σελφ σερβις - Έλλειψις χρημάτων, πτώσις αγορών

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Έλλειψις χρημάτων, πτώσις αγορών

1 Ιουνίου 2010 | 14:42 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Έρευνα

Έλλειψις χρημάτων, πτώσις αγορών

Η πεποίθηση ότι η δαπάνη για την απόκτηση των ειδών που διαθέτουν τα σούπερ μάρκετ είναι ανεξάρτητη της εισοδηματικής κατάστασης των καταναλωτών αποδεικνύεται εσφαλμένη. Τα περί υψηλού βαθμού «ανελαστικότητας» των δαπανών για αγορές από το σούπερ μάρκετ είναι μύθος. Αυτό πιστοποιεί η πρόσφατη ποσοτική έρευνα του Εργαστηρίου Μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η εν λόγω έρευνα, σχετικά με την καταναλωτική συμπεριφορά στον κλάδο των τυποποιημένων καταναλωτικών προϊόντων, που είναι ετήσια και πραγματοποιείται από το 2005 στο πλαίσιο της δράσης του τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας υπό την επίβλεψη του καθηγητή του τμήματος, κ. Γιώργου Μπάλτα, διεξήχθη με τηλεφωνική δημοσκόπηση σε δείγμα 2.000 νοικοκυριών, με τυχαία δειγματοληψία.

Ειδικότερα, η συσχέτιση του ύψους του εισοδήματος των καταναλωτών με το ύψος των αγορών τους από τα σούπερ μάρκετ (βλέπε σχετικό διάγραμμα) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε έρευνα. «Πιστεύω ότι αν αυτή η σχέση εξεταζόταν στο παρελθόν θα καταλήγαμε σε παρόμοια συμπεράσματα. Η θετική σχέση του εισοδήματος και των καταναλωτικών δαπανών είναι αναμενόμενη ακόμα και στα είδη που διατίθενται στα σούπερ μάρκετ», σχολιάζει ο κ. Μπάλτας, προσθέτοντας:

«Πιστεύουμε ότι οι επιπτώσεις της ύφεσης θα είναι ασφαλώς ηπιότερες στον κλάδο των σούπερ μάρκετ απ’ ό,τι σε άλλους κλάδους του εμπορίου -που είναι ήδη σφοδρές- ακριβώς επειδή τα σούπερ μάρκετ διαθέτουν βασικά προϊόντα, γεγονός όμως που δεν παρέχει στον κλάδο κάποιο είδος "ανοσίας" στις μεταβολές του εισοδήματος. Γενικότερα, στην ελληνική αγορά επιβιώνουν παρόμοιες πεποιθήσεις που όμως δεν έχουν θεωρητική και εμπειρική τεκμηρίωση».

«Αξιόλογη» η μείωση των αγορών
Ένα άλλο εξόχως ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας δείχνει ότι φέτος, όπως και το 2009, η αξία του μέσου καλαθιού αγορών ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ διαμορφώνεται στα 66 ευρώ (φέτος το 55% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο λογαριασμός τους φτάνει έως τα 50 ευρώ κάθε φορά που ψωνίζουν, το 33% από 51 ως 100 ευρώ, και μόνο το 12% ότι ξεπερνά τα 100 ευρώ), όταν το 2006 και το 2007 η εκτίμηση της ίδιας μεταβλητής έδειχνε τα ποσά των 67,5 ευρώ και των 71 ευρώ αντίστοιχα!

Επομένως, «από την άποψη της αγοραστικής δύναμης, δηλαδή αποπληθωρισμένα, διαπιστώνουμε μια αξιόλογη μείωση των αγορών του καταναλωτή, γεγονός που οφείλεται τόσο στην πραγματική μείωση των εισοδημάτων του όσο και στην αρνητική ψυχολογική διάθεση που δημιουργεί η οικονομική κρίση. Ακόμα και στην περίπτωση των νοικοκυριών που δεν έχουν υποστεί έως τώρα τις συνέπειες της κρίσης, εκδηλώνεται αυτοσυγκράτηση δαπανών, και είναι γνωστό ότι το ψυχολογικό κλίμα αντανακλάται άμεσα στην κίνηση της αγοράς», διαπιστώνει ο κ. Μπάλτας.

Εξάλλου, στη φετινή έρευνα αποτυπώνεται η έντονη διάθεση εκ μέρους των καταναλωτών να περιορίζουν τις παρορμητικές αγορές -φέτος το 93,5% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι ψωνίζουν βάσει λίστας (νοερής ή γραπτής), ετοιμασμένης από το σπίτι. Πάντως, το ποσοστό των προαποφασισμένων καταναλωτών, που ψωνίζει με «λίστα», πέφτει στο 56,6% όταν η προαπόφαση της αγοράς αφορά στη μάρκα, όχι στο είδος του προϊόντος. Αλλά κι αυτό ως εύρημα διαπιστώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια: περίπου οι μισοί καταναλωτές επιλέγουν μάρκες μέσα στα καταστήματα, άρα είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε επιτόπου ενέργειες προβολής και προώθησης.

Η εν λόγω έρευνα, σχετικά με την καταναλωτική συμπεριφορά στον κλάδο των τυποποιημένων καταναλωτικών προϊόντων, που είναι ετήσια και πραγματοποιείται από το 2005 στο πλαίσιο της δράσης του τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας υπό την επίβλεψη του καθηγητή του τμήματος, κ. Γιώργου Μπάλτα, διεξήχθη με τηλεφωνική δημοσκόπηση σε δείγμα 2.000 νοικοκυριών, με τυχαία δειγματοληψία.

Ειδικότερα, η συσχέτιση του ύψους του εισοδήματος των καταναλωτών με το ύψος των αγορών τους από τα σούπερ μάρκετ (βλέπε σχετικό διάγραμμα) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε έρευνα. «Πιστεύω ότι αν αυτή η σχέση εξεταζόταν στο παρελθόν θα καταλήγαμε σε παρόμοια συμπεράσματα. Η θετική σχέση του εισοδήματος και των καταναλωτικών δαπανών είναι αναμενόμενη ακόμα και στα είδη που διατίθενται στα σούπερ μάρκετ», σχολιάζει ο κ. Μπάλτας, προσθέτοντας:

«Πιστεύουμε ότι οι επιπτώσεις της ύφεσης θα είναι ασφαλώς ηπιότερες στον κλάδο των σούπερ μάρκετ απ’ ό,τι σε άλλους κλάδους του εμπορίου -που είναι ήδη σφοδρές- ακριβώς επειδή τα σούπερ μάρκετ διαθέτουν βασικά προϊόντα, γεγονός όμως που δεν παρέχει στον κλάδο κάποιο είδος "ανοσίας" στις μεταβολές του εισοδήματος. Γενικότερα, στην ελληνική αγορά επιβιώνουν παρόμοιες πεποιθήσεις που όμως δεν έχουν θεωρητική και εμπειρική τεκμηρίωση».

«Αξιόλογη» η μείωση των αγορών
Ένα άλλο εξόχως ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας δείχνει ότι φέτος, όπως και το 2009, η αξία του μέσου καλαθιού αγορών ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ διαμορφώνεται στα 66 ευρώ (φέτος το 55% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο λογαριασμός τους φτάνει έως τα 50 ευρώ κάθε φορά που ψωνίζουν, το 33% από 51 ως 100 ευρώ, και μόνο το 12% ότι ξεπερνά τα 100 ευρώ), όταν το 2006 και το 2007 η εκτίμηση της ίδιας μεταβλητής έδειχνε τα ποσά των 67,5 ευρώ και των 71 ευρώ αντίστοιχα!

Επομένως, «από την άποψη της αγοραστικής δύναμης, δηλαδή αποπληθωρισμένα, διαπιστώνουμε μια αξιόλογη μείωση των αγορών του καταναλωτή, γεγονός που οφείλεται τόσο στην πραγματική μείωση των εισοδημάτων του όσο και στην αρνητική ψυχολογική διάθεση που δημιουργεί η οικονομική κρίση. Ακόμα και στην περίπτωση των νοικοκυριών που δεν έχουν υποστεί έως τώρα τις συνέπειες της κρίσης, εκδηλώνεται αυτοσυγκράτηση δαπανών, και είναι γνωστό ότι το ψυχολογικό κλίμα αντανακλάται άμεσα στην κίνηση της αγοράς», διαπιστώνει ο κ. Μπάλτας.

Εξάλλου, στη φετινή έρευνα αποτυπώνεται η έντονη διάθεση εκ μέρους των καταναλωτών να περιορίζουν τις παρορμητικές αγορές -φέτος το 93,5% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι ψωνίζουν βάσει λίστας (νοερής ή γραπτής), ετοιμασμένης από το σπίτι. Πάντως, το ποσοστό των προαποφασισμένων καταναλωτών, που ψωνίζει με «λίστα», πέφτει στο 56,6% όταν η προαπόφαση της αγοράς αφορά στη μάρκα, όχι στο είδος του προϊόντος. Αλλά κι αυτό ως εύρημα διαπιστώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια: περίπου οι μισοί καταναλωτές επιλέγουν μάρκες μέσα στα καταστήματα, άρα είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε επιτόπου ενέργειες προβολής και προώθησης.


Πιο ευάλωτος ο τζίρος
Σημειώνουμε, πάντως, ότι φέτος το 45% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι ψωνίζουν μέχρι 4 φορές τον μήνα -μια συνήθεια που αντανακλά το διεθνές δυτικό πρότυπο τρόπου ζωής- ενώ μόλις το 13% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η μηνιαία συχνότητα των αγορών τους υπερβαίνει τις 10 φορές.

Επισημαίνουμε ότι η μέση μηνιαία δαπάνη στη φετινή έρευνα διαπιστώθηκε μεγαλύτερη στην περίπτωση της πελατείας των μεγάλων αλυσίδων. Η πελατεία των discounter και των μικρών σούπερ μάρκετ έχει χαμηλότερη μέση μηνιαία δαπάνη. Στην περίπτωση των εκπτωτικών αλυσίδων, η διαφορά αυτή αντανακλά εν μέρει το χαμηλότερο επίπεδο τιμών που οδηγεί σε καλάθι χαμηλότερου κόστους.

Όπως σχολιάζει ο κ. Μπάλτας, το σύγχρονο σούπερ μάρκετ, σε αντίθεση με το προ 15ετίας πρότυπό του που ήταν περιορισμένο στη διάθεση των απολύτως βασικών ειδών, έχει επεκτείνει σημαντικά την γκάμα του σε νέες κατηγορίες προϊόντων, όπως τα είδη bazaar και τα καλλυντικά. «Η αγορά τέτοιων προϊόντων έχει διαφορετική εισοδηματική ελαστικότητα σε σχέση με τα τρόφιμα. Η επέκταση της γκάμας των επιχειρήσεων του κλάδου σε νέα είδη μπορεί μεν να λειτούργησε σαφώς υπέρ της ενίσχυσης του τζίρου τους, αλλά τις καθιστά περισσότερο ευαίσθητες στο εισόδημα των καταναλωτών».

Σταδιακές αλλά σημαντικές οι αλλαγές
Η έρευνα έδειξε, επίσης, ότι η συμμετοχή, από άποψη ποσοστού κωδικών, των private label προϊόντων στο καλάθι αγορών του σούπερ μάρκετ φέτος διαμορφώνεται στο 20%, ήτοι το ένα στα πέντε προϊόντα που αγοράζονται είναι φίρμας λιανεμπορίου. Το αντίστοιχο εύρημα της έρευνας το 2006 είχε σταθμίσει αυτό το ποσοστό στο 17%. Από μια πρώτη ματιά η ανάπτυξη της αγοράς αυτών των προϊόντων στο εύρος της πενταετίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα θεαματική.

Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψη ότι στις αρχές της δεκαετίας το μερίδιο αξίας στο μέσο καλάθι αγορών προσδιοριζόταν από διάφορες έρευνες γύρω στο 7%-8%, ενώ σήμερα γύρω στο 15%, είναι φανερό ότι το μερίδιό τους διπλασιάστηκε. Μόλα ταύτα «το μερίδιο αυτό παραμένει μικρότερο, σε σχέση με τα ισχύοντα σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Αλλά το σημαντικό εν προκειμένω είναι να αντιληφθούμε την εξέλιξη της σχετικής τάσης, με βάση την αρχή ότι οι συνήθειες των καταναλωτών προσαρμόζονται σταδιακά και ακολουθούν τις αλλαγές της οικονομίας», τονίζει ο κ. Μπάλτας.

Εξάλλου, σήμερα οι καταναλωτές διαπιστώνεται ότι προχωρούν με μεγαλύτερη άνεση στην υποκατάσταση μαρκών που συνήθιζαν, στρεφόμενοι σε επιλογές προϊόντων χαμηλού κόστους, είτε φτηνών επώνυμων είτε private label. «Η άνοδος της ιδιωτικής ετικέτας είναι σταθερή τόσο από άποψη ανάπτυξης κωδικολογίου όσο και αύξησης της παρουσίας τους στο καλάθι αγορών του καταναλωτή. Σε αυτό συνετέλεσε κυρίως η δυναμική είσοδος στην ιδιωτική ετικέτα των παραδοσιακών αλυσίδων σούπερ μάρκετ, που στέρησαν το προνόμιο από τις εκπτωτικές», επισημαίνει ο συνομιλητής μας.

Οι ελληνικές ιδιορρυθμίες
Σύμφωνα με άλλο σημαντικό εύρημα της έρευνας, γενικά το αγοραστικό κοινό των σούπερ μάρκετ, στα περισσότερα κριτήρια αξιολόγησης των υπηρεσιών τους, εκφράζει την ικανοποίησή του. Για παράδειγμα, οι ερωτηθέντες φέτος δήλωσαν ικανοποίηση κατά το 90% για την ποιότητα των διατιθέμενων προϊόντων, όπως και για την ευκολία πρόσβασής τους στα καταστήματα, και κατά το 82% για την ατμόσφαιρα των χώρων πωλήσεων «ο βαθμός ικανοποίησης των πελατών είναι γενικά σταθερός τα τελευταία χρόνια, αλλά στο επίπεδο των τιμών είναι μειωμένος. Εντούτοις, ενώ το 2009 οι θετικές κρίσεις για το επίπεδο των τιμών εκφράζονταν από το 64% των ερωτηθέντων, φέτος διαπιστώσαμε μια μικρή βελτίωση αυτού του ποσοστού που διαμορφώθηκε στο 68% -πράγμα λογικό, δεδομένης της βελτίωσης των τιμών σε ορισμένα σημαντικά είδη πρώτης ανάγκης», παρατηρεί ο κ. Μπάλτας.

Ως προς τις διαφορές στην ικανοποίηση των τακτικών πελατών μεταξύ των αλυσίδων, σημειώνουμε ότι το ποσοστό όσων δήλωσαν φέτος «ικανοποιημένοι» ή «πολύ ικανοποιημένοι» ανήλθε στο 85% στην περίπτωση των μεγάλων αλυσίδων, συμπεριλαμβανομένων και των εκπτωτικών, και 73% στην περίπτωση των μικρών σούπερ μάρκετ, όπου, όπως εκτιμάται, οι πελάτες τους -ανεξαρτήτως βαθμού ικανοποίησης- τα προτιμούν, συνήθως λόγω εγγύτητας προς τον τόπο διαμονής τους, όταν δεν έχουν βολική εναλλακτική λύση.

«Αυτό εξηγεί το πώς επιβιώνουν στην αγορά μας τοπικά καταστήματα, τα οποία δεν έχουν άλλο ισχυρό πλεονέκτημα πέραν του ότι εξυπηρετούν περιοχές χωρίς κοντινές εναλλακτικές λύσεις. Οι έρευνές μας επιβεβαιώνουν ότι το κόστος, η δυσκολία των μετακινήσεων και η έλλειψη χρόνου στην καθημερινή ζωή διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή καταστήματος, με την έννοια ότι προτιμώνται τα πλησιέστερα σημεία πώλησης για αγορές που γίνονται πολύ συχνά», επισημαίνει ο κ. Μπάλτας.

Ενδιαφέρον για σταθερά καλές τιμές
Στη φετινή έρευνα του Εργαστηρίου Μάρκετινγκ του ΟΠΑ επιβεβαιώνεται διαχρονικά ότι από άποψη σπουδαιότητας κριτηρίων επιλογής προϊόντων πρωτεύουν στην αντίληψη του καταναλωτή η ποιότητα, η τιμή και η προέλευση των προϊόντων (η τελευταία συνδέεται, ίσως, με την αβεβαιότητα των Ελλήνων στο θέμα της ασφάλειας τροφίμων).

Όπως υπογραμμίζουν οι ερευνητές, «οι καταναλωτές δίνουν πολύ μεγαλύτερη σημασία στην τιμή από τις προσφορές. Αυτό σημαίνει ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για σταθερά καλές τιμές και λιγότερο για παροδικές προσφορές ή άλλες προωθητικές ενέργειες, που δεν οδηγούν σε χαμηλότερο κόστος απόκτησης. Η συσκευασία συγκεντρώνει το μικρότερο ενδιαφέρον ως κριτήριο επιλογής. Γενικά, οι καταναλωτές αναζητούν καλό συνδυασμό κόστους-αξίας (value for money)».

Επίσης, η φετινή έρευνα έδειξε ότι κατά το 58% οι καταναλωτές ψωνίζουν σταθερά από ένα σούπερ μάρκετ, κατά το 23,4% από δύο σούπερ μάρκετ, κατά το 14,6% από τρία και κατά το υπόλοιπο 4% από τέσσερα ή περισσότερα καταστήματα. Όπως συμπεραίνεται, η εναλλαγή καταστημάτων για τις αγορές των νοικοκυριών σχετίζεται με τις προσπάθειές τους για αποτελεσματικότερη κατανομή του προϋπολογισμού τους.

Sui generis αμαρτίες
Η συζήτησή μας με τον κ. Γιώργο Μπάλτα έγινε μερικές ημέρες πριν από την επίσημη διατύπωση του αιτήματος της χώρας για προσφυγή σε δανεισμό από τα ταμεία του ευρωπαϊκού «μηχανισμού στήριξης», με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, ενώ οι τιμές των σπρεντ «χτυπούσαν κόκκινο». Τον ρωτήσαμε, μεταξύ άλλων, για την, πιθανώς, ευρωπαϊκή διάσταση της ελληνικής «ασθένειας», με την έννοια της ομοιότητας των συμπτωμάτων της στον ευρωπαϊκό νότο. Ήταν ξεκάθαρος:

«Είναι αφελής η παρομοίωση της Ελλάδας με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα. Η ομοιότητα είναι επιφανειακή και περιορίζεται σε υψηλά ελλείμματα και δημόσιο χρέος, από τα οποία άλλωστε πάσχουν πολλές οικονομίες αναπτυγμένων κρατών. Αγνοείται έτσι η πολύ διαφορετική διάρθρωση των άλλων νοτιοευρωπαϊκών οικονομιών από τη δική μας.

Υπάρχει, άραγε, πεδίο σύγκρισής μας με την ιταλική οικονομία που έχει μεγάλη ιστορία στη βιομηχανία, συμμετοχή στους G8, φημισμένη και επώνυμη αγροτική παραγωγή και δυναμικές εξαγωγές υψηλής προστιθεμένης αξίας; Επίσης, μήπως βρισκόμαστε στην ίδια θέση με την ισπανική οικονομία της βιομηχανίας, του εξαγωγικού αγροτικού τομέα και του οργανωμένου τουρισμού; Αυτές οι χώρες μπορεί μεν να έχουν οξυμμένα δημοσιονομικά προβλήματα, αλλά η πραγματική τους οικονομία έχει ισχυρά παραγωγικά θεμέλια και μεγάλη δυναμική. Αντίθετα, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης, με αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης, μεγάλη έλλειψη ανταγωνιστικότητας και πολύ σοβαρά δομικά προβλήματα».

Ζητήσαμε, επίσης, το σχόλιό του για το αν είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί η απαίτηση του αποπληθωρισμού της εγχώριας αγοράς (μείωση τιμών, κόστους παραγωγής και γενικά διαβίωσης), όπως ζητά ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Όπως μας είπε, «η διαμόρφωση των τιμών είναι προϊόν της προσφοράς και της ζήτησης. Στην Ελλάδα είχαμε ταυτόχρονα αυξημένη ζήτηση και πληθωρισμό κόστους. Η ζήτηση ήταν τροφοδοτούμενη κυρίως από την πιστωτική επέκταση που "φούσκωνε" τις τιμές με δανεική ρευστότητα, ενώ παράλληλα η ανταγωνιστικότητα και η αποτελεσματικότητα της προσφοράς έπεφτε, οδηγώντας σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλού κόστους. Δεν νομίζω, όμως, ότι έφταιγαν οι αμοιβές των εργαζομένων που ήταν ήδη χαμηλότερες από άλλες χώρες.

Τώρα επείγει η αντιμετώπιση των ασφυκτικών δημοσιονομικών προβλημάτων, αλλά μετά πρέπει να επιχειρηθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εξασφαλισθεί το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων και να αποφύγουμε πολύ σοβαρή ύφεση. Πρέπει να αναγεννηθεί η πραγματική οικονομία. Πρέπει να παράγουμε. Το μοντέλο μίας χώρας που διώχνει τις επενδύσεις, δεν παράγει τίποτα, εισάγει τα πάντα με δανεικά και ανακυκλώνει υπηρεσίες μάς έδειξε πού ακριβώς καταλήγει»
.

σελφ σερβις (T. 395)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION