιανομής πλούτου στην αγορά της λιανικής τροφίμων-ποτών εν γένει.

Κι αυτό με τη σειρά του εξηγεί το γιατί η κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου μπορεί κατά περίπτωση συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους να έχει «χαλάσει», αλλά δεν έχει σακατευτεί. Αν μπορεί να παρασταθεί κάπως το τι συμβαίνει με το promotion, το παρασταίνει εύστοχα η ιδέα μιας τεράστιας ηλεκτρικής σκούπας που ρουφά από παντού πωλήσεις, οι οποίες διενεργούνται εκτός προγραμμάτων προωθήσεων και προσφορών ή εντός σχετικών προγραμμάτων, που στερούνται την ανταγωνιστικότητα άλλων...

Χρηματική διαθεσιμότητα και κόπωση του μάρκετινγκ
Οι προμηθευτές κυρίως ανησυχούν διότι η ζήτηση εξακολουθεί να συστέλλεται, παρότι η αγορά των σούπερ μάρκετ έχει ενσωματώσει μεγάλα μερίδια της μικρής αγοράς και συγγενών κλάδων. Πράγματι, ενώ έχουν εξοικονομήσει το κόστος συντήρησης ενός πλήθους μεταπρατικών δικτύων που κατέρρευσαν, απευθύνονται στην ίδια ζήτηση που εξακολουθεί να σφίγγει το ζωνάρι. Άρα, υποχρεώνονται να της μεταβιβάζουν, μέσω του promotion και των παροχών τους στις αλυσίδες, πόρους που εξοικονόμησαν από την αποδιάρθρωση ενός τμήματος των δικτύων διανομής.

Με περισσότερο από 1,5 εκατομμύρια ανέργους, πρώην μισθωτούς κι αυτοαπασχολούμενους, άλλους τόσους ή περισσότερους σε καθυστέρηση πληρωμών στον ιδιωτικό τομέα, με εκτεταμένη πλέον τη μερική απασχόληση σε αφάνταστο βαθμό και με τους μισούς συνταξιούχους με μηνιαίες αποδοχές έως 700 ευρώ τι να περιμένει κανείς; Όλος αυτός ο κόσμος ασφαλώς επωφελείται του promotion, αναπτύσσοντας μια εσωτερική κινητικότητα ανάγκης από κατηγορία σε κατηγορία, ανάλογα με την αναγκαιότητα της χρηστικής αξίας των προϊόντων τους, της δυνατότητας υποκατάστασής τους από φθηνότερα κλπ, κι από επωνυμία σε επωνυμία καταστήματος, ανάλογα με το ποια γεμίζει φθηνότερα το καλάθι του.

Σημασία, όμως, έχει ότι ο καταναλωτής ψωνίζει με γνώμονα τη χρηματική του διαθεσιμότητα. Κι επειδή συχνότατα αυτή είναι ελλειμματική, συμπτύσσονται τα αξιολογικά κριτήριά του αναφορικά με τη διαβάθμιση των βιοτικών του αναγκών, οπότε άλλα προϊόντα τα υποκαθιστά από φθηνότερα κι άλλα τα ξεγράφει, έστω κι αν του προσφέρονται με δέλεαρ. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αισθητή πια και η κόπωση του μάρκετινγκ των προμηθευτών. Γενικά ό,τι αλλαγές στις συσκευασίες ήταν να γίνουν επί το οικονομικότερον μάλλον έχουν γίνει, το ράφι αρκετών ειδικών και δευτερεύουσας ανάγκης προϊόντων έχει στενέψει ή εκχωρηθεί στα PL, πολλοί ευάλωτοι εμπορικά κωδικοί έχουν αποσυρθεί, ενώ οι περισσότερες καινοτομίες αποβλέπουν ή καταφέρνουν απλώς να συντηρείται πρόσκαιρα ο τζίρος...

Το σύνδρομο του βατράχου
Είναι προφανές ότι όσο συστέλλεται η ζήτηση τόσο αυξάνει η δυσκολία να συγκλίνουν επί μακρόν σε μιαν εύλογη απόσταση οι δείκτες όγκου και αξίας του προωθητικού τζίρου, χωρίς να πλήττεται η ζωτικότητα των non promo πωλήσεων του προμηθευτή –ουσιαστικά, δηλαδή, χωρίς να μειώνεται η κερδοφορία του και ν’ αμφισβητείται η ικανότητα ανταπόκρισης στα πλάνα και τις υποχρεώσεις του. Επιπλέον βαθμό δυσκολίας ανακλά για τον προμηθευτή –κατά βάση τον μη πολυεθνικό– η αύξηση των απαιτήσεων των πελατών του, καθώς η πρωτόγνωρη ισχύς των μεγεθών τους κι ο ανταγωνισμός μεταξύ τους του επιβάλλουν μεγαλύτερη ελαστικότητα και κατανόηση, αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματός του να καθορίζει αυτόβουλα τη σχέση promo / non promo τζίρου του...

Τέτοια προβλήματα, ωστόσο, ήδη υπονομεύουν λίγο ή περισσότερο την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, που ζει δραματικά την κρίση ρευστότητας και δανεισμού, όπως και τη μείωση ή ακόμα την αδυναμία εκτέλεσης των παραγγελιών της. Αν μειώσει περαιτέρω έμμεσα τις τιμές της (προσφορές, προωθήσεις, υψηλές παροχές), διακινδυνεύει να πάθει το σύνδρομο του βατράχου στη χύτρα με το βραδέως θερμαινόμενο νερό σε όλο υψηλότερη θερμοκρασία. Ο ρυθμιστής της θερμοκρασίας, φυσικά, δεν είναι «ο καταναλωτής που επωφελείται των ευκαιριών», αλλά ο ανταγωνισμός, ιδίως όταν ο δείνα εκφραστής του τυγχάνει, ας πούμε, πιστοδοτικής υποστήριξης ως μέλος διεθνούς ομίλου ή ένεκα τραπεζικής βούλησης για τη συγκεντροποίηση δομών πιστοδοτημένων επιχειρήσεων χάριν του αξιόχρεου ενός ηγεμονικού σχήματος υπό αυτόν αντί του ρίσκου επιμέρους επιχειρηματικών μεγεθών περί αυτόν...

Φυσικά, πιο ασφαλής προμηθευτής είναι ο κατέχων θέσεις σε πολλά ράφια διαφορετικών προϊοντικών κατηγοριών, ταυτόχρονα, ώστε οι ζωτικές απώλειές του σε μία να μην είναι κάτι περισσότερο από αβαρία στο επίπεδο της συνολικής του δραστηριότητας, όπως και ο χαίρων ηγεμονίας κύρους και μεριδίου μαρκών σε κατηγορίες προϊόντων ανελαστικής αγοράς. Κατά κανόνα μιλούμε, επομένως, για «μεγάλες» προμηθευτικές επιχειρήσεις που η κρίση τις ευνοεί να γίνονται μεγαλύτερες... Οι πάροχοι υπηρεσιών εφαρμογής μοντέλων οικονομίας δυνάμεων στη χρήση του promotion λογικά τώρα έχουν περισσότερες πιθανότητες απ’ ότι παλιότερα να προσελκύουν πελάτες. Άλλωστε, ουκ ολίγοι αγωνιούν να πεισθούν φερ’ ειπείν ότι ο τάδε κωδικός μπορεί κάλλιστα να αποδώσει με περιοδικό promotion έκπτωσης επί της τιμής αντί του μόνιμου «1+1 δώρο».

Συνήθως, όμως, ο βάτραχος εμπιστεύεται περισσότερο την ιδιοσυγκρασία του στη θέρμη των υδάτων παρά τις υποσχέσεις ότι ένα φιλί νεράιδας μπορεί να τον μεταμορφώσει σε πρίγκιπα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν είναι σίγουρο πια ότι κάποια από τα πριγκιπικά ονόματα του πολυεθνικού επιχειρείν ενδιαφέρονται ακόμα να επενδύουν στην ηγεμονία μεριδίων σε μια σχετικώς ολιγοπληθή αγορά, που την προδικάζουν κυμαινόμενη στο εξής σε μέσο βορειοβαλκανικό επίπεδο, δηλαδή άνευ υπερκερδών. Έτσι μηνύει το τελευταίο διάστημα η σιωπηρή, αν όχι αδρανής, συμμετοχή στα τεκταινόμενα της θεσμικής συνεργασίας προμηθευτών-λιανεμπορίου τουλάχιστον ενός εξ αυτών, με επιβλητική τω πάλαι παρουσία... Τούτο, ίσως, γεννά πάλι κάποια ελπίδα ότι αντί βρασμού στη χύτρα ενδεχομένως θα εμφανιστούν... γυρίνοι –ποιος ξέρει;

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ενόσω οι «κανονικές» τιμές των προμηθευτών δεν πέφτουν, είτε γιατί έτσι θα προκληθούν αιφνίδιοι θάνατοι αρκετών είτε γιατί «δεν έχει νόημα» για κάποιους άλλους, αφού η προοπτική της εγχώριας ζήτησης στα σχέδιά τους ισούται με το «ό,τι πιάσουμε» ή με το «πολύς λόγος για το τίποτα», η πριμοδότηση των προωθήσεων και προσφορών αποκτά αναπόφευκτα όλο πιο μονοσήμαντα το νόημα του λιπαντή της μηχανής των διαδικασιών συγκεντροποίησης στην οργανωμένη λιανική. Άλλωστε, ο οξύς ανταγωνισμός των συμφερόντων στη λιανική κλείνει ασφαλέστερα, φτηνότερα και ταχύτερα και τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» των μαρκών στον μεταξύ τους ανταγωνισμό...

σελφ σερβις (T. 451)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION