σελφ σερβις - Βόρεια Ελλάδα: Επιταχύνεται η διείσδυση των PL

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Βόρεια Ελλάδα: Επιταχύνεται η διείσδυση των PL

26 Οκτωβρίου 2011 | 13:51 Γράφει ο Δημήτρης  Διαμαντίδης Topics: Τάσεις

Βόρεια Ελλάδα: Επιταχύνεται η διείσδυση των PL

Ποιότητα ή συμβιβασμός ποιότητας και τιμής; Το σίγουρο είναι πως τα προϊόντα PL έχουν βρει τον δρόμο για το καλάθι της νοικοκυράς, όποια κι αν είναι η «συνταγή» της επιτυχίας τους. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά υπέρ τους, με κυριότερο το τιμολογιακό πλεονέκτημα, που στις ημέρες μας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Θα τη μεγιστοποιήσει ασφαλώς το γεγονός, ότι σε κάποιες κατηγορίες φέτος τα PL θα πωληθούν πιθανώς έως 50% φθηνότερα από τα βιομηχανικά brand...

Tο 2010 η συνολική αξία πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας παρουσίασε αύξηση της τάξης του 6% και η τάση είναι ανοδική, τόσο φέτος όσο και σε επίπεδο προβλέψεων για το 2012. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της Nielsen, στο πρώτο πεντάμηνο του 2011 η αξία των πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκε κατά 3%, φτάνοντας τα 526,5 εκατ. ευρώ. Συνολικά η εγχώρια αγορά προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκε την προηγούμενη τριετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό 13%.

Όπως έχει καταγραφεί και σε σχετικές κλαδικές μελέτες, τα private label παρουσιάζουν σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, καθώς, πέραν της ανταγωνιστικής τιμής τους, εδραιώνονται ολοένα και περισσότερο στη συνείδηση του καταναλωτή ως εφάμιλλα των επωνύμων ως προς την ποιότητα, τη φήμη, τη συσκευασία και την εν γένει συνολική τους εικόνα.

Μάλιστα, η κυρίαρχη ομάδα προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας παραμένουν τα τρόφιμα, με ποσοστό συμμετοχής 61% και ακολουθεί η ομάδα μη τροφίμων, που περιλαμβάνει τα προϊόντα καθημερινής συντήρησης του νοικοκυριού (απορρυπαντικά, χαρτικά, καθαριστικά), με ποσοστό 16%.

Σύμφωνα με την έρευνα Worldpanel της TNS Icap, το 23% των περυσινών δαπανών των νοικοκυριών δόθηκε στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ενώ τα 6 στα 10 «καλάθια» του σούπερ μάρκετ περιέχουν τουλάχιστον ένα προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Το μερίδιό τους επί του συνόλου των πωλήσεων του κλάδου (σούπερ μάρκετ και cash & carry) ανήλθε σε 16,8% το 2009, έναντι 15,5% το 2008, ενώ για τη διετία 2011-2012 προβλέπεται περαιτέρω αύξησή του κατά μία έως δύο ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με το 2009. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν, πάντως, ότι ήδη υπερβαίνει το 20% σε αξία στα καταστήματα του κλάδου, αν ληφθούν υπόψη και οι πωλήσεις των εκπτωτικών αλυσίδων.

Όμως, διασφαλίζεται, τάχα, η εμμονή του παραγωγού στην ποιότητα των προϊόντων που παράγει, όταν πρόκειται για το κομμάτι της φασόν παραγωγής του υπέρ τρίτων;

Σχέση τιμής/ποιότητας
«Ό,τι πληρώνεις αγοράζεις», ομολογεί για τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ο κ. Μιχάλης Σαράντης, πρόεδρος της γαλακτοβιομηχανίας Όλυμπος, αλλά, όπως λέει, «υπάρχουν και PL, τα οποία έχουν υψηλή ποιότητα και τιμή που δεν απέχει και πολύ από τα επώνυμα αντίστοιχά τους». Σχολιάζοντας τις ποιοτικές προδιαγραφές τους, επιμένει ιδιαίτερα στην ευαισθησία και τη σοβαρότητα κάθε βιομηχανίας, που βγάζει τέτοια προϊόντα από τη γραμμή της παραγωγής της, καθώς «κάποια πράγματα εξυπακούεται πως δεν είναι διαπραγματεύσιμα...».

Αλλά τα private label έχουν ορισμένες πλευρές, όπως του χαμηλού κόστους της αρχικής τοποθέτησης του προϊόντος στο ψυγείο ή το ράφι, σε σχέση με το επώνυμο brand, που τα εξαιρούν από τον παροιμιώδη κανόνα του «ό,τι πληρώνεις αγοράζεις», τουλάχιστον εν μέρει... Σύμφωνα με πρόεδρο άλλης μεγάλης εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, που θέλησε να κρατήσουμε την ανωνυμία του, «είναι φανερό πως οι αλυσίδες εκμεταλλεύονται το ράφι υπέρ των δικών τους προϊόντων και δευτερευόντως υπέρ των επώνυμων brands, εφόσον δεν αναφερόμαστε στα ταχυκίνητα leading brands, κυρίως των πολυεθνικών προμηθευτών...

Προκειμένου να τοποθετηθεί και να καθιερωθεί ένα επώνυμο προϊόν στο ράφι ή το ψυγείο, καταβάλλει ένα κόστος σε διαφήμιση κι ενέργειες μάρκετινγκ, αφενός, και σε παροχές προς το λιανεμπόριο αφετέρου, το ύψος του οποίου επ’ ουδενί λόγω το πλησιάζει το λανσάρισμα ενός private label. Από την εμπορική κίνηση του τελευταίου, εξάλλου, ο λιανέμπορος βγάζει και υψηλό κέρδος.

Να γιατί οι ιδιωτικές ετικέτες έχουν μεγάλη σημασία για το λιανεμπόριο!». Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται, όπως μας είπε, «ενίοτε η χαμηλή τιμή στο PL να συνεπάγεται και χαμηλής ποιότητας, η οποία, πάντως, παραμένει εντός των προδιαγραφών διασφάλισης του καταναλωτή από πιθανούς κινδύνους για την υγεία του.

Όπως και να δει κανείς το θέμα, στο ράφι και στο προϊόν, που παραγγέλλει για λογαριασμό της η αλυσίδα, αυτή κάνει "κουμάντο"...». Προσθέτει, ωστόσο, ότι «και η βιομηχανία ωφελείται οικονομικά από την παραγωγή τους, καθώς έτσι αξιοποιείται όλη η δυναμικότητα της γραμμής παραγωγής της, συγκρατείται το γενικό λειτουργικό της κόστος, ενώ επιτυγχάνει καλύτερες οικονομίες κλίμακος στην προμήθεια των πρώτων υλών που παραγγέλλει».

Tο 2010 η συνολική αξία πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας παρουσίασε αύξηση της τάξης του 6% και η τάση είναι ανοδική, τόσο φέτος όσο και σε επίπεδο προβλέψεων για το 2012. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της Nielsen, στο πρώτο πεντάμηνο του 2011 η αξία των πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκε κατά 3%, φτάνοντας τα 526,5 εκατ. ευρώ. Συνολικά η εγχώρια αγορά προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκε την προηγούμενη τριετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό 13%.

Όπως έχει καταγραφεί και σε σχετικές κλαδικές μελέτες, τα private label παρουσιάζουν σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, καθώς, πέραν της ανταγωνιστικής τιμής τους, εδραιώνονται ολοένα και περισσότερο στη συνείδηση του καταναλωτή ως εφάμιλλα των επωνύμων ως προς την ποιότητα, τη φήμη, τη συσκευασία και την εν γένει συνολική τους εικόνα.

Μάλιστα, η κυρίαρχη ομάδα προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας παραμένουν τα τρόφιμα, με ποσοστό συμμετοχής 61% και ακολουθεί η ομάδα μη τροφίμων, που περιλαμβάνει τα προϊόντα καθημερινής συντήρησης του νοικοκυριού (απορρυπαντικά, χαρτικά, καθαριστικά), με ποσοστό 16%.

Σύμφωνα με την έρευνα Worldpanel της TNS Icap, το 23% των περυσινών δαπανών των νοικοκυριών δόθηκε στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ενώ τα 6 στα 10 «καλάθια» του σούπερ μάρκετ περιέχουν τουλάχιστον ένα προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Το μερίδιό τους επί του συνόλου των πωλήσεων του κλάδου (σούπερ μάρκετ και cash & carry) ανήλθε σε 16,8% το 2009, έναντι 15,5% το 2008, ενώ για τη διετία 2011-2012 προβλέπεται περαιτέρω αύξησή του κατά μία έως δύο ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με το 2009. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν, πάντως, ότι ήδη υπερβαίνει το 20% σε αξία στα καταστήματα του κλάδου, αν ληφθούν υπόψη και οι πωλήσεις των εκπτωτικών αλυσίδων.

Όμως, διασφαλίζεται, τάχα, η εμμονή του παραγωγού στην ποιότητα των προϊόντων που παράγει, όταν πρόκειται για το κομμάτι της φασόν παραγωγής του υπέρ τρίτων;

Σχέση τιμής/ποιότητας
«Ό,τι πληρώνεις αγοράζεις», ομολογεί για τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ο κ. Μιχάλης Σαράντης, πρόεδρος της γαλακτοβιομηχανίας Όλυμπος, αλλά, όπως λέει, «υπάρχουν και PL, τα οποία έχουν υψηλή ποιότητα και τιμή που δεν απέχει και πολύ από τα επώνυμα αντίστοιχά τους». Σχολιάζοντας τις ποιοτικές προδιαγραφές τους, επιμένει ιδιαίτερα στην ευαισθησία και τη σοβαρότητα κάθε βιομηχανίας, που βγάζει τέτοια προϊόντα από τη γραμμή της παραγωγής της, καθώς «κάποια πράγματα εξυπακούεται πως δεν είναι διαπραγματεύσιμα...».

Αλλά τα private label έχουν ορισμένες πλευρές, όπως του χαμηλού κόστους της αρχικής τοποθέτησης του προϊόντος στο ψυγείο ή το ράφι, σε σχέση με το επώνυμο brand, που τα εξαιρούν από τον παροιμιώδη κανόνα του «ό,τι πληρώνεις αγοράζεις», τουλάχιστον εν μέρει... Σύμφωνα με πρόεδρο άλλης μεγάλης εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, που θέλησε να κρατήσουμε την ανωνυμία του, «είναι φανερό πως οι αλυσίδες εκμεταλλεύονται το ράφι υπέρ των δικών τους προϊόντων και δευτερευόντως υπέρ των επώνυμων brands, εφόσον δεν αναφερόμαστε στα ταχυκίνητα leading brands, κυρίως των πολυεθνικών προμηθευτών...

Προκειμένου να τοποθετηθεί και να καθιερωθεί ένα επώνυμο προϊόν στο ράφι ή το ψυγείο, καταβάλλει ένα κόστος σε διαφήμιση κι ενέργειες μάρκετινγκ, αφενός, και σε παροχές προς το λιανεμπόριο αφετέρου, το ύψος του οποίου επ’ ουδενί λόγω το πλησιάζει το λανσάρισμα ενός private label. Από την εμπορική κίνηση του τελευταίου, εξάλλου, ο λιανέμπορος βγάζει και υψηλό κέρδος.

Να γιατί οι ιδιωτικές ετικέτες έχουν μεγάλη σημασία για το λιανεμπόριο!». Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται, όπως μας είπε, «ενίοτε η χαμηλή τιμή στο PL να συνεπάγεται και χαμηλής ποιότητας, η οποία, πάντως, παραμένει εντός των προδιαγραφών διασφάλισης του καταναλωτή από πιθανούς κινδύνους για την υγεία του.

Όπως και να δει κανείς το θέμα, στο ράφι και στο προϊόν, που παραγγέλλει για λογαριασμό της η αλυσίδα, αυτή κάνει "κουμάντο"...». Προσθέτει, ωστόσο, ότι «και η βιομηχανία ωφελείται οικονομικά από την παραγωγή τους, καθώς έτσι αξιοποιείται όλη η δυναμικότητα της γραμμής παραγωγής της, συγκρατείται το γενικό λειτουργικό της κόστος, ενώ επιτυγχάνει καλύτερες οικονομίες κλίμακος στην προμήθεια των πρώτων υλών που παραγγέλλει».


Η γέννηση ενός private label
Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της δημιουργίας των private label τον λόγο έχει η εκάστοτε λιανεμπορική αλυσίδα και το αρμόδιο τμήμα της, που με βάση τις ανάγκες του πελατολογίου της επιλέγει κάθε φορά προϊόν και προμηθευτή που θα το παράγει για λογαριασμό της. «Η ποιότητα τίθεται πάνω απ΄ όλα και διέπει κάθε στάδιο της διαδικασίας σχεδιασμού, επιλογής προμηθευτή και παραγωγής ενός private label», τονίζει ο κ. Γιώργος Τσιώτσης, υπεύθυνος προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας του ομίλου Μασούτης.

Η διαδικασία ξεκινά από τη στιγμή που η αλυσίδα αποφασίσει ότι πρέπει να εντάξει στην γκάμα μιας κατηγορίας ένα προϊόν της φίρμας της. «Με βάση πάντα συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές, που είναι αδιαπραγμάτευτες, προκηρύσσεται διαγωνισμός για την επιλογή προμηθευτή. Αν μία βιομηχανία είναι η αδιαμφισβήτητα καλύτερη στην παραγωγή του προϊόντος που μας ενδιαφέρει, απευθυνόμαστε απευθείας σ’ αυτήν.

Εφόσον προκρίνουμε τον προμηθευτή, επισκεπτόμαστε και ελέγχουμε τις παραγωγικές του εγκαταστάσεις, όπως και το σύνολο των πιστοποιητικών ποιότητας που διαθέτει, προκειμένου να έχουμε ίδια άποψη για το επίπεδο διασφάλισης των προϊόντων που παράγει», λέει ο κ. Τσιώτσης, προσθέτοντας: «Από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας μαζί του υπάρχει στενή σχέση των τμημάτων ποιοτικού ελέγχου των δύο πλευρών, σχέση που δεν ατονεί μετά το στάδιο της δημιουργίας του private label, αλλά είναι συνεχής και με δυναμικό χαρακτήρα, καθώς η ποιότητα του προϊόντος ελέγχεται διαρκώς. Και σημειώστε ότι ουδέποτε διανοούμαστε τη λύση των προϊόντων διαλογής».

Σχετικά με τη σύνθεση και τις προδιαγραφές των private label, ο κ. Τσιώτσης τονίζει ότι «ανά είδος προϊόντος υπάρχουν συγκεκριμένα και αυστηρά καθορισμένα όρια εντός των οποίων δημιουργείται η "συνταγή"» του. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της πιστής τήρησης της συνταγής που αποφασίσαμε, πραγματοποιούνται συχνοί δειγματοληπτικοί έλεγχοι από ανεξάρτητα εργαστήρια, που θέτουν στο μικροσκόπιό τους και τις πρώτες ύλες του προϊόντος.

Μόνον εφόσον περατωθούν με επιτυχία όλα τα στάδια ελέγχου προς συμμόρφωση με τις προδιαγραφές ένα προϊόν της επωνυμίας μας τοποθετείται στο ράφι ή στο ψυγείο, ενώ όποια τυχόν αστοχία διαπιστωθεί στο εξής αποτελεί λόγο άμεσης απόσυρσής του και από τα 232 καταστήματα του ομίλου μας, ώστε να αποκλειστεί ακόμα κι η ελάχιστη υποψία κινδύνου για τον πελάτη μας».

Η ελληνικότητα των PL
Όπως, εξάλλου, μας πληροφόρησε, «για τον όμιλο Μασούτης υπάρχει και μία ιδιαιτερότητα στον τομέα των private label, που αναφέρεται στην ελληνικότητα της ταυτότητάς τους. Στο πλαίσιο αυτό, κατά συντριπτική πλειονότητα επιλέγουμε εγχώριους προμηθευτές. Είναι σημαντικό για μία ελληνική βιομηχανία να αποκτά σχέσεις συνεργασίας στρατηγικού επιπέδου με μεγάλες αλυσίδες, όπως η δική μας. Τέτοιες συνεργασίες συμβάλλουν σημαντικά στη βελτιωτική “διόρθωση” των οικονομιών κλίμακος ενός εκάστου εργοστασίου...».

Ο όμιλος Μασούτη καταγράφει αύξηση 35% στις πωλήσεις των private label κατά τη διάρκεια του φετινού 9μηνου (Ιαν.-Σεπτ.), σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό, προσφέροντας στους πελάτες του μια ποικιλία περίπου 900 τέτοιων κωδικών. «Το 2012 θα αρχίσουμε να διαθέτουμε και γαλακτοκομικά ιδιωτικής ετικέτας.

Παράλληλα, θα προσθέσουμε 50 νέους κωδικούς στην γκάμα μας, ενώ θα επαναλανσάρουμε 200-250 κωδικούς ραφιού ή ψυγείου από τους υφιστάμενους. Το επαναλανσάρισμα ανανεώνει το ενδιαφέρον του καταναλωτή, γι’ αυτό αποτελεί μία συνεχή διαδικασία βελτίωσης των προϊόντων που διαθέτουμε με την επωνυμία μας, τα οποία ήδη εμπιστεύονται οι πελάτες του ομίλου», καταλήγει ο κ. Τσιώτσης.

σελφ σερβις (T. 410)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION