σελφ σερβις - Η ψυχρή υποδοχή της υποτίμησης της αγοράς εργασίας

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Η ψυχρή υποδοχή της υποτίμησης της αγοράς εργασίας

7 Μαρτίου 2012 | 09:31 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά,Εργασία

Οι κολακείες στον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο ότι η μείωση του εργασιακού κόστους, τάχα, θα «εξορθολογίσει» επ’ ωφελεία του την οικονομία δεν περνάνε. Οι επιχειρηματίες ξέρουν ότι η ευημερία τους περνάει μέσα από την ευημερία της μισθωτής εργασίας. Στηρίζονται και υπολογίζουν σε αυτήν, την τιμούν και αποστρέφονται την υποβάθμισή της. Έχουν κάθε λόγο άλλωστε...

Είναι γεγονός ότι μεταξύ των πρώτων τριμήνων του 2000 και του 2010, ο δείκτης του συνολικού κόστους εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε σε ονομαστικές τιμές κατά 54,1%, όταν της Πορτογαλίας αυξανόταν κατά 28,7% και της Γερμανίας κατά μόλις 18,6%. Αλλά στη διετία 2010-2011, ενώ το κόστος εργασίας στην Πορτογαλία έμεινε στάσιμο και στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 2,8%, όταν στη χώρα μας βούλιαζε κατά 14,3%. Αυτό το 54% του ονομαστικού εργασιακού κόστους στη δεκαετία, σε αποπληθωρισμένες τιμές με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (2009=100), αντιστοιχεί σε έναν μέσο ετήσιο ρυθμό πραγματικής αύξησης μόλις 1,1%.

Όσο για τη «βουτιά» του εργασιακού κόστους στην τελευταία διετία (για την ακρίβεια, μέχρι το προτελευταίο τρίμηνο του 2011), σε αποπληθωρισμένες τιμές αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό πραγματικής μείωσης 11,4%! Η «τροϊκανή» σπουδή για περαιτέρω μείωση της αγοραστικής ικανότητας των μισθωτών εισοδημάτων, μέλλει να εξουθενώσει τη λιανική αγορά της χώρας!

«Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού κόστους εργασίας κατά τη «μεταμνημονιακή» περίοδο πιθανώς ήταν, ελλείψει αντίστοιχης αύξησης της παραγωγικότητας, αδύνατο να διατηρηθεί -προσέκρουε στον διεθνή ανταγωνισμό. Όμως ο δεκαπλάσιος ρυθμός μείωσής του κατά τη «μεταμνημονιακή» περίοδο είναι, ελλείψει αντίστοιχης μείωσης του κόστους διαβίωσης, ακόμα λιγότερο βιώσιμος –προσκρούει στον κοινωνικό ανταγωνισμό και στον οικονομικό ορθολογισμό», εκτιμάται στην κατακλείδα της πρόσφατης μελέτης (πηγής των στοιχείων που παραθέσαμε) του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ), που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Απασχόλησης.

Λίγο πριν επισημοποιηθεί το «πετσόκομμα» των μισθωτών εισοδημάτων και σχεδόν όλου του θεσμικού πλαισίου που τα στηρίζει κατ’ εντολή της τρόικας, ώστε «ελλείψει αντίστοιχης μείωσης του κόστους διαβίωσης» ο ρυθμός απομείωσης των μισθών να καταστεί εντέλει λογικά... αβίωτος, μιλήσαμε με έξι εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου της αγοράς μας, της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου. Πρόκειται για πρόσωπα των οποίων τα επιχειρηματικά συμφέροντα βάλλονται άμεσα από τη φτώχεια των καταναλωτών και των υπαλλήλων τους, όπως άλλωστε όλης της αγοράς.

Θέατρο παραλόγου
«Διαφωνώ κάθετα με τη μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα!», τονίζει ο κ. Κώστας Πιστιόλας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΓΕ Πιστιόλας, και εξηγεί:

«Όλα τα προηγούμενα χρόνια "φτύσαμε αίμα" να πείσουμε όσους επένδυαν σε μια καριέρα στη βιομηχανία για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της επιλογής τους και κυρίως, για την κουλτούρα του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με τον δημόσιο. Τους εμπνεύσαμε το όραμα της εταιρείας μας, πείθοντάς τους ότι το υγιές είναι ο συνεχής μόχθος για την ανταγωνιστικότητα κι όχι η ραθυμία. Τόσα χρόνια τους καλούμε να αντισταθμίζουν με τη δουλειά τους τα ελλείμματα των υποδομών της χώρας, ώστε να κερδίζουμε τη θέση μας στον διεθνή στίβο, και το κάνουν δικαιώνοντάς μας. Μαζί μοιραζόμαστε κάθε επιτυχία! Πώς είναι δυνατόν τώρα, σε εποχή που δικαιώνεται στα μάτια τους η εμμονή στις αξίες μας, να τους τιμωρήσουμε με περικοπές αποδοχών; Αυτή είναι η επιβράβευσή τους για το ότι δεν αλληθώρισαν στις εύκολες λύσεις;». Περιττεύει κάθε σχόλιο για την εύλογα ηθική διάσταση των διερωτήσεών του.

«Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων δεν δημιουργείται μέσω της μείωσης του εισοδήματος των εργαζομένων, η οποία, αντίθετα, ενισχύει αλυσιδωτά την ύφεση στην κατανάλωση», λέει ευθέως ο κ. Παναγιώτης Τσινάβος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Κρι-Κρι. Όπως εξηγεί, «ήδη από τις αρχές του 2011 δηλώσαμε ως διοίκηση ότι δεν θα μειώσουμε τις αποδοχές του προσωπικού μας, ούτε θα προχωρήσουμε σε απολύσεις. Την ίδια πολιτική εφαρμόζουμε φέτος. Ωστόσο, πρέπει να μειωθεί το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών, με την προϋπόθεση, όμως, της εξυγίανσης των ταμείων, όχι της κατάργησης του κοινωνικού κράτους».

Όντως, το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας στην τελευταία τετραετία, με έτος βάσης το 2008 (=100), στη μεν μεταποίηση σκαρφάλωσε μέχρι τις 110,4 μονάδες (αρχές 2010) για να πέσει στις 92,1 το προτελευταίο τρίμηνο του 2011, στο δε χονδρικό και λιανικό εμπόριο εκτινάχθηκε στις 122 μονάδες (αρχές 2010) για να πέσει κι αυτό στις 92,8 μονάδες την αντίστοιχη περίοδο (Πηγή: ΕΙΕΑΔ). Κι ενώ το μη μισθολογικό κόστος τείνει να μειώνεται, τούτο μέλλει τώρα να θεσμοθετηθεί εις βάρος του ασφαλιστικού συστήματος (του κοινωνικού κράτους), Έτσι, μπαίνει το πρόβλημα της «μη μισθολογικής» φτωχοποίησης των εργαζομένων και της πτώσης της αγοραστικής τους δύναμης από την πόρτα, μεταξύ άλλων, της εκ μέρους τους δαπανηρής αγοράς, πχ, των υπηρεσιών υγείας.

Έτσι «μεταρρυθμίζεται» το σύστημα: Όσα νομίζει ο μισθωτός ότι γλίτωσε από το «τροϊκανό πετσόκομα» του μισθού του, τα πληρώνει σε υπηρεσίες «εξυγιασμένες» υπέρ των διεθνών τοκογλύφων. Κι όσα απ’ τα οποία νομίζουν ότι απαλλάχθηκαν ο βιομήχανος κι ο λιανέμπορος, τους γίνονται βρόγχος εξαιτίας του κλαταρίσματος της ζήτησης.

Μαύρη δωρεά κάνει στον επιχειρηματικό κόσμο η τρόικα και οι συνυπογράφοντες την κατάργηση σχεδόν όλης της εργατικής νομοθεσίας. Και οι νουνεχείς το αντιλαμβάνονται.

Είναι γεγονός ότι μεταξύ των πρώτων τριμήνων του 2000 και του 2010, ο δείκτης του συνολικού κόστους εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε σε ονομαστικές τιμές κατά 54,1%, όταν της Πορτογαλίας αυξανόταν κατά 28,7% και της Γερμανίας κατά μόλις 18,6%. Αλλά στη διετία 2010-2011, ενώ το κόστος εργασίας στην Πορτογαλία έμεινε στάσιμο και στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 2,8%, όταν στη χώρα μας βούλιαζε κατά 14,3%. Αυτό το 54% του ονομαστικού εργασιακού κόστους στη δεκαετία, σε αποπληθωρισμένες τιμές με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (2009=100), αντιστοιχεί σε έναν μέσο ετήσιο ρυθμό πραγματικής αύξησης μόλις 1,1%.

Όσο για τη «βουτιά» του εργασιακού κόστους στην τελευταία διετία (για την ακρίβεια, μέχρι το προτελευταίο τρίμηνο του 2011), σε αποπληθωρισμένες τιμές αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό πραγματικής μείωσης 11,4%! Η «τροϊκανή» σπουδή για περαιτέρω μείωση της αγοραστικής ικανότητας των μισθωτών εισοδημάτων, μέλλει να εξουθενώσει τη λιανική αγορά της χώρας!

«Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού κόστους εργασίας κατά τη «μεταμνημονιακή» περίοδο πιθανώς ήταν, ελλείψει αντίστοιχης αύξησης της παραγωγικότητας, αδύνατο να διατηρηθεί -προσέκρουε στον διεθνή ανταγωνισμό. Όμως ο δεκαπλάσιος ρυθμός μείωσής του κατά τη «μεταμνημονιακή» περίοδο είναι, ελλείψει αντίστοιχης μείωσης του κόστους διαβίωσης, ακόμα λιγότερο βιώσιμος –προσκρούει στον κοινωνικό ανταγωνισμό και στον οικονομικό ορθολογισμό», εκτιμάται στην κατακλείδα της πρόσφατης μελέτης (πηγής των στοιχείων που παραθέσαμε) του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ), που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Απασχόλησης.

Λίγο πριν επισημοποιηθεί το «πετσόκομμα» των μισθωτών εισοδημάτων και σχεδόν όλου του θεσμικού πλαισίου που τα στηρίζει κατ’ εντολή της τρόικας, ώστε «ελλείψει αντίστοιχης μείωσης του κόστους διαβίωσης» ο ρυθμός απομείωσης των μισθών να καταστεί εντέλει λογικά... αβίωτος, μιλήσαμε με έξι εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου της αγοράς μας, της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου. Πρόκειται για πρόσωπα των οποίων τα επιχειρηματικά συμφέροντα βάλλονται άμεσα από τη φτώχεια των καταναλωτών και των υπαλλήλων τους, όπως άλλωστε όλης της αγοράς.

Θέατρο παραλόγου
«Διαφωνώ κάθετα με τη μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα!», τονίζει ο κ. Κώστας Πιστιόλας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΓΕ Πιστιόλας, και εξηγεί:

«Όλα τα προηγούμενα χρόνια "φτύσαμε αίμα" να πείσουμε όσους επένδυαν σε μια καριέρα στη βιομηχανία για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της επιλογής τους και κυρίως, για την κουλτούρα του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με τον δημόσιο. Τους εμπνεύσαμε το όραμα της εταιρείας μας, πείθοντάς τους ότι το υγιές είναι ο συνεχής μόχθος για την ανταγωνιστικότητα κι όχι η ραθυμία. Τόσα χρόνια τους καλούμε να αντισταθμίζουν με τη δουλειά τους τα ελλείμματα των υποδομών της χώρας, ώστε να κερδίζουμε τη θέση μας στον διεθνή στίβο, και το κάνουν δικαιώνοντάς μας. Μαζί μοιραζόμαστε κάθε επιτυχία! Πώς είναι δυνατόν τώρα, σε εποχή που δικαιώνεται στα μάτια τους η εμμονή στις αξίες μας, να τους τιμωρήσουμε με περικοπές αποδοχών; Αυτή είναι η επιβράβευσή τους για το ότι δεν αλληθώρισαν στις εύκολες λύσεις;». Περιττεύει κάθε σχόλιο για την εύλογα ηθική διάσταση των διερωτήσεών του.

«Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων δεν δημιουργείται μέσω της μείωσης του εισοδήματος των εργαζομένων, η οποία, αντίθετα, ενισχύει αλυσιδωτά την ύφεση στην κατανάλωση», λέει ευθέως ο κ. Παναγιώτης Τσινάβος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Κρι-Κρι. Όπως εξηγεί, «ήδη από τις αρχές του 2011 δηλώσαμε ως διοίκηση ότι δεν θα μειώσουμε τις αποδοχές του προσωπικού μας, ούτε θα προχωρήσουμε σε απολύσεις. Την ίδια πολιτική εφαρμόζουμε φέτος. Ωστόσο, πρέπει να μειωθεί το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών, με την προϋπόθεση, όμως, της εξυγίανσης των ταμείων, όχι της κατάργησης του κοινωνικού κράτους».

Όντως, το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας στην τελευταία τετραετία, με έτος βάσης το 2008 (=100), στη μεν μεταποίηση σκαρφάλωσε μέχρι τις 110,4 μονάδες (αρχές 2010) για να πέσει στις 92,1 το προτελευταίο τρίμηνο του 2011, στο δε χονδρικό και λιανικό εμπόριο εκτινάχθηκε στις 122 μονάδες (αρχές 2010) για να πέσει κι αυτό στις 92,8 μονάδες την αντίστοιχη περίοδο (Πηγή: ΕΙΕΑΔ). Κι ενώ το μη μισθολογικό κόστος τείνει να μειώνεται, τούτο μέλλει τώρα να θεσμοθετηθεί εις βάρος του ασφαλιστικού συστήματος (του κοινωνικού κράτους), Έτσι, μπαίνει το πρόβλημα της «μη μισθολογικής» φτωχοποίησης των εργαζομένων και της πτώσης της αγοραστικής τους δύναμης από την πόρτα, μεταξύ άλλων, της εκ μέρους τους δαπανηρής αγοράς, πχ, των υπηρεσιών υγείας.

Έτσι «μεταρρυθμίζεται» το σύστημα: Όσα νομίζει ο μισθωτός ότι γλίτωσε από το «τροϊκανό πετσόκομα» του μισθού του, τα πληρώνει σε υπηρεσίες «εξυγιασμένες» υπέρ των διεθνών τοκογλύφων. Κι όσα απ’ τα οποία νομίζουν ότι απαλλάχθηκαν ο βιομήχανος κι ο λιανέμπορος, τους γίνονται βρόγχος εξαιτίας του κλαταρίσματος της ζήτησης.

Μαύρη δωρεά κάνει στον επιχειρηματικό κόσμο η τρόικα και οι συνυπογράφοντες την κατάργηση σχεδόν όλης της εργατικής νομοθεσίας. Και οι νουνεχείς το αντιλαμβάνονται.


Τροϊκανή «εξυγίανση» και πραγματική εξυγίανση
«Στις 100 μονάδες εργατικού κόστους -μαζί με υπερωριακή απασχόληση, bonus κλπ- περίπου οι 25 αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη, χώρια από τις εισφορές του εργαζομένου. Και των δύο μαζί φτάνουν κοντά στο ήμισυ της μισθοδοσίας! Εκπροσωπώ μια εταιρεία που δεν γνώρισε ποτέ τη «μαύρη εργασία». Ας καταλάβουν επιτέλους, όμως, ότι τη «μαύρη εργασία» την ενθαρρύνει το ίδιο τους το σύστημα!», εξανίσταται ο κ. Πιστιόλας.

«Το μη μισθολογικό κόστος είναι πάρα πολύ σημαντικό. Το 30% των εργοδοτικών εισφορών είναι το υψηλότερο στην ΕΕ», σχολιάζει ο κ. Γιάννης Δρίτσας, γενικός διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Μετρό. «Χώρια όμως απ’ αυτό», εξηγεί, «οι αποδοχές του εργαζόμενου υπόκεινται σε υψηλή φορολόγηση, έτσι ώστε και ο εργοδότης πληρώνει πάρα πολλά γι’ αυτόν και αυτός, λόγω των υψηλών κρατήσεων, είναι εντέλει δυσαρεστημένος με τις απολαβές του».

Έτσι είναι! Ήταν που ήταν το σύστημα «αραμπάς» από καταβολής κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, τώρα με την τροϊκανή «μεταρρύθμισή» του καλείται ο αραμπατζής να φορτωθεί ο ίδιος το αγώι του αραμπά στο όνομα της «εξυγίανσης»! Πονά το κεφάλι-κόψε το: να η λογική της τρόικας, όπως τη ζει δυο χρόνια τώρα η ελληνική κοινωνία, συρόμενη από εκβιασμό σε εκβιασμό και διασυρόμενη ανά την υφήλιο από αλλοδαπούς και ημεδαπούς ηγέτες κι ηγετίσκους.

Κι όμως, η εξυγίανση δεν είναι μονόδρομος. Ο κ. Δρίτσας καταθέτει τη σκέψη του: «Οι εταιρείες του κλάδου βασανίζονται από την πολυνομία και τη γραφειοκρατία, που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις, την επέκταση της απασχόλησης, την ευελιξία. Εδώ, ακόμα κι όταν ο εργοδότης διατίθεται να ικανοποιεί αιτήματα των εργαζομένων του, κωλύεται. Η ανελαστικότητα του νόμου σε ό,τι αφορά ρυθμίσεις, πχ ωραρίου εργασίας, που γίνονται με την παραχώρηση του εργοδότη στον υπάλληλο, είναι τέτοιες που δημιουργούν κόστος ψυχικό και λογής άλλες επιβαρύνσεις αντίθετες προς τις προθέσεις εργοδότη κι εργαζόμενου. Είμαστε αμφότεροι υποζύγια αγκυλώσεων και αναχρονισμών. Αυτά είναι που συντελούν στη μείωση της ανταγωνιστικότητας της εργασίας. Θα μπορούσαν να αρθούν, χωρίς κανένα απολύτως κόστος...».

Καλομάθαμε οι επιχειρηματίες
«Για μια εταιρεία που πουλά υπηρεσίες, το μισθολογικό της κόστος ενδεχομένως φτάνει το 80% των εξόδων της. Για μια βιομηχανική εταιρεία, όπως η Εύρηκα», λέει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομώνυμου ομίλου, κ. Νίκος Σαρρής, «το 80% του κόστους της αναφέρεται σε βιομηχανικά έξοδα. Μόλις ένα μικρό ποσοστό απ’ αυτά αφορά στο εργατικό κόστος, μικρότερο ίσως από τις υποχρεώσεις των τοκογλυφικών δανείων ή τη διαφήμιση που πληρώνουν οι βιομηχανίες. Συνεπώς, το μισθολογικό κόστος είναι το μικρό μέρος του προβλήματος. Το μεγάλο μέρος του προβλήματος είναι η παραγωγικότητα και η πρόνοια για την ανταγωνιστικότητα καθενός μας. Είναι, επίσης, το γεγονός ότι οι έλληνες επιχειρηματίες μάθαμε να καλοπληρώνουμε τους εαυτούς μας, όπως και τα προσλαμβανόμενα διευθυντικά στελέχη από τις πολυεθνικές, χωρίς να πολυσκεφτόμαστε πως είτε περισσεύουν οι διευθυντικές θέσεις στα οργανογράμματά μας, είτε πληρώνουμε υπέρογκα τα πρώην στελέχη πολυεθνικών, που θα έπαιρναν ασφαλώς λιγότερα, αν έμεναν στις προηγούμενες θέσεις τους. Και φυσικά, το πρόβλημα για πολλούς είναι ότι ανακάλυψαν αργά, πολύ αργά τις αρετές της επιχειρηματικής εξωστρέφειας...».

Η υστεροβουλία της μείωσης του εργασιακού κόστους
«Ας υποθέσουμε ότι για προφανείς λόγους τα σούπερ μάρκετ έχουν τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην πτώση τζίρου, σε σχέση με όλους τους άλλους κλάδους της λιανικής. Πείτε ότι, έστω, μια περαιτέρω μείωση των μισθωτών εισοδημάτων κατά ένα 15% δεν θα πλήξει τον τζίρο μας όσο την υπόλοιπη λιανική», λέει ο κ. Κώστας Νικολάου, διευθυντής του ομίλου Ασπίδα, αναπτύσσοντας τον συλλογισμό του:

«Η μισθοδοσία του προσωπικού των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ, μαζί με τις κρατήσεις, ισοδυναμεί περίπου με το 9% του τζίρου τους. Άρα, από μια μείωση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων τους κατά 15% οι επιχειρήσεις του κλάδου θα ωφεληθούνε κατά ένα 1,3% του τζίρου τους. Ναι, αλλά την ίδια στιγμή η αντίστοιχη μείωση των μισθωτών εισοδημάτων όλης της αγοράς θα γονατίσει τον τζίρο τους έως 15%! Αυτή είναι η πραγματικότητα: η υποτιθέμενη ωφέλεια για τις επιχειρήσεις μας από τις μειώσεις του κόστους της μισθοδοσίας τους θα αποβεί πολλαπλάσια επιζήμια από άποψη γενικής συρρίκνωσης του τζίρου μας! Κι επειδή τα σούπερ μάρκετ δεν έχουν καν τα περιθώρια να κατεβάσουν τις τιμές ραφιού κατά το ποσοστό της ωφέλειάς τους από τη μείωση του μισθολογικού τους κόστους (1,3% επί του τζίρου τους), η μείωση των μισθών δεν θα ωφελήσει απολύτως κανέναν! Αντίθετα, το κλασικό σούπερ μάρκετ θα ζημιωθεί και από την εναγώνια στροφή του καταχαρατσωμένου κόσμου σε ό,τι φθηνότερο του προσφέρεται (πχ Lidl). Τα ίδια ισχύουν και για τους βιομηχανικούς προμηθευτές μας, των οποίων οι επιχειρήσεις, επειδή δεν είναι εντάσεως εργασίας όπως τα σούπερ μάρκετ, ενώ δεν έχουν να ωφεληθούν απολύτως τίποτα, έχουν να χάσουν περισσότερα απ’ όσα εμείς! Συμπέρασμα: Η βίαιη μείωση του μισθολογικού κόστους αποβλέπει στην πλήρη απαξίωση της ελληνικού παραγωγικού δυναμικού, για να δοθεί τζάμπα στους ξένους μεγαλοεπενδυτές, που καραδοκούν να βάλουν στο χέρι εργοστάσια, λιανεμπόριο, τουρισμό κλπ. Άλλη λογική εξήγηση δεν υπάρχει!».

Υπό καθεστώς εκβιασμού οι μικρομεσαίοι
Οι διοικήσεις των τοπικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ, όντας στην «πρώτη γραμμή» των σχέσεων με τον εισοδηματικά ξετιναγμένο πελάτη, αλλά και την υπάλληλό τους, που συχνά «στηρίζει το νοικοκυριό της με ένα μισθό, γιατί ο σύζυγος είναι άνεργος εδώ κι ένα χρόνο», βιώνουν δραματικά τη διελκυστίνδα ανάμεσα στον προσωποποιημένο κοινωνικό πόνο και στην πτώση τζίρου και κερδών.

«Όντας ταυτόχρονα εργοδότρια και εργαζόμενη, τελώ καθημερινά υπό καθεστώς εκβιασμού, με ηθικούς και πραγματιστικούς όρους», λέει η κυρία Κυριακή Σεμερτζίδου, διευθύνουσα σύμβουλος της θεσσαλονικιώτικης αλυσίδας Αφροδίτη. «Αν η ύφεση επισήμως φέτος αναμένεται 7%, ο κλαδικός τζίρος θα πέσει πιθανώς και 10%, καθώς η ανεργία θα διογκωθεί ακόμα περισσότερο. Το μισό πελατολόγιό μας -συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι- ήδη έχουν εξουθενωθεί. Πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Η εκ νέου περικοπή των μισθών ασυζητητί θα την επιδεινώσει».

Σημαίνει, τάχα, κάτι η μείωση του μισθολογικού κόστους για την επιχείρηση; «Από μόνο του τίποτα, κυρίως όταν προτάσσεται, χωρίς προηγουμένως έναν πλήρη εξορθολογισμό όλων των άλλων παραμέτρων του λειτουργικού κόστους... Υπάρχει πάντα ένα νεκρό σημείο για τη λειτουργία των καταστημάτων. Στις περιπτώσεις των μεγάλων αιθουσών πωλήσεων ενδεχομένως υπάρχει περισσότερη ελαστικότητα για να το αποφύγει κανείς, μειώνοντας ταμεία και θέσεις απασχόλησης, ρυθμίζοντας εναλλακτικά τα ωράρια κλπ. Η μικρή αίθουσα πωλήσεων δεν έχει τέτοιες πολυτέλειες. Το λειτουργικό της κόστος είναι ανελαστικό, οι θέσεις εργασίας προσδιορισμένες ως θέσεις ασφαλείας. Ή την κλείνεις ή το παλεύεις. Μέση οδός δεν υπάρχει, κι αυτό αφορά σε όλες τις μικρομεσαίες οικογενειακές τοπικές επιχειρήσεις του κλάδου. Υπ’ αυτήν την έννοια οι οριζόντιες μειώσεις αποδοχών προσωπικού, για τις οποίες δηλώνω ηθικά και ιδεολογικά αντίθετη, είναι το ύστατο μέτρο που εφαρμόζει κανείς όταν διακυβεύεται η ύπαρξη της επιχείρησής του. Αλλά κι αυτό, όταν το ζητάς από ανθρώπους που συνδέεσαι προσωπικά πλέον, δεν μπορεί παρά να γίνεται συναινετικά, να πείσεις ότι θα "μοιραστούν" μαζί σου μια πραγματική ανάγκη για έναν κοινό σκοπό».

Η «αρχή της διαφοράς»
Υπάρχει και η εφαρμογή στην πράξη της «αρχής της διαφοράς» του μεγάλου κοινωνικού φιλελεύθερου στοχαστή του 20ου αιώνα, John Rawls, σύμφωνα με την οποία «οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες πρέπει να ρυθμίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ευνοούνται οι λιγότερο ευκατάστατοι...».

«Πέρυσι είχαμε ζημιές», λέει ο κ. Σαρρής κι εξηγεί: «Αν και το μισθολογικό κόστος είναι μόλις ένα κλάσμα του βιομηχανικού μας κόστους, συμφωνήσαμε με το προσωπικό μια μείωση αποδοχών της τάξης του 10%. Ξεκίνησα πρώτος, περικόπτοντας ο ίδιος τις αποδοχές μου. Ακολούθησαν όλα τα μέλη της οικογένειάς μου στην επιχείρηση. Κατόπιν το υπόλοιπο διοικητικό προσωπικό. Τώρα κινούμαστε όλοι μας με αυτοκίνητα μικρότερου κυβισμού ή με τα πόδια. Πάντως, στους μισθούς των χαμηλοαμειβόμενων της παραγωγής, δεν θα βάλουμε χέρι. Ας βάλουμε πλάτη πρώτα οι έχοντες και κατέχοντες. Αυτό είναι το δίκαιο!».

Είναι τόσο τυφλοί;
Πώς να χωρέσει στο νου τόσος παραλογισμός! Τα συμφέροντα της «άυλης αξίας» -του χρήματος, που παραφούσκωσε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό καζίνο κι έσκασε- ξεθεμελιώνουν τώρα την πραγματική οικονομία, ισοπεδώνοντας μια ολόκληρη κοινωνία για να βάλουν εν τάχει στο χέρι τον πλούτο της! Η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας επιβλήθηκε της πολιτικής κι η πολιτική της κοινωνίας με όρους οικονομικής απολυταρχίας. Εδώ, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ευρώπη... Αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι η σύγχρονος πολίτης, ο καταναλωτής που το μάρκετινγκ θέλησε να τον κάνει «ενθουσιώδη», δεν θα συμπεριφερθεί σαν σκαμπιλισμένος δουλοπάροικος;

σελφ σερβις (T. 414)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION