σελφ σερβις - Όσπρια-ρύζι: Ανάκαμψη με συγκρατημένη αισιοδοξία

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βιομηχανία

Όσπρια-ρύζι: Ανάκαμψη με συγκρατημένη αισιοδοξία

10 Δεκεμβρίου 2019 | 09:39 Γράφει η Κατερίνα  Κυρίτση Topics: Προϊόντα

Ο κλάδος των οσπρίων και του ρυζιού μετά από δύο δύσκολα χρόνια κάμψης, ειδικά στην παραγωγή ρυζιού, εμφανίζει θετικά αποτελέσματα. Οι εταιρείες του φέτος αναμένουν αύξηση της παραγωγής και των πωλήσεών τους, ενόσω, ταυτόχρονα, εστιάζουν στην ανάπτυξη των εξαγωγών τους και την αντιμετώπιση αφενός του ανταγωνισμού των χύμα προϊόντων και αφετέρου της πρόκλησης των «ελληνοποιημένων» αμφιβόλου ποιότητας εισαγόμενων οσπρίων και ρυζιών. Στο μεταξύ, επενδύουν στο λανσάρισμα νέων προϊόντων και ποικιλιών προστιθέμενης αξίας.

Oι πρωτοβουλίες των επιχειρήσεων του κλάδου αποδίδουν, καθώς, σύμφωνα με την IRI, οι πωλήσεις των μεν οσπρίων αυξήθηκαν σε όγκο και αξία έως τον Αύγουστο φέτος κατά 4,3%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2018, των δε ρυζιών αυξήθηκαν ως το Σεπτέμβριο σε όγκο κατά 1,7% και σε αξία κατά 4,1% συγκριτικά με το εννιάμηνο του 2018. Σημειώνεται ότι ως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας τα όσπρια παρουσίασαν πέρυσι μικρή ανάπτυξη 1,6% σε όγκο και 1,5% σε αξία και το ρύζι οριακή μείωση 0,4% σε όγκο και 1,2% σε αξία –συνολικά το μερίδιό τους, πάντως, εμφανίζει ελαφρά κάμψη συγκριτικά με την προηγούμενη διετία. «Το πρώτο εξάμηνο του 2019, ενώ ο συνολικός τζίρος των ρυζιών αυξήθηκε κατά 4,3% σε αξία, τα ρύζια 3αλφα είχαν αύξηση 6,9%. Αντίστοιχα, ενώ οι πωλήσεις των οσπρίων σε αξία αυξήθηκαν κατά 5,4%, τα όσπρια 3αλφα είχαν αύξηση 6,5%», δήλωσε ο κ. Άγης Καραγεωργίου, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της 3Άλφα. Τις αυξητικές τάσεις στις πωλήσεις τους επιβεβαιώνουν και άλλες εταιρείες του κλάδου, αλλά και τα σούπερ μάρκετ. Λ.χ. εκ μέρους της Μασούτης δηλώνεται ότι οι πωλήσεις των branded ειδών στα καταστήματά της παρουσιάζουν αύξηση στο εννεάμηνο κατά 24,6% στο ρύζι και 29% στα όσπρια.

Αναφορικά με τα προϊόντα PL, σύμφωνα με την 3Άλφα, τα ρύζια εμφανίζουν πτώση 1,5% από το 2018, καταλαμβάνοντας το 32,7% της σχετικής αγοράς σε αξία, ενώ τα όσπρια έχουν αυξήσει τις πωλήσεις τους κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με μερίδιο πωλήσεων στην κατηγορία 42,5%. Την ίδια στιγμή εκ μέρους της Μασούτης επισημαίνεται ότι στα καταστήματά της το μερίδιο τζίρου των PL οσπρίων στην κατηγορία αγγίζει το 21,7% σε αξία και σε όγκο το 29,1%, ενώ αντίστοιχα η συμμετοχή των PL ρυζιών ανέρχεται σε αξία στο 32,2% και σε όγκο στο 52,5% της κατηγορίας. Αμφότερες προβλέπουν ότι η προτίμηση γι’ αυτά, αν και εξαρτάται από την ένταση της προώθησης των branded ειδών, θα κυμανθεί στα ίδια επίπεδα το επόμενο διάστημα.

Οι προκλήσεις
Οι προκλήσεις για τις εταιρείες του κλάδου ξεκινούν από τη στροφή του καταναλωτή προς έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής, με λιγότερο επεξεργασμένες τροφές, έως και vegan. «Σε αυτό έχει βοηθήσει τόσο η επαναφορά στο προσκήνιο της συζήτησης για την υψηλή διατροφική αξία, κυρίως των οσπρίων, αλλά και η παρουσίαση εναλλακτικών συνταγών, που έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον των καταναλωτών, «ανοίγοντας την όρεξή τους»…», υπογραμμίζει η κ. Χριστίνα Τσαλοπούλου, Product Development & Brand Manager της Ομοσπονδία. Σημαντική πρόκληση, αναφέρεται εκ μέρους της Άροσις, είναι η προσέλκυση περισσότερων καταναλωτών στα ελληνικά συσκευασμένα προϊόντα έναντι των εισαγομένων, ενώ για την Agrino πρόκληση συνιστά η αναγνώριση «ταυτότητας» στο ελληνικό ρύζι, καθώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να ανταγωνίζεται άλλες ορυζοπαραγωγές χώρες. Υπάρχει πάντως προοπτική, σημειώνουν, για περαιτέρω ανάπτυξη, τόσο στην ελληνική αγορά, μέσω αύξησης της ετήσιας κατά κεφαλήν κατανάλωσης ρυζιού, συνυπολογιζομένης της κατανάλωσής του σε προϊόντα των οποίων είναι η βάση (π.χ. ημιέτοιμα γεύματα και σνακ), όσο και στις αγορές του εξωτερικού.

Οι εξαγωγές έτοιμων επώνυμων ρυζιών και οσπρίων αποτελεί ένα ακόμα στοίχημα για τους «παίκτες» του κλάδου, καθώς η χώρα μας εισάγει ποσότητες ρυζιού σε έτοιμη και ημιέτοιμη μορφή, αλλά εξάγει κυρίως σε ανεπεξέργαστη και ημιέτοιμη μορφή. «Ωστόσο, εμείς συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε τη στρατηγική μας απόφαση, για συνεχή διεύρυνση της δραστηριότητάς μας σε νέες αγορές του εξωτερικού και αύξηση της παρουσίας μας σε όσες ήδη εξάγουμε», δηλώνει ο κ. Καραγεωργίου, εξηγώντας. «Τα προϊόντα της 3αλφα ταξιδεύουν καθημερινά σε 25 χώρες σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν εφησυχάζουμε».

Η καινοτομία συνιστά διαβατήριο για τις αγορές του εξωτερικού και για την Agrino, η οποία εξάγει διάφορες κατηγορίες ρυζιών και οσπρίων σε περισσότερες από 30 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, Καναδάς, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ρουμανία, Αλβανία, Κύπρος, Νότια Αφρική κ.ά. Οι εξαγωγές ξεπερνούν το 15% του ετήσιου τζίρου της, με στόχο το 30% στο τέλος της επόμενης τριετίας. Και ενώ η προώθηση των βιολογικών ειδών και των ένδειξης ΠΓΕ βελτιώνεται συνεχώς εντός και εκτός χώρας, «πονοκέφαλο» στους επιχειρηματίες προκαλούν οι υπαίθριες αγορές χύμα προϊόντων, καθώς και οι «ελληνοποιήσεις» εισαγομένων, φαινόμενο κατακλύζει μεγάλο μέρος της αγοράς προϊόντων διατροφής. Ειδικότερα, τα χύμα όσπρια και ρύζι, που «άνθισαν» μέσα στην οικονομική κρίση λόγω της χαμηλής τιμής τους και διπλασίασαν το μερίδιό τους στην εγχώρια διανομή, έχοντας αποσπάσει το 12%-13% επί του συνόλου της αγοράς, δεν ανησυχούν τόσο τις επιχειρήσεις, εφόσον, όπως λένε οι εκπρόσωποί τους, τα χύμα προϊόντα έχουν τον δικό τους «οικονομικό ανταγωνιστή», δηλαδή τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Επισημαίνουν όμως τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τον καταναλωτή, καθώς αφενός τους λείπουν οι προβλεπόμενες ποιοτικές προδιαγραφές και αφετέρου οι συνθήκες αποθήκευσης και διάθεσής τους δεν είναι οι ενδεδειγμένες. Παρατηρούν δε ότι οι καταναλωτές συνεχίζουν να εμπιστεύονται τα επώνυμα προϊόντα, καθώς γνωρίζουν ότι, προκειμένου να παραχθούν, περνούν από ελέγχους ασφαλείας, που μόνο μία εταιρεία ή ένας οργανισμός μπορεί να εγγυηθεί.

Oι πρωτοβουλίες των επιχειρήσεων του κλάδου αποδίδουν, καθώς, σύμφωνα με την IRI, οι πωλήσεις των μεν οσπρίων αυξήθηκαν σε όγκο και αξία έως τον Αύγουστο φέτος κατά 4,3%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2018, των δε ρυζιών αυξήθηκαν ως το Σεπτέμβριο σε όγκο κατά 1,7% και σε αξία κατά 4,1% συγκριτικά με το εννιάμηνο του 2018. Σημειώνεται ότι ως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας τα όσπρια παρουσίασαν πέρυσι μικρή ανάπτυξη 1,6% σε όγκο και 1,5% σε αξία και το ρύζι οριακή μείωση 0,4% σε όγκο και 1,2% σε αξία –συνολικά το μερίδιό τους, πάντως, εμφανίζει ελαφρά κάμψη συγκριτικά με την προηγούμενη διετία. «Το πρώτο εξάμηνο του 2019, ενώ ο συνολικός τζίρος των ρυζιών αυξήθηκε κατά 4,3% σε αξία, τα ρύζια 3αλφα είχαν αύξηση 6,9%. Αντίστοιχα, ενώ οι πωλήσεις των οσπρίων σε αξία αυξήθηκαν κατά 5,4%, τα όσπρια 3αλφα είχαν αύξηση 6,5%», δήλωσε ο κ. Άγης Καραγεωργίου, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της 3Άλφα. Τις αυξητικές τάσεις στις πωλήσεις τους επιβεβαιώνουν και άλλες εταιρείες του κλάδου, αλλά και τα σούπερ μάρκετ. Λ.χ. εκ μέρους της Μασούτης δηλώνεται ότι οι πωλήσεις των branded ειδών στα καταστήματά της παρουσιάζουν αύξηση στο εννεάμηνο κατά 24,6% στο ρύζι και 29% στα όσπρια.

Αναφορικά με τα προϊόντα PL, σύμφωνα με την 3Άλφα, τα ρύζια εμφανίζουν πτώση 1,5% από το 2018, καταλαμβάνοντας το 32,7% της σχετικής αγοράς σε αξία, ενώ τα όσπρια έχουν αυξήσει τις πωλήσεις τους κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με μερίδιο πωλήσεων στην κατηγορία 42,5%. Την ίδια στιγμή εκ μέρους της Μασούτης επισημαίνεται ότι στα καταστήματά της το μερίδιο τζίρου των PL οσπρίων στην κατηγορία αγγίζει το 21,7% σε αξία και σε όγκο το 29,1%, ενώ αντίστοιχα η συμμετοχή των PL ρυζιών ανέρχεται σε αξία στο 32,2% και σε όγκο στο 52,5% της κατηγορίας. Αμφότερες προβλέπουν ότι η προτίμηση γι’ αυτά, αν και εξαρτάται από την ένταση της προώθησης των branded ειδών, θα κυμανθεί στα ίδια επίπεδα το επόμενο διάστημα.

Οι προκλήσεις
Οι προκλήσεις για τις εταιρείες του κλάδου ξεκινούν από τη στροφή του καταναλωτή προς έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής, με λιγότερο επεξεργασμένες τροφές, έως και vegan. «Σε αυτό έχει βοηθήσει τόσο η επαναφορά στο προσκήνιο της συζήτησης για την υψηλή διατροφική αξία, κυρίως των οσπρίων, αλλά και η παρουσίαση εναλλακτικών συνταγών, που έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον των καταναλωτών, «ανοίγοντας την όρεξή τους»…», υπογραμμίζει η κ. Χριστίνα Τσαλοπούλου, Product Development & Brand Manager της Ομοσπονδία. Σημαντική πρόκληση, αναφέρεται εκ μέρους της Άροσις, είναι η προσέλκυση περισσότερων καταναλωτών στα ελληνικά συσκευασμένα προϊόντα έναντι των εισαγομένων, ενώ για την Agrino πρόκληση συνιστά η αναγνώριση «ταυτότητας» στο ελληνικό ρύζι, καθώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να ανταγωνίζεται άλλες ορυζοπαραγωγές χώρες. Υπάρχει πάντως προοπτική, σημειώνουν, για περαιτέρω ανάπτυξη, τόσο στην ελληνική αγορά, μέσω αύξησης της ετήσιας κατά κεφαλήν κατανάλωσης ρυζιού, συνυπολογιζομένης της κατανάλωσής του σε προϊόντα των οποίων είναι η βάση (π.χ. ημιέτοιμα γεύματα και σνακ), όσο και στις αγορές του εξωτερικού.

Οι εξαγωγές έτοιμων επώνυμων ρυζιών και οσπρίων αποτελεί ένα ακόμα στοίχημα για τους «παίκτες» του κλάδου, καθώς η χώρα μας εισάγει ποσότητες ρυζιού σε έτοιμη και ημιέτοιμη μορφή, αλλά εξάγει κυρίως σε ανεπεξέργαστη και ημιέτοιμη μορφή. «Ωστόσο, εμείς συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε τη στρατηγική μας απόφαση, για συνεχή διεύρυνση της δραστηριότητάς μας σε νέες αγορές του εξωτερικού και αύξηση της παρουσίας μας σε όσες ήδη εξάγουμε», δηλώνει ο κ. Καραγεωργίου, εξηγώντας. «Τα προϊόντα της 3αλφα ταξιδεύουν καθημερινά σε 25 χώρες σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν εφησυχάζουμε».

Η καινοτομία συνιστά διαβατήριο για τις αγορές του εξωτερικού και για την Agrino, η οποία εξάγει διάφορες κατηγορίες ρυζιών και οσπρίων σε περισσότερες από 30 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, Καναδάς, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ρουμανία, Αλβανία, Κύπρος, Νότια Αφρική κ.ά. Οι εξαγωγές ξεπερνούν το 15% του ετήσιου τζίρου της, με στόχο το 30% στο τέλος της επόμενης τριετίας. Και ενώ η προώθηση των βιολογικών ειδών και των ένδειξης ΠΓΕ βελτιώνεται συνεχώς εντός και εκτός χώρας, «πονοκέφαλο» στους επιχειρηματίες προκαλούν οι υπαίθριες αγορές χύμα προϊόντων, καθώς και οι «ελληνοποιήσεις» εισαγομένων, φαινόμενο κατακλύζει μεγάλο μέρος της αγοράς προϊόντων διατροφής. Ειδικότερα, τα χύμα όσπρια και ρύζι, που «άνθισαν» μέσα στην οικονομική κρίση λόγω της χαμηλής τιμής τους και διπλασίασαν το μερίδιό τους στην εγχώρια διανομή, έχοντας αποσπάσει το 12%-13% επί του συνόλου της αγοράς, δεν ανησυχούν τόσο τις επιχειρήσεις, εφόσον, όπως λένε οι εκπρόσωποί τους, τα χύμα προϊόντα έχουν τον δικό τους «οικονομικό ανταγωνιστή», δηλαδή τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Επισημαίνουν όμως τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τον καταναλωτή, καθώς αφενός τους λείπουν οι προβλεπόμενες ποιοτικές προδιαγραφές και αφετέρου οι συνθήκες αποθήκευσης και διάθεσής τους δεν είναι οι ενδεδειγμένες. Παρατηρούν δε ότι οι καταναλωτές συνεχίζουν να εμπιστεύονται τα επώνυμα προϊόντα, καθώς γνωρίζουν ότι, προκειμένου να παραχθούν, περνούν από ελέγχους ασφαλείας, που μόνο μία εταιρεία ή ένας οργανισμός μπορεί να εγγυηθεί.


Αν δεν έχει ταυτότητα, δεν είναι ελληνικό
Οι «ελληνοποιήσεις» εισαγόμενων προϊόντων είναι ένα μακράν πιο σύνθετο πρόβλημα. Για την επίλυσή του οι επιχειρήσεις ζητούν επιτακτικά τη συνδρομή της πολιτείας, προτείνοντας ενδεικτικά την αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου και την εντατικοποίηση των ελέγχων. Το φαινόμενο υφίστανται παρά την επιθυμία των καταναλωτών να γνωρίζουν όσο το δυνατό περισσότερα για την προέλευση των προϊόντων που καταναλώνουν, επισημαίνει η κ. Τσαλοπούλου. Οι «ελληνοποιήσεις» οσπρίων και ρυζιού αφορούν κυρίως τα χύμα προϊόντα, καταδεικνυόμενες από τους επώνυμους προμηθευτές ως πλήγμα κατά των υγιών επιχειρήσεων, καθώς καθιστούν αθέμιτο τον ανταγωνισμό. Με την εξάλειψή τους, υποστηρίζουν, προστατεύονται αυθεντικά ελληνικά προϊόντα κι οι παραγωγοί τους. «Η πιστοποίηση των ελληνικών προϊόντων ως ΠΓΕ είναι σαφώς ένα πρώτο ιδιαίτερα θετικό βήμα», υπογραμμίζει ο κ. Καραγεωργίου, προσθέτοντας ότι η 3Άλφα την υιοθετεί, αναγράφοντας το όνομα του εκάστοτε παραγωγού και της περιοχής που καλλιεργήθηκαν τα όσπρια στην αντίστοιχη συσκευασία της σειράς των Οσπρίων Ελλήνων Παραγωγών. Την ίδια πρακτική ακολουθεί και η Agrino, η οποία, όπως αναφέρουν στελέχη της, στοχεύει στην ανάδειξη των ελληνικών προϊόντων και των Ελλήνων παραγωγών, γι’ αυτό και στα προϊόντα της αναγράφονται τα ονόματα των παραγωγών τους και οι περιοχές προέλευσής τους, κατόπιν μιας αυστηρά πιστοποιημένης διαδικασίας.

Κατά 60% η εγχώρια κατανάλωση καλύπτεται από τις εισαγωγές
Διαχρονικό αίτημα του κλάδου είναι η στήριξη της ελληνικής παραγωγής. Η χώρα μας εξακολουθεί να διαθέτει πλούσια παραγωγή οσπρίων και ρυζιών παρά την τάση της ΕΕ για τη συνεχή μείωση των σχετικών καλλιεργειών, η οποία επέφερε τα τελευταία χρόνια τη μείωσή της. Έτσι, επισημαίνεται εκ μέρους της Ζακόμα, η ελληνική παραγωγή οσπρίων καλύπτει σήμερα μόλις το 35%-40% της εγχώριας κατανάλωσης προς όφελος των εισαγωγών. Ειδικότερα, στην Ελλάδα το σύνολο της καλλιεργούμενης με όσπρια έκτασης ανέρχεται σε 160.000-180.000 στρέμματα, τα οποία αποδίδουν ετησίως περί τους 33.000-35.000 τόνους προϊόντων. Ο μεγαλύτερος όγκος παραγωγής –περίπου 20.000-22.2000 τόνοι– αφορά τα φασόλια, που παράγονται κυρίως στη Δυτική Μακεδονία. Στην Καστοριά και τη Φλώρινα παράγεται σχεδόν το σύνολο των φασολιών γίγαντες και πλακέ, και στη Λάρισα το μέτριο φασόλι. Ακολουθούν τα ρεβίθια Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Κυκλάδων με όγκο 2.700-2.900 τόνους, οι φακές Λάρισας και Λευκάδας με 1.000-1.300 τόνους, τα κουκιά Κρήτης και Αργολίδας με 3.200-2.400 τόνους, το λαθούρι (φάβα) Κορινθίας με 200-300 τόνους, ενώ σε 100 τόνους ανέρχεται η παραγωγή άλλων ειδών οσπρίων.

Στην παραγωγή ρυζιού η χώρα μας έχει την τέταρτη θέση πανευρωπαϊκά, με ποσοστό συμμετοχής 5,49%. Πρώτη είναι η Ιταλία με μερίδιο 52,2% στην ευρωπαϊκή παραγωγή και δεύτερη η Ισπανία με 25,8%. Η ελληνική παραγωγή ρυζιού εμφανίζει μείωση της τάξης του 18,3%, σημειώνεται εκ μέρους της Ζακόμα, λόγω μείωσης της παραγωγής κατά 64,22% στην ποικιλία indica και αύξηση κατά 40,62% της παραγωγής japonica. Η πλουσιότερη παραγωγή ρυζιού γίνεται στην Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, τη μεγαλύτερη ορυζοπαραγωγό περιοχή της χώρας. Εκεί και στο Νομό Σερρών παράγεται το 85% της ελληνικής ρυζοκαλλιέργειας, σε έκταση 245.000 στρεμμάτων. Παρ’ όλα αυτά η παραγωγή οσπρίων και ρυζιού υπολείπεται των εγχώριων καταναλωτικών αναγκών, με αποτέλεσμα να εισάγονται όσπρια από την Τουρκία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ, και ρύζι από την Ισπανία και την Ιταλία, αλλά και από χώρες της Ασίας, λόγω του μηδενισμού των δασμών εισαγωγής. Συγκεκριμένα, οι ετήσιες ανάγκες κατανάλωσης ανέρχονται σε περίπου 90.000 με 100.000 τόνους, ωστόσο η ελληνική παραγωγή, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ανέρχεται σε περίπου 65.000 τόνους ετησίως, υπολείπεται δηλαδή κατά 25.000 τουλάχιστον τόνους, τους οποίους αναπληρώνει μέσω των εισαγωγών.

Νέες συσκευασίες και γρήγορα γεύματα
Και επειδή οι εταιρείες του κλάδου δεν προτίθενται να μείνουν αδρανείς στα νέα δεδομένα, επιστρατεύουν νέα προϊόντα και καινοτόμες προτάσεις, με στόχο την διαφοροποίησή τους, την αύξηση της επιλεξιμότητας των προϊόντων τους και, άρα, την αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης. Επενδύουν, μεταξύ άλλων –κυρίως η μικρής δυναμικότητας εταιρείες–, στη συσκευασία, αφήνοντας πίσω το «μαξιλάρι» και εγκαινιάζοντας τα πιο πρακτικά, υφασμάτινα ή μη, και εύκολα στην αποθήκευση πακέτα, με διαφανείς επιφάνειες, που στέκονται όρθια στα ράφια των καταστημάτων και στο οικιακό ντουλάπι.

Τα νέα λανσαρίσματα αφορούν νέους κωδικούς υψηλής διατροφικής αξίας από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό, η 3Άλφα το Φεβρουάριο φέτος τοποθέτησε στα ράφια το Καστανό Ρύζι 10’, ενώ αυτή την περίοδο παρουσιάζει την ανανεωμένη σειρά των αρωματικών ρυζιών 3αλφα «Γεύσεις του Κόσμου» (Basmati, Risotto, Jasmine, Parboiled με Wild Rice, Basmati με Wild Rice) σε νέα συσκευασία. Η Agrino λάνσαρε τις κατηγορίες των ημιέτοιμων γευμάτων, των καστανών ρυζιών και των ρυζογκοφρετών. Η Ομοσπονδία δημιούργησε τη νέα σειρά οσπρίων Όμικρον, που παράγονται στον Καναδά (φακές ψιλές και φασόλια μέτρια) και στο Μεξικό (ρεβίθια), ενώ η Άροσις εισήγαγε βάζα με ελληνικά όσπρια, όπως χούμους από ρεβίθια Γρεβενών, πατέ φακής από την Καστοριά με πατέ ελιάς, φάβα με κάπαρη. «Το 2020 θα συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα», σημειώνει ο κ. Καραγεωργίου, σε συνεργασία με την «Ομάδα Παραγωγών της 3αλφα», ένα δίκτυο 330 παραγωγών, που από το 2009 εφαρμόζουν ορθές γεωργικές πρακτικές με σεβασμό στο περιβάλλον, στον καλλιεργητή και τελικά στον καταναλωτή. Την ίδια πρακτική εφαρμόζει από το 2007 και η Agrino, μέσω της οποίας παρέχει πληροφορίες για τον καλλιεργητή, τον τόπο, τα στάδια παραγωγής και τις μεθόδους καλλιέργειας. Αναμένει δε σταθερή αύξηση των πωλήσεων τυποποιημένου ρυζιού και οσπρίων στο επίπεδο του 3%-4%, περαιτέρω ανάπτυξη στους λεγόμενους εξωτικούς κωδικούς, όπως το Basmati και το άγριο ρύζι, σταθερή ανάπτυξη στα καστανά ρύζια και τάση ανάπτυξης της ζήτησης στο ημιέτοιμο ρυζότο και τις ρυζογκοφρέτες.

Σε κάθε περίπτωση ο κλάδος ατενίζει το μέλλον με ρεαλισμό και συγκρατημένη αισιοδοξία, αποφασισμένος να προχωρήσει με οδηγό τις ορθές πρακτικές και τις ανάγκες του καταναλωτικού κοινού, εκτιμώντας ότι το προσεχές έτος θα σημειωθούν αύξηση των πωλήσεων, σταθερή και βιώσιμη κερδοφορία.

σελφ σερβις (T. 499)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION