σελφ σερβις - Eλληνικά Προιόντα: Σημαντική και πιο συνειδητή η προτίμησή τους

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Eλληνικά Προιόντα: Σημαντική και πιο συνειδητή η προτίμησή τους

10 Σεπτεμβρίου 2013 | 11:19 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Έρευνα

Στη συντριπτική πλειονότητά μας οι Έλληνες αναγνωρίζουμε τη διέξοδο από την κρίση στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας μας και προτιμούμε τα ελληνικά προϊόντα, συνδέοντας την αγορά τους με τη στήριξη της οικονομίας μας και των θέσεων εργασίας. Παρ’ ότι μειώσαμε τις αγορές μας, τα αγοράζουμε όλο και περισσότερο, ενώ αξιώνουμε γι’ αυτά ένα επίσημο σήμα-εγγυητή του «Made in Greece», σύμφωνα με την πρόσφατη πανελλήνια έρευνα «Καταναλωτής και Ελληνικό Προϊόν».

Την έρευνα διενήργησε για δεύτερη χρονιά φέτος η ερευνητική ομάδα του ΜΒΑ Διοίκησης Επιχειρήσεων Τροφίμων του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδος υπό τον σχεδιασμό και συντονισμό των κ.κ. Γιώργου Μπάλτα, καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Προκόπη Θεοδωρίδη, επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας. Το αντικείμενο της έρευνας, που διεξήχθη κατά το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου φέτος επί δείγματος 1.860 καταναλωτών από όλη τη χώρα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, ήταν η ανίχνευση της αγοραστικής συμπεριφοράς και των αντιλήψεων του Έλληνα καταναλωτή, σχετικά με τα ελληνικά προϊόντα.

Εμπιστοσύνη στις παραγωγικές μας δυνατότητες

Τα εμπλουτισμένα φέτος πεδία της έρευνας (νέα ερωτήματα) πιστοποιούν μια ταυτότητα αντιλήψεων της κοινής γνώμης σε υψηλότατα ποσοστά, μεταξύ 80% και 90%, σχετικά με το ότι η χώρα μας έχει πάμπολλες αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες (85%), ότι θα μπορούσε να έχει αναπτύξει περισσότερο τη βιομηχανική της παραγωγή (83%) και κυρίως τη γεωργία της (90%), τα προϊόντα της οποίας προσφέρουν «ένα από τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας» (84%).

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι αρνητικές σχετικές απόψεις κυμαίνονται μόλις μεταξύ 2% και 4%, δηλαδή την απόσταση σχεδόν μέχρι την καθολικότητα των θετικών απαντήσεων την καλύπτουν δηλώσεις «ουδέτερης άποψης» (8%-13%), που κατά πάσα πιθανότητα εκφράζουν την επιφύλαξη ή την άγνοια, όχι όμως την άρνηση. Το μήνυμα, επομένως, της κοινής γνώμης είναι η αμέριστη εμπιστοσύνη στις παραγωγικές δυνατότητες του τόπου, πράγμα που η οικονομική πολιτική οφείλει να μετατρέψει σε πίστη στις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, ευνοώντας, δηλαδή, την ανάπτυξή τους, προς όφελος της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας μας.

Τούτο, άλλωστε, πιστοποιεί το 71% των θετικών απαντήσεων στην καθαρή θέση ότι «η έξοδος από την κρίση είναι η ανασυγκρότηση της ελληνικής παραγωγής», ενώ η ουδετερότητα άποψης κατά 22% εκφράζει, δικαιούμαστε να εικάσουμε, την επιφύλαξη όχι μόνο ένεκα άγνοιας, αλλά και ελλείμματος πίστης αναφορικά με την ικανότητα ή την προθετικότητά μας για ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας σε ό,τι αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Οι αρνητικές απαντήσεις, σημειώνουμε, περιορίστηκαν μόλις στο 7%.

Εξόχως σημαντικό είναι το υψηλό επίπεδο θετικών κρίσεων, κατά 86%, ότι «η Ελλάδα πρέπει να εξάγει περισσότερα προϊόντα και να εισάγει λιγότερα» (αρνητικές κρίσεις 3%, ουδέτερες 11%) και, κατά 80%, ότι «μια χώρα με ισχυρή βιομηχανία είναι περισσότερο δυνατή και ανεξάρτητη» (αρνητικές κρίσεις 5%, ουδέτερες 15%). Η σχετική πεποίθηση της κοινής γνώμης φαίνεται ότι έχει «ψηθεί» στο καμίνι των επιπτώσεων της κρίσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και του χρόνιου ελλείμματος του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου που, σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση της όποιας παραγωγικής βάσης της Ελλάδας τις τελευταίες δεκαετίες, εκδηλώθηκαν ως κρίση δημόσιου χρέους.

Υπεροχή του ιδεολογικού-κοινωνικού κριτηρίου

Τα προαναφερόμενα ως κοινή πεποίθηση αντανακλούν στις ειδικές προτιμήσεις των Ελλήνων καταναλωτών σε ό,τι αφορά τα ελληνικά προϊόντα. Πράγματι, κατά το 67% οι ερωτώμενοι του δείγματος, δηλαδή οι δύο στους τρεις, δήλωσαν την προτίμησή τους περισσότερο γι’ αυτά έναντι των εισαγόμενων. Μόνο ο ένας στους τρεις καταναλωτές (33%) δεν συνδέει την προτίμησή του για ένα προϊόν με την προέλευσή του. Έχει σημασία, ωστόσο, το ότι από αυτούς που συνειδητά προτιμούν περισσότερο τα εγχώρια προϊόντα κατά το 77% αιτιολόγησαν τη στάση τους με την άποψη «διότι στηρίζουν την παραγωγή στην Ελλάδα».

Κατά το 34% την αιτιολόγησαν με την άποψη «διότι είναι ποιοτικότερα από τα εισαγόμενα» και κατά το 16% με την απάντηση «διότι είναι φθηνότερα από τα εισαγωγής». Η προφανής υπεροχή του ιδεολογικού-κοινωνικού κριτηρίου στη σχετική κρίση του καταναλωτή τον ωθεί κατά 86% να καταφάσκει στην πρόταση «όταν βρίσκω ελληνικά προϊόντα τα προτιμώ από τα εισαγόμενα», έναντι ενός 14% αρνητικών απαντήσεων.

Το σχετικό ποσοστό 87% στην αντίστοιχη περσινή έρευνα πιστοποιεί ότι η εν λόγω τάση είναι σταθερή, τουλάχιστον την τελευταία διετία (στατιστικές αποκλίσεις της τάξης του 1%-1,5%, κινούμενες εντός των ορίων του τυχαίου, δεν δηλώνουν διαφοροποίηση). Κάτι αντίστοιχο συμπεραίνεται από την κατά 79% θετική κρίση (80% πέρυσι) στην πρόταση «αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα βοηθώ στη μείωση της ανεργίας» (αρνητικές κρίσεις 6%), ενώ η κατά 88% καταφατική απάντηση (έναντι 83% πέρυσι) στην πρόταση «αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα στηρίζω την ελληνική οικονομία» απηχεί την καθολική εμπέδωση της σημασίας της ελληνικής παραγωγής για το μέλλον της χώρας.

Την έρευνα διενήργησε για δεύτερη χρονιά φέτος η ερευνητική ομάδα του ΜΒΑ Διοίκησης Επιχειρήσεων Τροφίμων του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδος υπό τον σχεδιασμό και συντονισμό των κ.κ. Γιώργου Μπάλτα, καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Προκόπη Θεοδωρίδη, επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας. Το αντικείμενο της έρευνας, που διεξήχθη κατά το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου φέτος επί δείγματος 1.860 καταναλωτών από όλη τη χώρα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, ήταν η ανίχνευση της αγοραστικής συμπεριφοράς και των αντιλήψεων του Έλληνα καταναλωτή, σχετικά με τα ελληνικά προϊόντα.

Εμπιστοσύνη στις παραγωγικές μας δυνατότητες

Τα εμπλουτισμένα φέτος πεδία της έρευνας (νέα ερωτήματα) πιστοποιούν μια ταυτότητα αντιλήψεων της κοινής γνώμης σε υψηλότατα ποσοστά, μεταξύ 80% και 90%, σχετικά με το ότι η χώρα μας έχει πάμπολλες αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες (85%), ότι θα μπορούσε να έχει αναπτύξει περισσότερο τη βιομηχανική της παραγωγή (83%) και κυρίως τη γεωργία της (90%), τα προϊόντα της οποίας προσφέρουν «ένα από τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας» (84%).

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι αρνητικές σχετικές απόψεις κυμαίνονται μόλις μεταξύ 2% και 4%, δηλαδή την απόσταση σχεδόν μέχρι την καθολικότητα των θετικών απαντήσεων την καλύπτουν δηλώσεις «ουδέτερης άποψης» (8%-13%), που κατά πάσα πιθανότητα εκφράζουν την επιφύλαξη ή την άγνοια, όχι όμως την άρνηση. Το μήνυμα, επομένως, της κοινής γνώμης είναι η αμέριστη εμπιστοσύνη στις παραγωγικές δυνατότητες του τόπου, πράγμα που η οικονομική πολιτική οφείλει να μετατρέψει σε πίστη στις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, ευνοώντας, δηλαδή, την ανάπτυξή τους, προς όφελος της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας μας.

Τούτο, άλλωστε, πιστοποιεί το 71% των θετικών απαντήσεων στην καθαρή θέση ότι «η έξοδος από την κρίση είναι η ανασυγκρότηση της ελληνικής παραγωγής», ενώ η ουδετερότητα άποψης κατά 22% εκφράζει, δικαιούμαστε να εικάσουμε, την επιφύλαξη όχι μόνο ένεκα άγνοιας, αλλά και ελλείμματος πίστης αναφορικά με την ικανότητα ή την προθετικότητά μας για ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας σε ό,τι αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Οι αρνητικές απαντήσεις, σημειώνουμε, περιορίστηκαν μόλις στο 7%.

Εξόχως σημαντικό είναι το υψηλό επίπεδο θετικών κρίσεων, κατά 86%, ότι «η Ελλάδα πρέπει να εξάγει περισσότερα προϊόντα και να εισάγει λιγότερα» (αρνητικές κρίσεις 3%, ουδέτερες 11%) και, κατά 80%, ότι «μια χώρα με ισχυρή βιομηχανία είναι περισσότερο δυνατή και ανεξάρτητη» (αρνητικές κρίσεις 5%, ουδέτερες 15%). Η σχετική πεποίθηση της κοινής γνώμης φαίνεται ότι έχει «ψηθεί» στο καμίνι των επιπτώσεων της κρίσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και του χρόνιου ελλείμματος του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου που, σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση της όποιας παραγωγικής βάσης της Ελλάδας τις τελευταίες δεκαετίες, εκδηλώθηκαν ως κρίση δημόσιου χρέους.

Υπεροχή του ιδεολογικού-κοινωνικού κριτηρίου

Τα προαναφερόμενα ως κοινή πεποίθηση αντανακλούν στις ειδικές προτιμήσεις των Ελλήνων καταναλωτών σε ό,τι αφορά τα ελληνικά προϊόντα. Πράγματι, κατά το 67% οι ερωτώμενοι του δείγματος, δηλαδή οι δύο στους τρεις, δήλωσαν την προτίμησή τους περισσότερο γι’ αυτά έναντι των εισαγόμενων. Μόνο ο ένας στους τρεις καταναλωτές (33%) δεν συνδέει την προτίμησή του για ένα προϊόν με την προέλευσή του. Έχει σημασία, ωστόσο, το ότι από αυτούς που συνειδητά προτιμούν περισσότερο τα εγχώρια προϊόντα κατά το 77% αιτιολόγησαν τη στάση τους με την άποψη «διότι στηρίζουν την παραγωγή στην Ελλάδα».

Κατά το 34% την αιτιολόγησαν με την άποψη «διότι είναι ποιοτικότερα από τα εισαγόμενα» και κατά το 16% με την απάντηση «διότι είναι φθηνότερα από τα εισαγωγής». Η προφανής υπεροχή του ιδεολογικού-κοινωνικού κριτηρίου στη σχετική κρίση του καταναλωτή τον ωθεί κατά 86% να καταφάσκει στην πρόταση «όταν βρίσκω ελληνικά προϊόντα τα προτιμώ από τα εισαγόμενα», έναντι ενός 14% αρνητικών απαντήσεων.

Το σχετικό ποσοστό 87% στην αντίστοιχη περσινή έρευνα πιστοποιεί ότι η εν λόγω τάση είναι σταθερή, τουλάχιστον την τελευταία διετία (στατιστικές αποκλίσεις της τάξης του 1%-1,5%, κινούμενες εντός των ορίων του τυχαίου, δεν δηλώνουν διαφοροποίηση). Κάτι αντίστοιχο συμπεραίνεται από την κατά 79% θετική κρίση (80% πέρυσι) στην πρόταση «αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα βοηθώ στη μείωση της ανεργίας» (αρνητικές κρίσεις 6%), ενώ η κατά 88% καταφατική απάντηση (έναντι 83% πέρυσι) στην πρόταση «αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα στηρίζω την ελληνική οικονομία» απηχεί την καθολική εμπέδωση της σημασίας της ελληνικής παραγωγής για το μέλλον της χώρας.


Αξιολόγηση ποιοτικών χαρακτηριστικών

Όμως, η καταφατική απάντηση κατά 57% στην πρόταση «τα ελληνικά προϊόντα προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια», έναντι 49% στην περσινή έρευνα (σαφή διαφωνία φέτος εξέφρασε το 9% έναντι 15% πέρυσι), επιβεβαιώνει την αύξουσα εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα ποιοτικά στοιχεία των ελληνικών προϊόντων. Άλλωστε, τούτο το επικυρώνει η κατά 61% θετική κρίση στην πρόταση «τα ελληνικά προϊόντα έχουν καλύτερη ποιότητα», έναντι 50% πέρυσι (σαφή διαφωνία φέτος εξέφρασε μόλις το 8% έναντι 12% πέρυσι).

Συνεπώς διαπιστώνεται μια τάση προσανατολισμού της καταναλωτικής αξιολόγησης από το γενικό επίπεδο αποδοχής των ελληνικών προϊόντων (ιδεολογικό-κοινωνικό κριτήριο) στα ειδικά κριτήρια επιλογής προϊόντων, που διατηρούν τη σημασία τους στην αγοραστική συμπεριφορά ανεξαρτήτως της οικονομικής συγκυρίας. Εναπόκειται στο μάρκετινγκ και τις καινοτομίες των ελληνικών προϊόντων να περιορίσουν με την πειθώ τους τα σχετικώς υψηλά ποσοστά των ουδέτερων κρίσεων (31%, 34%).

Στην κρίσιμη ερώτηση «εδώ και πόσο καιρό αγοράζετε ελληνικά προϊόντα;» κατά το 45,8% οι ερωτώμενοι απάντησαν «από την έναρξη της κρίσης», δηλαδή από το 2008, το 37,2% «τον τελευταίο χρόνο», το 8,9% «τους τελευταίους έξι μήνες» και το 8,1% «τους τελευταίους δυο-τρεις μήνες». Δηλαδή, κατά το 54% οι νυν αγοραστές ελληνικών προϊόντων προσάρμοσαν την καταναλωτική τους συμπεριφορά –με όρους ιδεολογικής- κοινωνικής συνειδητοποίησης, εκλέπτυνσης των κριτηρίων τους σε ό,τι αφορά την αναγνώριση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ελληνικών προϊόντων και με όρους οικονομίας– μόλις τον τελευταίο χρόνο, περίοδο περαιτέρω επιδείνωσης των επιπτώσεων της κρίσης.

Κατά περίπτωση προϊοντικής κατηγορίας «αγοραστές ελληνικών προϊόντων» δήλωσαν κατά το 87% οι ερωτώμενοι για τα φρέσκα τρόφιμα και τα είδη μαναβικής, κατά το 85% για τα γαλακτοκομικά, κατά το 75% για τα αρτοσκευάσματα, κατά το 69% για το κρασί και κατά το 68% για τα αναψυκτικά, χυμούς και νερά. Αντίστοιχα «αγοραστές εισαγόμενων προϊόντων» δήλωσαν εύλογα κατά το 92% για τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, κατά το 88% για τις ηλεκτρικές συσκευές, κατά το 85% για τα αξεσουάρ, κατά το 79% για τα κοσμήματα και κατά το 76% για τη γραφική ύλη.

Αμυντικό πρότυπο καταναλωτικής συμπεριφοράς

Σχολιάζοντας οι ερωτώμενοι την αγοραστική τους συμπεριφορά, συγκριτικά με το 2012, κατά το 73% δήλωσαν ότι «οι αγορές μου φέτος θα είναι μάλλον λιγότερες», κατά το 21% ότι «θα είναι αντίστοιχες των περσινών» και κατά το 6% ότι θα αυξηθούν. Μάλιστα, ειδικά ως προς τις αγορές των τροφίμων –τον πυρήνα των ανελαστικών δαπανών του νοικοκυριού– κατά το 45% οι ερωτώμενοι δήλωσαν ότι φέτος «θα μειώσω και τις δαπάνες μου για τρόφιμα», κατά το 26% ότι θα τις διατηρήσουν στο επίπεδο του 2012 και κατά το 29% ότι θα τις αυξήσουν.

Είναι εν προκειμένω προφανές ότι οι αντιδράσεις των καταναλωτών δεν απηχούν μόνο ψυχολογικές διαθέσεις, αλλά την πραγματική εισοδηματική κατάσταση των νοικοκυριών και την παγίωση κατά πάσα πιθανότητα των χαρακτηριστικών ενός αμυντικού προτύπου καταναλωτικής συμπεριφοράς. Μάλιστα, η συμφωνία των ερωτώμενων κατά το 84% με τη θέση ότι φέτος «συγκρίνω περισσότερο και προσέχω τις τιμές των προϊόντων που αποφασίζω» (12% υποστήριξαν ότι δεν άλλαξαν συμπεριφορά σε σχέση με πέρυσι και μόλις 4% δήλωσαν τη διαφωνία τους) αποτελεί μια εμπεδωμένη και συντριπτικά πλειοψηφική τάση, όπως τεκμαίρεται και από ποικίλες άλλες έρευνες. Άλλωστε, κατά τα ίδια ποσοστά οι ερωτώμενοι απάντησαν (καταφατικά, ουδέτερα κι αρνητικά) στην πρόταση «αναζητώ πιο συχνά τις προσφορές».

Αξίωση για έγκυρο σήμα «Made in Greece»

Είναι αξιοσημείωτο ότι με την πρόταση «είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το σήμα «ελληνικό προϊόν» δηλώνει προϊόν ελληνικής προέλευσης» συμφώνησε μόνο το 42% των ερωτώμενων, ενώ κατά το 25% διαφώνησαν και κατά το 33% διατύπωσαν ουδέτερη κρίση. Επίσης, μόνο κατά το 59% συμφώνησαν με την πρόταση ότι «αναγνωρίζω εύκολα τα ελληνικά προϊόντα σε ένα ράφι του σούπερ μάρκετ», έναντι 41% που διαφώνησαν.

Τα σχετικά ευρήματα εκπέμπουν σήμα προειδοποίησης στο μάρκετινγκ των ελληνικών προϊόντων ως προς τη διαύγεια των μηνυμάτων τους, σχετικά με τη γνησιότητα της ελληνικότητάς τους, και ίσως σήμα αμηχανίας (αν όχι δυσφορίας) για την επικοινωνιακή κατάχρηση των εννοιών που συνοδεύουν την ελληνικότητα. Είναι, άλλωστε, γνωστό εν προκειμένω ότι η εσκεμμένη ή όχι επικοινωνιακή ασάφεια υποθάλπει την καχυποψία περί επίφασης της ελληνικότητας ορισμένων προϊόντων καθιερωμένων ως ελληνικών, χωρίς να είναι.

Τούτο, άλλωστε, το επιβεβαιώνει η κατά το 95% εκφρασμένη συμφωνία των ερωτώμενων να υπάρξει ένα επίσημο, δηλαδή απολύτως έγκυρο, σήμα για τα προϊόντα «ελληνικής κατασκευής/παρασκευής». Μάλιστα, κατά το 96% οι καταναλωτές συμφωνούν ότι πρέπει «να αναγράφεται καθαρά η χώρα προέλευσης σε όλα τα προϊόντα» (96%).

Σε κάθε περίπτωση το καθοριστικό είναι η δηλωμένη επιθυμία του 97% των ερωτώμενων να βλέπουν «περισσότερα ελληνικά προϊόντα στα ράφια των καταστημάτων» και κυρίως η δηλωμένη πρόθεσή τους κατά το συντριπτικό 94% ότι «θα συνεχίσω να αγοράζω ελληνικά προϊόντα και στο μέλλον». Είναι εντυπωσιακό, πάντως, ότι όταν αυτή η τελευταία καταφατική πρόταση μετατρέπεται σε ερωτηματική, θετικά εξακολουθεί να απαντά το 83% των Ελλήνων καταναλωτών. Όχι πως το 83% δεν είναι συντριπτικό ποσοστό, αλλά επιβεβαιώνεται έτσι ότι το υποκείμενο της έρευνας δεν απαντά ποτέ «αυτονόητα» για τα ίδια πράγματα, όταν του τίθενται με διαφορετικό τρόπο...

σελφ σερβις (T. 430)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION