σελφ σερβις - Αγορά ειδών bazaar: Θέλει στρατηγική και τόλμη η κερδοφορία

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Αγορά ειδών bazaar: Θέλει στρατηγική και τόλμη η κερδοφορία

7 Απριλίου 2010 | 10:41 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά,Προϊόντα,Τάσεις

Αγορά ειδών bazaar: Θέλει στρατηγική και τόλμη η κερδοφορία

Το bazaar συχνά αντιμετωπίζεται ως επίφοβη παγίδα. «Ας ασχοληθούμε καλύτερα με τομείς, στους οποίους είμαστε ειδικοί. Το bazaar πλέον έχει ασύμφορα υψηλό ρίσκο!», υποστηρίζουν κάποιοι. Αλλά η απώλεια κερδών σε εποχές ισχνών αγελάδων αποδεικνύεται μεγαλύτερη παγίδα. Γι’ αυτό, ένας στόχος συμμετοχής των πωλήσεων του bazaar γύρω στο 10%-15% επί του συνολικού τζίρου ενός μεσαίου καταστήματος είναι ό,τι πρέπει για την τόνωση της μέσης κερδοφορίας του.

Κοντά στα τέλη της δεκαετίας του ’70, περίοδο της πρώτης ανθοφορίας των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, η πάλαι ποτέ Prisunic-Μαρινόπουλος εφάρμοσε στα καταστήματά της, κατά το γαλλικό πρότυπο, τις πωλήσεις ειδών bazaar. Η ιδέα, απλή. Μέσω του εμπλουτισμού του προϊοντικού μίγματος του καταστήματος με προϊόντα κερδοφορίας 40%-50%, όπως τα είδη bazaar, η αύξηση του μέσου κέρδους του είναι σίγουρη. Αν η επιχείρηση έχει την τεχνογνωσία να κάνει έναν στρατηγικά ισορροπημένο συνδυασμό προϊοντικού μίγματος (πχ τρόφιμα 60%-65%, είδη bazaar 35%-40%), σύντομα αποκτά το προβάδισμα από άποψη αποτελεσματικότητας και μεριδίων στον ανταγωνισμό της.

Η σχετική εμπειρία στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 εφαρμόστηκε από τις περισσότερες αλυσίδες του κλάδου -λίγο ή περισσότερο, με ασυνέπειες στρατηγικής, αλλά και προόδους στην απόκτηση τεχνογνωσίας και αξιοζήλευτες επιδόσεις. Άλλωστε, σε περίοδο αύξουσας καταναλωτικής διάθεσης των μεσαίων στρωμάτων, οι αυθόρμητες αγορές των ειδών bazaar (αγορές «ευημερίας, ψυχικής ανάτασης και στιγμιαίας ευχαρίστησης») υπόσχονται, ταυτόχρονα, την ανανέωση του καταναλωτικού ενδιαφέροντος, την πιστότητα στη φίρμα του καταστήματος, περισσότερα κέρδη, αλλά και διαφοροποίηση μάρκετινγκ.

Γιατί, πχ, τα γυαλικά ή τα λευκά είδη που αγοράζει η νοικοκυρά από το σούπερ μάρκετ δεν τα αγοράζει γιατί της λείπουν, αλλά γιατί της αρέσει το ντιζάιν -κι επειδή η γυναίκα κινεί το bazaar, το bazaar εκτός από φτηνή και πρακτική αγορά είναι ντιζάιν. Εξάλλου, ως προϊόντα υψηλής κερδοφορίας, τα προϊόντα bazaar μπορούν σε περιόδους προσφορών να «φτιάχνουν τη φήμη» του λιανέμπορου, προσφερόμενα μισοτιμής ή σε τιμή κόστους.

Επιφυλάξεις και αναπροσαρμογές
Την τελευταία δεκαετία, με τη στρατηγική στροφή των αλυσίδων σούπερ μάρκετ στα φρέσκα τρόφιμα, ως έναν βαθμό τα ράφια του bazaar μειώθηκαν -όχι παντού, κυρίως όχι στα υπέρ μάρκετ. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη μόδα του φρέσκου, που απαίτησε περισσότερα μέτρα ψυχόμενου ραφιού εις βάρος των ραφιών του bazaar, όσο στην ανάπτυξη των ειδικών καταστημάτων (κυρίως ένδυσης-υπόδησης και ηλεκτρικών συσκευών), τα οποία, διαθέτοντας μαζικά, φτηνά και σε ποικιλία τέτοια εισαγόμενα είδη, αύξησαν το ρίσκο της εμπόρευσής τους από τα σούπερ μάρκετ.

Θυμίζουμε πως τα φτηνά είδη ασιατικής προέλευσης, με τα συχνά προβλήματα ποιοτικών προδιαγραφών, ενώ αρχικά υπόσχονταν ευκαιρίες στις διοικήσεις των σούπερ μάρκετ, γρήγορα πολλές τις έφεραν σε αμηχανία και για κάποιες αποδείχθηκαν παγίδα.

Ως ενδιάμεση λύση, σε αρκετές περιπτώσεις προκρίθηκε, για λόγους διαφοροποίησης μάρκετινγκ, η σύνδεση επιλεγμένων κάθε φορά ειδών bazaar με τα προγράμματα πιστότητας ορισμένων αλυσίδων (πχ η απόκτηση σε ιδιαίτερα συμφέρουσες τιμές ενός σετ επώνυμων λευκών ειδών ή οικιακών σκευών, με την προσκόμιση ορισμένου αριθμού κουπονιών, ανάλογα με την αξία των αγορών του πελάτη για συγκεκριμένο διάστημα).

Ενίοτε η προσδοκία του κέρδους για την αλυσίδα που εφαρμόζει μια τέτοια ενέργεια αφορά αποκλειστικά στην τόνωση της πιστότητας των πελατών της, δηλαδή στο κίνητρο να αυξήσουν ή να πυκνώσουν τις αγορές τους από τα καταστήματά της. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, ένα κέρδος, λχ, της τάξης του 10%-15% για τον λιανέμπορο ανά μονάδα προσφερόμενου είδους έχει διπλό όφελος.

Κοντά στα τέλη της δεκαετίας του ’70, περίοδο της πρώτης ανθοφορίας των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, η πάλαι ποτέ Prisunic-Μαρινόπουλος εφάρμοσε στα καταστήματά της, κατά το γαλλικό πρότυπο, τις πωλήσεις ειδών bazaar. Η ιδέα, απλή. Μέσω του εμπλουτισμού του προϊοντικού μίγματος του καταστήματος με προϊόντα κερδοφορίας 40%-50%, όπως τα είδη bazaar, η αύξηση του μέσου κέρδους του είναι σίγουρη. Αν η επιχείρηση έχει την τεχνογνωσία να κάνει έναν στρατηγικά ισορροπημένο συνδυασμό προϊοντικού μίγματος (πχ τρόφιμα 60%-65%, είδη bazaar 35%-40%), σύντομα αποκτά το προβάδισμα από άποψη αποτελεσματικότητας και μεριδίων στον ανταγωνισμό της.

Η σχετική εμπειρία στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 εφαρμόστηκε από τις περισσότερες αλυσίδες του κλάδου -λίγο ή περισσότερο, με ασυνέπειες στρατηγικής, αλλά και προόδους στην απόκτηση τεχνογνωσίας και αξιοζήλευτες επιδόσεις. Άλλωστε, σε περίοδο αύξουσας καταναλωτικής διάθεσης των μεσαίων στρωμάτων, οι αυθόρμητες αγορές των ειδών bazaar (αγορές «ευημερίας, ψυχικής ανάτασης και στιγμιαίας ευχαρίστησης») υπόσχονται, ταυτόχρονα, την ανανέωση του καταναλωτικού ενδιαφέροντος, την πιστότητα στη φίρμα του καταστήματος, περισσότερα κέρδη, αλλά και διαφοροποίηση μάρκετινγκ.

Γιατί, πχ, τα γυαλικά ή τα λευκά είδη που αγοράζει η νοικοκυρά από το σούπερ μάρκετ δεν τα αγοράζει γιατί της λείπουν, αλλά γιατί της αρέσει το ντιζάιν -κι επειδή η γυναίκα κινεί το bazaar, το bazaar εκτός από φτηνή και πρακτική αγορά είναι ντιζάιν. Εξάλλου, ως προϊόντα υψηλής κερδοφορίας, τα προϊόντα bazaar μπορούν σε περιόδους προσφορών να «φτιάχνουν τη φήμη» του λιανέμπορου, προσφερόμενα μισοτιμής ή σε τιμή κόστους.

Επιφυλάξεις και αναπροσαρμογές
Την τελευταία δεκαετία, με τη στρατηγική στροφή των αλυσίδων σούπερ μάρκετ στα φρέσκα τρόφιμα, ως έναν βαθμό τα ράφια του bazaar μειώθηκαν -όχι παντού, κυρίως όχι στα υπέρ μάρκετ. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη μόδα του φρέσκου, που απαίτησε περισσότερα μέτρα ψυχόμενου ραφιού εις βάρος των ραφιών του bazaar, όσο στην ανάπτυξη των ειδικών καταστημάτων (κυρίως ένδυσης-υπόδησης και ηλεκτρικών συσκευών), τα οποία, διαθέτοντας μαζικά, φτηνά και σε ποικιλία τέτοια εισαγόμενα είδη, αύξησαν το ρίσκο της εμπόρευσής τους από τα σούπερ μάρκετ.

Θυμίζουμε πως τα φτηνά είδη ασιατικής προέλευσης, με τα συχνά προβλήματα ποιοτικών προδιαγραφών, ενώ αρχικά υπόσχονταν ευκαιρίες στις διοικήσεις των σούπερ μάρκετ, γρήγορα πολλές τις έφεραν σε αμηχανία και για κάποιες αποδείχθηκαν παγίδα.

Ως ενδιάμεση λύση, σε αρκετές περιπτώσεις προκρίθηκε, για λόγους διαφοροποίησης μάρκετινγκ, η σύνδεση επιλεγμένων κάθε φορά ειδών bazaar με τα προγράμματα πιστότητας ορισμένων αλυσίδων (πχ η απόκτηση σε ιδιαίτερα συμφέρουσες τιμές ενός σετ επώνυμων λευκών ειδών ή οικιακών σκευών, με την προσκόμιση ορισμένου αριθμού κουπονιών, ανάλογα με την αξία των αγορών του πελάτη για συγκεκριμένο διάστημα).

Ενίοτε η προσδοκία του κέρδους για την αλυσίδα που εφαρμόζει μια τέτοια ενέργεια αφορά αποκλειστικά στην τόνωση της πιστότητας των πελατών της, δηλαδή στο κίνητρο να αυξήσουν ή να πυκνώσουν τις αγορές τους από τα καταστήματά της. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, ένα κέρδος, λχ, της τάξης του 10%-15% για τον λιανέμπορο ανά μονάδα προσφερόμενου είδους έχει διπλό όφελος.


Ποιος φοβάται το bazaar
Παράγοντες της αγοράς προσδιορίζουν την κάμψη πωλήσεων της γενικής αγοράς του bazaar το 2009, λόγω της οικονομικής κρίσης, όχι πάνω από 3%. Η κάμψη αυτή είναι ασφαλώς μικρότερη της αντίστοιχης ανά ειδικό κλάδο ειδών του bazaar. Παρεμπιπτόντως, η ανάπτυξη του δικτύου των κινεζικών καταστημάτων, που λαχτάριζε μέχρι χτες όσους εμπορεύονται αντίστοιχα και παρεμφερή είδη, σήμερα βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Άρκεσε οι Έλληνες λιανέμποροι κι οι προμηθευτές του τομέα να ρίξουν κάπως τις τιμές τους, για να αρχίσει να... δυστροπεί ο καταναλωτής με «την ευτελή ποιότητα των ειδών και τη βαριά μυρωδιά της κινέζικης αποθήκης».

Πολλούς τους αποθαρρύνει η ιδέα ότι μπροστά στα πλεονεκτήματα των πολυεθνικών λιανεμπορικών αλυσίδων, που τους εξασφαλίζει η απευθείας μαζική εισαγωγή ειδών bazaar (πχ 80 κοντέινερ κινέζικα ρούχα ή πιάτα κοκ για όλη την Ευρώπη), εμφανίζουν εκ των προτέρων έλλειμμα ανταγωνιστικότητας στα συγκεκριμένα είδη.

Υποστηρίζουν ότι, ακόμα και αν αποτολμούσαν να κάνουν ιδιωτικά αντίστοιχες εισαγωγές, παρακάμπτοντας τους μεγαλοεισαγωγείς, και πάλι οι ποσότητες των παραγγελιών τους δεν θα δικαιολογούσαν την απαίτηση αντίστοιχων πλεονεκτημάτων με τους πανευρωπαϊκούς παραγγελιοδότες. Και αναρωτιούνται: ποιος μη ειδικός στον τομέα διακινδυνεύει σήμερα να στοκάρει στις αποθήκες του εμπόρευμα πληρωμένο τοις μετροιτοίς, που δεν ξέρει ούτε την ταχύτητα ροής του ούτε καν αν η ζήτηση το αποδεχτεί; Υπάρχουν, λένε, κάποιοι που την «πάτησαν και ακόμα το φυσάνε και δεν κρυώνει»!...

Είναι και κάποια άλλα ερωτήματα, όμως, που τους βασανίζουν: ποιος μπορεί να αποφανθεί με σχετική ασφάλεια σχετικά με τις επερχόμενες τάσεις της μόδας στα διαφορετικά είδη του bazaar, ώστε να οργανώσει παραγγελίες προϊόντων, που «δεν θα φτύσει αίμα για να τα σπρώξει»; Δεδομένου ότι το bazaar απαιτεί μια σεβαστή έκταση ραφιού -αν, φυσικά, μιλούμε για στρατηγική αντιμετώπισή του-, πόσο συμφέρει τον λιανέμπορο να «δίνει ράφι» σε ευτελούς μεν αξίας, αλλά ευπώλητα είδη, που αθροιστικά η κερδοφορία τους αφήνει την εντύπωση του «πολύ κακό για το τίποτε»; Πόσες και ποιες από τις υποκατηγορίες του bazaar πρέπει κανείς να τις θεωρεί ως «ροής», δηλαδή σταθερής κίνησης όλο τον χρόνο, ώστε να εντάξει τους βασικούς κωδικούς τους στα ράφια του;

Αγορά υψηλού ρίσκου
Η πρώτη απάντηση, που πρέπει να συνοδεύει όλες τις άλλες, λένε οι γνωρίζοντες, είναι ότι η εν λόγω αγορά έχει ούτως ή άλλως υψηλό ρίσκο, καθώς δεν υποστηρίζεται από συστηματικές έρευνες αγοράς.

Επομένως, η απόφαση για τη στρατηγική ανάπτυξή της προϋποθέτει επένδυση σε αγοραστές με χρόνια εμπειρία στο αντικείμενο, ώστε η διαίσθησή τους να μην παράγεται από την προσωπική προτίμηση για το ένα ή το άλλο είδος, αλλά να ενισχύεται από τη γνώση των επιθυμιών του πελάτη της αλυσίδας στην οποία δουλεύει. Αλλιώς, τα στοκ είναι μάλλον βέβαια...

Φυσικά, η ασφαλέστερη μέθοδος πρόβλεψης των αντιδράσεων της ζήτησης ανά είδος είναι η μελέτη του σχετικού ιστορικού της εταιρείας -όταν υπάρχει. Αυτό, όμως, που σίγουρα μπορεί να εντοπιστεί και να μελετηθεί πριν από κάθε πρωτοβουλία είναι οι επιλογές των ανταγωνιστών. Στο κάτω-κάτω η περιστασιακή αποτυχία ενός προϊόντος, που ανήκει σε μια κατηγορία υψηλής κερδοφορίας, αντισταθμίζεται ακριβώς από το υψηλό ποσοστό κέρδους που αυτή προσφέρει -φτάνει οι αποτυχίες να είναι περιστασιακές...

Οι υπηρεσίες των μεγαλοεισαγωγέων
Αν κανείς εξαιρέσει τις αλυσίδες πανευρωπαϊκής διανομής, οι οποίες δεν εισάγουν ιδιωτικά το σύνολο των ειδών bazaar που εμπορεύονται, παρά έναν μάλλον περιορισμένο αριθμό κωδικών (πχ τα έτοιμα ρούχα, στα οποία μπορούν έτσι να αποσπούν ακόμα υψηλότερο ποσοστό κέρδους), οι υπόλοιπες αλυσίδες αποφεύγουν πλέον τις απευθείας εισαγωγές. Όχι μόνο λόγω πικρής εμπειρίας και ελλείμματος εξειδίκευσης, ούτε επειδή το διαπραγματευτικό όφελος της μικρής παραγγελίας είναι αντίστοιχα μικρό -πράγματα το δίχως άλλο σωστά-, αλλά και γιατί το περιθώριο αποπληρωμής του εγχώριου μεγαλοεισαγωγέα φτάνει τις 120 ημέρες, όταν ο παραγωγός στην αλλοδαπή, αν δεν ζητά «εδώ και τώρα» την αμοιβή του, δίνει προθεσμία το πολύ ενός μηνός.

Επίσης, η δουλειά του μεγαλοεισαγωγέα είναι να προβλέπει τις τάσεις της μόδας για λογαριασμό των πελατών του «πριν απ’ αυτούς, γι’ αυτούς». Στην ουσία γι’ αυτό πληρώνεται. Διότι για την εισαγωγή φέτος, πχ, ενός πασχαλινού είδους, οι συνεργάτες του έχουν ήδη διαμορφωμένη άποψη από το προηγούμενο καλοκαίρι. Πρόκειται για ανθρώπους που γνωρίζουν το δυτικοευρωπαϊκό designing, στο οποίο βασίζεται η ασιατική παραγωγή, καλύτερα από τον καθέναν.

Εξάλλου, με τον μεγαλοεισαγωγέα ο αγοραστής πάντα έχει τα περιθώρια να παζαρέψει τουλάχιστον ένα μικρό ποσοστό επιστροφής της παραγγελίας του, εάν η ζήτηση του προϊόντος δεν εξελιχθεί κατά το δοκούν. Εν προκειμένω, πάντως, ο σώφρων λιανέμπορος πρέπει να είναι σε ετοιμότητα να προωθήσει ένα τέτοιο εμπόρευμα προς πώληση με γενναία έκπτωση όσο το δυνατόν ταχύτερα, δηλαδή «πριν δει σκόνη στο ράφι του».

Η «ολοκληρωμένη συλλογή ραφιού»
Όλα τα ευπώλητα είδη -και τα πιο φτηνά- είναι πόλος έλξης των καταναλωτών, γιατί ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Άρα, ο λιανέμπορος οφείλει να τους αφιερώνει μέρος των ραφιών του, αρκεί να αντισταθμίζει τη δυσφορία του για τον χαμηλό αθροιστικά τζίρο τους, με την εν παραλλήλω έκθεση άλλων, ευπώλητων μεν, αλλά ακριβών ειδών.

Για παράδειγμα, ο τζίρος από την πώληση μερικών μπουφάν αντισταθμίζει με το παραπάνω τις πωλήσεις των καθ’ όλα απαραίτητων φλιτζανιών, πιάτων, ποτηριών κοκ. Αυτή είναι, άλλωστε, η σημασία της «ολοκληρωμένης συλλογής ραφιού». Και αυτή, τουλάχιστον για ορισμένες υποκατηγορίες ειδών bazaar, με πρώτη των ειδών οικιακής χρήσης (ποτήρια, πιάτα, κούπες γυάλινα και πλαστικά), είναι απαραίτητο να εκφράζεται μόνιμα στα ράφια του καταστήματος. Αρκούν οι 10-15 βασικοί κωδικοί ειδών κάθε υποκατηγορίας, ανάλογα με το μέγεθος και τη στρατηγική του καταστήματος, για να προσδιορίσουν στρατηγικά μια «ολοκληρωμένη συλλογή ειδών bazaar», μεταξύ των υπολοίπων κατηγοριών προϊόντων «ροής» μιας μέσης σάλας πωλήσεων.

Ένας ισορροπημένος και προσοδοφόρος στόχος
Σε κάποιες μεγάλες αίθουσες πωλήσεων η κατηγορία του bazaar έχει, ενδεχομένως, φτάσει στα όρια της ανάπτυξής της, αλλά η λύση της περιοδικής ανανέωσης των ειδών αποδίδει δοκιμασμένα. Όμως το κατάστημα μεταξύ 400 τμ και 800 τμ, από άποψη ανάπτυξης της κατηγορίας, βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο, έχοντας πολύ μεγάλα περιθώρια για τη βελτίωση της κερδοφορίας του. Ένας στόχος συμμετοχής των πωλήσεων του τμήματος bazaar γύρω στο 10%-15% επί του συνολικού τζίρου ενός μεσαίου καταστήματος θεωρείται μια ισορροπημένη και προσοδοφόρα για την κερδοφορία του λύση.

Κι εν πάση περιπτώσει, στους δύσκολους καιρούς που περνά σήμερα το λιανεμπόριο οι δύο πηγές, από τις οποίες μπορεί να αντλεί υπολογίσιμα κέρδη χωρίς «να φτύνει αίμα», είναι οι αγορές των private label και του bazaar.

Η ταυτότητα του bazaar
Η έννοια του bazaar κατήντησε περίπου σαν τον φούρνο του Χότζα: ανάλογα με το πώς ο καθένας την εννοεί για τα μαγαζιά του, αξιώνει να την εννοούν κι οι άλλοι.

Εμείς, για λόγους ιστορικής συνέπειας, συνοψίζουμε ότι η αγορά των ειδών του bazaar για το μεσαίο και μεγάλο σούπερ μάρκετ διαθέτει τις ακόλουθες πέντε ζώνες εποχικών ειδών:
• Χριστουγεννιάτικη, που είναι η πιο προσοδοφόρα.
• Αποκριάτικη.
• Πασχαλινή.
• Καλοκαιρινή, που έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια (ένα πεντάμηνο) και αντίστοιχες δυνατότητες χειρισμού.
• Σχολικών ειδών.

Ως υποκατηγορίες περιλαμβάνει τα είδη ένδυσης-υπόδησης, τα οικιακά είδη (ως χρήσεως και ως δώρα), τα λευκά είδη, τα είδη ταξιδιού, τα εποχικά είδη των προαναφερόμενων ζωνών, τα είδη αυτοκινήτου (πλατο-καθίσματα, πατάκια, καθρέφτες, διάφορα αξεσουάρ), μικρές ηλεκτρικές συσκευές (μίξερ, αποχυμωτές, καφετιέρες, λεμονοστύφτες, σίδερο σιδερώματος), όπως και πολλά από τα είδη κιγκαλερίας (είδη τζακιού, παντός είδους ηλεκτρολογικά υλικά, είδη κήπου, μπαταρίες κλπ).

Ευκαιριακές ενέργειες του τύπου «σήμερα φέρνω τραπέζια, ύστερα από 15 ημέρες παμπλωματοθήκες κοκ» δεν συνιστούν στρατηγική τμήματος bazaar. Χωρίς μονιμότητα ποικιλίας ειδών, που έλκει τη ζήτηση, χωρίς συνδυαστική σχετική μελέτη (στρατηγική σύνθεση μίγματος, χώροι ανά κατάστημα, στρατηγική μάρκετινγκ κλπ) τμήμα πωλήσεων ειδών bazaar δεν υφίσταται...

Ευχαριστούμε για τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των στοιχείων του ρεπορτάζ και για τις παρατηρήσεις τους τον κ. Χάρη Κυρλή, εμπορικό διευθυντή του ομίλου Βερόπουλος, την κα Ρουμπίνη Βλαχοπούλου, αγοράστρια ειδών bazaar του ομίλου αγορών Ελληνική Διατροφή Coop, καθώς και άλλα στελέχη του κλάδου, που επέμειναν να διαφυλάξουμε την ανωνυμία τους.

σελφ σερβις (T. 393)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION