σελφ σερβις - Σούπερ Μάρκετ: Πόλεμος όλων εναντίον όλων!

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Σούπερ Μάρκετ: Πόλεμος όλων εναντίον όλων!

17 Μαρτίου 2014 | 09:57 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά

Καθ’ ον χρόνον οι μεγάλοι περιγράφουν στα πλάνα τους, άλλος ως δεδομένη κι άλλος ως ευκταία, την απόσπαση του μικρομεσαίου τζίρου –αλλιώς ο λογαριασμός των φιλοδοξιών τους δεν βγαίνει– οι μικρομεσαίοι εξακολουθούν να ζουν! Πώς ζουν; Απαξάπαντες «πωλούνται» κι όμως, «το παλεύουν» απώλητοι. Είναι εντέλει στη μοίρα των οικονομικών κρίσεων να ξυπνούν τα φαντάσματα του Χομπς και του Μακιαβέλι...

Ανησυχία, άγχος και δυσφορία. Πρόκειται για τον συνδυασμό τριών συναισθημάτων που, σε διαφορετική κλίμακα έντασης το καθένα ανάλογα με την περίπτωση, διακατέχουν τον κόσμο της μεσαίας και μικρής τοπικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ –αυτής που δουλεύει συνασπισμένη σε ομίλους αγορών. Οι παλιότεροι από τους μικρομεσαίους θυμούνται μιαν άλλη εποχή (εκείνην ακριβώς της δημιουργίας των ομίλων τους, για την αναχαίτιση της επιθετικής εις βάρος τους επέκτασης των μεγάλων), που τα ίδια αισθήματα σήμαιναν αντίστοιχες ενδείξεις στο θερμόμετρο της μικρομεσαίας ιδιοσυγκρασίας. Ήταν μετά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν ως παρακολούθημα της εισόδου των πολυεθνικών αλυσίδων στη χώρα η προοπτική της οικονομικής συγκέντρωσης συζητιόταν περίπου ως «φυσικό φαινόμενο»!

Το κυνήγι της γαλάζιας αλεπούς
Φυσικά, οι προϋποθέσεις της οικονομικής συγκέντρωσης του κλάδου είναι ολωσδιόλου διαφορετικές σήμερα, καθότι εξυφαίνονται από τη «μητέρα» όλων των κρίσεων: τη χρηματοπιστωτική –με τη μετωνυμία, έστω, της «κρίσης δημόσιου χρέους», που αποξήρανε ολοσχερώς την εγχώρια οικονομία. Όχι τυχαία, άλλωστε, το πρώτο μεγάλο θύμα της στον κλάδο, που έθρεψε με τις σάρκες του προ διετίας τους μεγάλους και μικρότερους άλκιμους ανταγωνιστές του –καθ’ ον χρόνον η κρίση ρευστότητας που ρήμαξε το ίδιο, άρχιζε να πνίγει την αγορά, ήταν ακριβώς μια εταιρεία (η Ατλάντικ) με πληθωρικές φιλοδοξίες ηγεμονίας από τη δεκαετία του´90, που όμως τις εκδήλωσε με την μακροπρόθεσμα φαύλη, όπως αποδείχθηκε, οπλοσκευή του φτηνά δανεισμένου χρήματος... Καθώς το τελευταίο απλώς έχει πάψει να υπάρχει, ενόσω η ζήτηση στύβεται χάριν της ακόρεστης πτωχο- τραπεζοκρατίας, που απέχει του ρόλου της, κάθε νουνεχής μικρομεσαίος ξέρει: Ως φαινόμενο η οικονομική συγκέντρωση της αγοράς είναι τόσο φυσική όσο το κυνήγι της γαλάζιας αλεπούς στο περιφραγμένο κτήμα του άρχοντα...

Ο θάνατός σου η ζωή μου!
Ο μικρομεσαίος, σε αντίθεση με τον μεγάλο του ανταγωνισμού του, δεν εξωραΐζει τις κουβέντες του μιλώντας για την εξέλιξη του τζίρου του. Εκτός αν σχεδιάζει επέκταση δικτύου, υπολογίζοντας ότι θα σαρώσει έτσι τον τοπικό τζίρο κάποιου άλλου, ετοιμόρροπου ανταγωνιστή, για να ισοφαρίσει τις δικές του απώλειες. Είναι φανερό ότι όσο η ανεργία, η εισοδηματική απαξίωση κι οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις παίρνουν από τον καταναλωτή όλο και με μεγαλύτερη βαναυσότητα τη μπουκιά από το στόμα, τόσο η υποχώρηση της δυναμικής του τζίρου του ενός λιανέμπορου θα δίνει με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα προβάδισμα ισχύος σ’ έναν άλλον. Τούτο σημαίνει, βέβαια, και μια αντίστοιχη επιτάχυνση στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ μεγάλων και μικρών –με άλλα λόγια, σημαίνει την πορεία των πολλών προς τον βυθό και των όλο και λιγότερων προς την ολιγοπωλιακή ηγεμονία.

Φυσικά επειδή, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο παιχνίδι παίζεται με την ίδια καταστροφική επιτάχυνση και στην πλευρά των προμηθευτών, αυτοί στη δική τους πρεμούρα για επίτευξη όγκου πωλήσεων στον συντομότερο χρόνο (ας όψεται ο μεριδιακός ανταγωνισμός και η έλλειψη ρευστότητας) αυξάνουν τις «ευκαιρίες» για τους μεγάλους πελάτες τους, περιορίζοντάς τις για τους μικρούς και ειδικά για όσους «δεν εμφανίζουν δυναμική πωλήσεων». Κατ’ αυτό τον τρόπο η απώλεια εντέλει αυτής της δυναμικής γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία του προμηθευτή που, κόβοντας συνεχώς «ευκαιρίες» (λχ ποσοστά παροχών) από τον μικρό πελάτη του, τις προσθέτει στον μεγάλο.

Έτσι, αφού περίπου το 1/3 των μικρών μπακάληδων έγιναν ήδη παρελθόν την τελευταία τριετία, ταΐζοντας με τον τζίρο τους όλη την πυραμίδα μεγεθών του ανταγωνισμού από πάνω τους, φαίνεται ότι παίρνουν σειρά και όσοι από τους μικρούς οργανωμένους λιανέμπορους βλέπουν με τρόμο πλέον ότι ο τζίρος τους παίρνει την κατιούσα κι ότι, χωρίς ανταγωνιστικές εκπτώσεις προς τον πελάτη τους και χωρίς νέα μαγαζιά προς άγραν αλλότριου τζίρου, η βλάβη τους πια είναι μη αναστρέψιμη...

Η καταπραϋντική «ιδιαιτερότητα»
Θα ήταν παράδοξη, ωστόσο, η αξιοσημείωτη αντοχή πλείστων όσων τοπικών λιανεμπόρων (λιλιπούτειων, μικρών ή μεσαίων) που, ενώ είναι φως-φανάρι πως δεν ευνοούνται από τα ποσοστά παροχών που τους εξασφαλίζουν οι όμιλοί τους, εντούτοις «το παλεύουν» τρία-τέσσερα χρόνια τώρα –έστω και με απώλειες κερδών 25%-35% την τελευταία χρονιά–, αν δεν υπήρχε η πρόνοια μιας «ιδιαιτερότητας» που λύνει τον γρίφο. Μιας ιδιαιτερότητας απ’ αυτές που ο ιδεολογικός λόγος στιγματίζει ως «στρέβλωση» και ο πραγματιστικός λόγος τις ονομάζει απλώς «στρατηγικές επιβίωσης».

Το παρήγορο για τον μικρομεσαίο είναι ότι ο ιδεολογικός λόγος υπάρχει μεν για να κομπορρημονεί πολιτικώς, αλλά για να αυτοαναιρείται συναλλακτικώς: Ο ανταγωνισμός στις εκθαμβωτικά διαφημιζόμενες υπερ-προσφορές των ηγεμόνων του κλαδικού ανταγωνισμού (-50% έως -70%!), τις οποίες ούτε κατά φαντασίαν διανοούνται οι διοικήσεις των ομίλων όταν διαπραγματεύονται με τους προμηθευτές, έχουν καταστήσει τις κορυφές του λιανεμπορικού ανταγωνισμού (τυπικά ή άτυπα) χονδρεμπόρους έως και υπερχονδρεμπόρους-προμηθευτές της μικρομεσαίας (κι όχι μόνο, μαθαίνουμε...) λιανεμπορικής επιχείρησης.

Τα πράγματα είναι απλά: Εγώ ο μικρομεσαίος λιανέμπορος, που στην εβδομάδα των υπερπροσφορών σου σε πλήρωσα αγοράζοντας και στοκάροντας μαζικά εμπόρευμα, παράλληλα με τον ατομικό πελάτη σου, είμαι πλέον σε θέση να πουλώ σε αυτόν τον τελευταίο στην ίδια τιμή ή και χαμηλότερα από εσένα την επόμενη και τη μεθεπόμενη εβδομάδα, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι συγκεκριμένες προσφορές σου, οπότε έτσι συγκυριακά γινόμαστε οι δυο μας τρόπον τινά... ανταγωνιστικώς εφάμιλλοι!

Ανησυχία, άγχος και δυσφορία. Πρόκειται για τον συνδυασμό τριών συναισθημάτων που, σε διαφορετική κλίμακα έντασης το καθένα ανάλογα με την περίπτωση, διακατέχουν τον κόσμο της μεσαίας και μικρής τοπικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ –αυτής που δουλεύει συνασπισμένη σε ομίλους αγορών. Οι παλιότεροι από τους μικρομεσαίους θυμούνται μιαν άλλη εποχή (εκείνην ακριβώς της δημιουργίας των ομίλων τους, για την αναχαίτιση της επιθετικής εις βάρος τους επέκτασης των μεγάλων), που τα ίδια αισθήματα σήμαιναν αντίστοιχες ενδείξεις στο θερμόμετρο της μικρομεσαίας ιδιοσυγκρασίας. Ήταν μετά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν ως παρακολούθημα της εισόδου των πολυεθνικών αλυσίδων στη χώρα η προοπτική της οικονομικής συγκέντρωσης συζητιόταν περίπου ως «φυσικό φαινόμενο»!

Το κυνήγι της γαλάζιας αλεπούς
Φυσικά, οι προϋποθέσεις της οικονομικής συγκέντρωσης του κλάδου είναι ολωσδιόλου διαφορετικές σήμερα, καθότι εξυφαίνονται από τη «μητέρα» όλων των κρίσεων: τη χρηματοπιστωτική –με τη μετωνυμία, έστω, της «κρίσης δημόσιου χρέους», που αποξήρανε ολοσχερώς την εγχώρια οικονομία. Όχι τυχαία, άλλωστε, το πρώτο μεγάλο θύμα της στον κλάδο, που έθρεψε με τις σάρκες του προ διετίας τους μεγάλους και μικρότερους άλκιμους ανταγωνιστές του –καθ’ ον χρόνον η κρίση ρευστότητας που ρήμαξε το ίδιο, άρχιζε να πνίγει την αγορά, ήταν ακριβώς μια εταιρεία (η Ατλάντικ) με πληθωρικές φιλοδοξίες ηγεμονίας από τη δεκαετία του´90, που όμως τις εκδήλωσε με την μακροπρόθεσμα φαύλη, όπως αποδείχθηκε, οπλοσκευή του φτηνά δανεισμένου χρήματος... Καθώς το τελευταίο απλώς έχει πάψει να υπάρχει, ενόσω η ζήτηση στύβεται χάριν της ακόρεστης πτωχο- τραπεζοκρατίας, που απέχει του ρόλου της, κάθε νουνεχής μικρομεσαίος ξέρει: Ως φαινόμενο η οικονομική συγκέντρωση της αγοράς είναι τόσο φυσική όσο το κυνήγι της γαλάζιας αλεπούς στο περιφραγμένο κτήμα του άρχοντα...

Ο θάνατός σου η ζωή μου!
Ο μικρομεσαίος, σε αντίθεση με τον μεγάλο του ανταγωνισμού του, δεν εξωραΐζει τις κουβέντες του μιλώντας για την εξέλιξη του τζίρου του. Εκτός αν σχεδιάζει επέκταση δικτύου, υπολογίζοντας ότι θα σαρώσει έτσι τον τοπικό τζίρο κάποιου άλλου, ετοιμόρροπου ανταγωνιστή, για να ισοφαρίσει τις δικές του απώλειες. Είναι φανερό ότι όσο η ανεργία, η εισοδηματική απαξίωση κι οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις παίρνουν από τον καταναλωτή όλο και με μεγαλύτερη βαναυσότητα τη μπουκιά από το στόμα, τόσο η υποχώρηση της δυναμικής του τζίρου του ενός λιανέμπορου θα δίνει με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα προβάδισμα ισχύος σ’ έναν άλλον. Τούτο σημαίνει, βέβαια, και μια αντίστοιχη επιτάχυνση στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ μεγάλων και μικρών –με άλλα λόγια, σημαίνει την πορεία των πολλών προς τον βυθό και των όλο και λιγότερων προς την ολιγοπωλιακή ηγεμονία.

Φυσικά επειδή, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο παιχνίδι παίζεται με την ίδια καταστροφική επιτάχυνση και στην πλευρά των προμηθευτών, αυτοί στη δική τους πρεμούρα για επίτευξη όγκου πωλήσεων στον συντομότερο χρόνο (ας όψεται ο μεριδιακός ανταγωνισμός και η έλλειψη ρευστότητας) αυξάνουν τις «ευκαιρίες» για τους μεγάλους πελάτες τους, περιορίζοντάς τις για τους μικρούς και ειδικά για όσους «δεν εμφανίζουν δυναμική πωλήσεων». Κατ’ αυτό τον τρόπο η απώλεια εντέλει αυτής της δυναμικής γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία του προμηθευτή που, κόβοντας συνεχώς «ευκαιρίες» (λχ ποσοστά παροχών) από τον μικρό πελάτη του, τις προσθέτει στον μεγάλο.

Έτσι, αφού περίπου το 1/3 των μικρών μπακάληδων έγιναν ήδη παρελθόν την τελευταία τριετία, ταΐζοντας με τον τζίρο τους όλη την πυραμίδα μεγεθών του ανταγωνισμού από πάνω τους, φαίνεται ότι παίρνουν σειρά και όσοι από τους μικρούς οργανωμένους λιανέμπορους βλέπουν με τρόμο πλέον ότι ο τζίρος τους παίρνει την κατιούσα κι ότι, χωρίς ανταγωνιστικές εκπτώσεις προς τον πελάτη τους και χωρίς νέα μαγαζιά προς άγραν αλλότριου τζίρου, η βλάβη τους πια είναι μη αναστρέψιμη...

Η καταπραϋντική «ιδιαιτερότητα»
Θα ήταν παράδοξη, ωστόσο, η αξιοσημείωτη αντοχή πλείστων όσων τοπικών λιανεμπόρων (λιλιπούτειων, μικρών ή μεσαίων) που, ενώ είναι φως-φανάρι πως δεν ευνοούνται από τα ποσοστά παροχών που τους εξασφαλίζουν οι όμιλοί τους, εντούτοις «το παλεύουν» τρία-τέσσερα χρόνια τώρα –έστω και με απώλειες κερδών 25%-35% την τελευταία χρονιά–, αν δεν υπήρχε η πρόνοια μιας «ιδιαιτερότητας» που λύνει τον γρίφο. Μιας ιδιαιτερότητας απ’ αυτές που ο ιδεολογικός λόγος στιγματίζει ως «στρέβλωση» και ο πραγματιστικός λόγος τις ονομάζει απλώς «στρατηγικές επιβίωσης».

Το παρήγορο για τον μικρομεσαίο είναι ότι ο ιδεολογικός λόγος υπάρχει μεν για να κομπορρημονεί πολιτικώς, αλλά για να αυτοαναιρείται συναλλακτικώς: Ο ανταγωνισμός στις εκθαμβωτικά διαφημιζόμενες υπερ-προσφορές των ηγεμόνων του κλαδικού ανταγωνισμού (-50% έως -70%!), τις οποίες ούτε κατά φαντασίαν διανοούνται οι διοικήσεις των ομίλων όταν διαπραγματεύονται με τους προμηθευτές, έχουν καταστήσει τις κορυφές του λιανεμπορικού ανταγωνισμού (τυπικά ή άτυπα) χονδρεμπόρους έως και υπερχονδρεμπόρους-προμηθευτές της μικρομεσαίας (κι όχι μόνο, μαθαίνουμε...) λιανεμπορικής επιχείρησης.

Τα πράγματα είναι απλά: Εγώ ο μικρομεσαίος λιανέμπορος, που στην εβδομάδα των υπερπροσφορών σου σε πλήρωσα αγοράζοντας και στοκάροντας μαζικά εμπόρευμα, παράλληλα με τον ατομικό πελάτη σου, είμαι πλέον σε θέση να πουλώ σε αυτόν τον τελευταίο στην ίδια τιμή ή και χαμηλότερα από εσένα την επόμενη και τη μεθεπόμενη εβδομάδα, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι συγκεκριμένες προσφορές σου, οπότε έτσι συγκυριακά γινόμαστε οι δυο μας τρόπον τινά... ανταγωνιστικώς εφάμιλλοι!


Μικρά καρότα, χοντρά μαστίγια
Τούτο το σύστημα λειτουργεί, φυσικά, με τη σιωπηρή συναίνεση της αγοράς μα και της πολιτικής εξουσίας. Ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους να συμβιβάζεται με τη λειτουργία του. Οι προμηθευτές, για παράδειγμα, κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να χαλάνε τις σχέσεις τους με τους απαιτητικούς μεγαλοπελάτες τους, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι στους μικρομεσαίους. Κυρίως, όμως, έτσι δεν τίθεται εν αμφιβόλω η πολιτική των «κανονικών» τους τιμών, η οποία πόρρω απέχει από τη στάθμη της εσωτερικής υποτίμησης, και που βολεύει τόσο τη βιομηχανία όσο και το λιανεμπόριο, ακόμα κι όταν επικρέμαται η απειλή του λουκέτου από πάνω τους.

Οι μεγάλοι της λιανικής από την πλευρά τους, ενόσω νέμονται και τον χονδρεμπορικό τζίρο, α) ενισχύουν στο έπακρο την ανταγωνιστικότητά τους στη λιανική, β) καθιστούν πλέον χαώδη την απόστασή τους από τους υποκάτω αυτών, γ) υπονομεύουν την ισχύ των ομίλων αγορών, αφού, δ) προσδένοντας με δεσμούς εξάρτησης τους μικρούς στα στοκ των προσφορών τους (κι όχι μόνο σε αυτά), ανοίγουν τον δρόμο της υπαγωγής των μικρών στα δικά τους σχέδια ανάπτυξης.

Όσο για την πολιτική εξουσία, της αρκεί γενικά να αποσοβούνται πτωχεύσεις επιχειρήσεων, που η πτώση τους θα συμπαρέσυρε τους ήδη εύθραυστους εγχώριους βιομηχανικούς παραγωγούς κι εξηγούμαστε: Υπάρχει, τάχα, προμηθευτής που θα διακινδύνευε να τραβήξει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια ενός τέτοιου εθνικού (τυπικού ή άτυπου) χονδρεμπόρου, όταν αυτό θα σήμαινε πως θα βρεθεί κι ο ίδιος στον αέρα, εφόσον ο χονδρέμπορός του τυγχάνει μεγαλο-πελάτης έως και μεγαλο-οφειλέτης του και επί εθνικών λιανικών πωλήσεων;

Η ούτως ειπείν χονδρεμπορική δραστηριότητα λειτουργεί μεν πρόσκαιρα ως σανίδι σωτηρίας της «μικρής αγοράς», αλλά επειδή πρωτίστως «απαλύνει» πόνους και εκτρέφει φιλοδοξίες της «μεγάλης αγοράς». Εξάλλου, τις εγγυήσεις της «μεγάλης αγοράς» προς τους προμηθευτές, επειδή τις διαμεσολαβεί το γενικότερο πολιτικό κόστος, αν λάχει να καταγγελθούν, τις συνοδεύει όσο να ‘ναι η αύρα μιας υπέρτερης πολιτικής «κατανόησης», που καταπραΰνει τις αγωνίες και πιστώνει τους υπό φόβο ζημίας, με εγκαρτέρηση...

Και φυσικά, επειδή πίσω από κάθε ασθένεια σε περίοδο κρίσης «ξεφυτρώνει από μια ευκαιρία», το «χονδρεμπόριο προσφορών» ασκείται ελεύθερα από όσους μπορεί να το σηκώσουν, δηλαδή οι ελάχιστοι εκ των ολίγων. Οι... υπόλοιποι «εκ των ολίγων» είναι αυτοί που θα ανοίξουν πρώτοι φέτος τον καβγά στους προμηθευτές περί «οφειλόμενων παροχών» στις εταιρείες τους, απειλώντας, ίσως, ότι θα ανασύρουν από την ιδεολογική τους καθαρότητα τις καταγγελίες περί «στρεβλώσεων» στην αγορά.

Και είναι φυσικό: η απόστασή τους από τους πρώτους τη τάξει σε ό,τι αφορά την πριμοδότηση των προσφορών από τα κέρδη τους και τη δυνατότητα, ταυτόχρονα, οργανικής ανάπτυξης, αυξάνει ξάφνου τόσο και με τέτοια βία, ώστε το λογικά αναμενόμενο είναι οι επόμενες σημαντικές πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση υπέρ-ομίλων αγορών να προέλθουν ακριβώς από αυτούς κι όχι από τους μικρομεσαίους. Τούτο το δικαιολογεί το δίχως άλλο η ηγεμονική φούρια της επέκτασης, μέσω της εξαγοράς έτοιμου τζίρου, εκείνων που πραγματικά το αντέχουν επενδυτικά, σε αντίθεση με όσους απλώς «ψωνίζουν κάποιες ευκαιρίες», σπάζοντας τους εθνικοτοπικούς κουμπαράδες τους, «ευκαιρίες» τις οποίες οι προηγούμενοι μπορεί να προσπερνούν σφυρίζοντας...

Ο πόθος για το πτώμα...
Πράγματι, ειδικά τους τελευταίους μήνες οι διακινούμενες πληροφορίες περί πωλητηρίων σε τοπικές, υπερτοπικές ή και εθνικές αλυσίδες ή μεμονωμένα καταστήματα-φιλέτα, έγιναν πια περισσότερες από τον αριθμό των λιανεμπορικών επιχειρήσεων! Ενίοτε δε οι σχετικές πιέσεις αγοραστή προς πωλητή φέρουν κάτι από τα πάθη της ερωτικής αντεκδίκησης, όπου ο «αρνητής» πρέπει να μάθει κατά κάποιο τρόπο ότι «θα το μετανιώσει πικρά!». Κι αντιστρόφως, πλείστοι είναι όσοι «πικραμένοι» αγανακτούν: «που να το κάψω, δεν το δίνω μπιρ παρά!».

Αλλά το φόρτε σε τούτο το νταραβέρι της αγοραπωλησίας ιδρώτα και αίματος, όπως μαθαίνουμε, αφορά στο χρυσό κλουβί της δικαιόχρησης: «ή μπαίνεις μέσα και τραγουδάς τα ελέη του αρωγού σου ή, απλώς, ψοφάς στις ξόβεργες!». Αν υπάρχει μια πικρή, πικρότατη αλήθεια, είναι αυτή που ομολογείται από όλους στον κλάδο: Ακόμα και με σταθεροποίηση του τζίρου φέτος, τα μαγαζιά της λιανικής πια είναι τόσο πολλά, ένεκα της αλλοτινής ευμάρειας, άρα και τόσο ακριβά για να συντηρούνται, ώστε ο ηθικός λόγος έναντι του κυνικού λόγου, που ομιλεί γενικώς περί «φούσκας» και «ξεκαθαρίσματος της αγοράς», καταπίπτει άδειος επιχειρημάτων. Κάποιοι το λένε ανοιχτά: «αν ο νόμος προνοούσε, ώστε η παύση της λειτουργίας ενός καταστήματος να γίνει άμεσα πιο φτηνή από το κόστος συντήρησής του, θα γέμιζε η πιάτσα με κουφάρια σούπερ μάρκετ, κυρίως ορισμένων μεγάλων...».

Και εδώ ο ηθικός λόγος θα κατέπιπτε άδειος επιχειρημάτων έναντι του κυνικού, αν δεν τον υποβάσταζε κάπως το κοινωνικό άγος της ανεργίας και η απλή φρόνηση του ότι «έτσι, η πελατεία μας θα γινόταν πιο λίγη απ’ όσο οι ουρές στα συσσίτια της εκκλησίας». Διότι μια «μείωση του κόστους παύσης της λειτουργίας του καταστήματος» θα την έφερνε μόνο η πλήρης «απελευθέρωση» των απολύσεων, κάτι που, βέβαια, το συνιστά ανεπιφύλακτα ο τροϊκανός αμοραλισμός. Όχι πως δεν θα έκαμαν ασμένως χρήση του μέτρου ορισμένοι στον κλάδο, που αισθάνονται να ρευστοποιείται το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, αλλά το μπόι τους και οι ιδιαιτερότητες ακριβώς του κλάδου είναι τέτοια, που χρησιμεύουν στο «σύστημα» μάλλον ως αναλώσιμοι ιδαλγοί του παρά σαν στυλοβάτες. Δεν έχουν, άλλωστε, όλοι οι κλάδοι τη στόφα των τραπεζιτών και των μεγαλοξενοδόχων, για να μετέχουν ισότιμα στα τροϊκανά νάματα της «εξυγίανσης»...

Άλλωστε, λογικά το θαύμα της «αυτορύθμισης» στον παντός καιρού ανθεκτικό κλάδο των τροφίμων- ποτών δεν θα αργήσει να εκδηλωθεί από μόνο του ως θαύμα «εξορθολογισμού»... Οι μικρομεσαίοι, πάντως, τρέμοντας τη θαυματοποιία, όσο αντιλαμβάνονται ότι η ρευστοποίηση του εδάφους δεν κάνει να τρέμουν μόνο τα δικά τους ποδάρια, υπολογίζουν στην έλευση της στιγμής που η αγορά θα πενθήσει πάλι κάποιο υπολογίσιμο πτώμα, ικανό να ταΐσει την επενδυτική πείνα επέκτασης μεριδίου των εχόντων, κρατώντας τουλάχιστον για λίγο το ενδιαφέρον τους μακριά από τη μικρομεσαία πιάτσα. Κι αν εννοήσετε πως μιλήσαμε κομμάτι άπρεπα, άκομψα, στοχαστείτε πως δεν φταίει αυτός που κρατάει τον καθρέφτη του ρεπορτάζ απέναντι στις κοινές, τις ανομολόγητες πεποιθήσεις...

σελφ σερβις (T. 436)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION