σελφ σερβις - Αγορά γάλακτος: Όλοι εναντίον όλων

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βιομηχανία

Αγορά γάλακτος: Όλοι εναντίον όλων

24 Φεβρουαρίου 2011 | 14:51 Γράφουν οι Δημήτρης  Διαμαντίδης, Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά

Γαλακτοβιομηχανία εναντίον σούπερ μάρκετ, παραγωγοί-κτηνοτρόφοι εναντίον βιομηχανίας κι έμμεσα εναντίον των σούπερ μάρκετ και γενικώς «όλοι εναντίον όλων». Το διακύβευμα είναι ο τζίρος και τα κέρδη της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών, δηλαδή τα οικονομικά μεγέθη ενός πεδίου άκρως ανταγωνιστικού, όπου πλέον «πέφτουν κορμιά» από την οξύτητα της τιμολογιακής διαμάχης και του αδυσώπητου κυνηγητού των προσφορών...

Tο φρέσκο γάλα στο ψυγείο του σούπερ μάρκετ, που πωλείται προς 1 ευρώ ή και χαμηλότερα, και οι προωθήσεις των γιαουρτιών του τύπου «2+1 δώρο» ή και «2+2 δώρο» κρύβουν πολλές κόντρες κι αψιμαχίες σε έναν κλάδο, ο οποίος πιέζεται πολύ από τον ξένο ανταγωνισμό, αλλά «κρατάει» μέχρι στιγμής, βασιζόμενος στην εξαιρετική εγχώρια πρώτη ύλη και στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Ωστόσο τα τελευταία χρόνια ο τιμολογιακός «πόλεμος» περιέκοψε σημαντικά τα περιθώρια κέρδους όλων των εμπλεκόμενων, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις πωλήσεις και τα μερίδια αγοράς έχουν θυσιάσει τα «καλύτερα αποτελέσματα». Αυτό είχε επίπτωση στο εισόδημα των παραγωγών-κτηνοτρόφων, με αποτέλεσμα αφενός να μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των ενεργών αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε όλη τη χώρα και αφετέρου, να συρρικνώνεται ο όγκος της εγχώριας παραγόμενης πρώτης ύλης.

Οι κτηνοτρόφοι θεωρούν ότι είναι οι μεγάλοι «ριγμένοι» του κλάδου. Οι εγχώριες τιμές παραγωγού φαίνεται ότι, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί να παρακολουθήσουν τους αντίστοιχους ρυθμούς ανόδου σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Αρκετές και ευδιάκριτες διαφορές υφίστανται στην Ελλάδα, σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές, και σε ό,τι αφορά τα μεγέθη και τον τρόπο με τον οποίο δραστηριοποιείται η γαλακτοβιομηχανία, όπως άλλωστε και τα μεγέθη και την παραγόμενη ποσότητα των μονάδων παραγωγής πρώτης ύλης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι κτηνοτρόφοι θεωρούν ως υπαίτιο για τις χαμηλές τιμές που λαμβάνουν τη γαλακτοβιομηχανία, ενώ η τελευταία «δείχνει» το λιανεμπόριο και τις παροχές που δίνει στις αλυσίδες, προκειμένου να προωθούν τα προϊόντα της.

Μεγάλες παροχές στο λιανεμπόριο
Όπως είπε ο κ. Παναγιώτης Χασάπης, οικονομικός διευθυντής της ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, μιλώντας πρόσφατα σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, με θέμα «Η Βορειοελλαδική Γαλακτοβιομηχανία: Το παρόν και το μέλλον» (τη διοργάνωσε η οικονομική εφημερίδα «Εξπρές»), οι παροχές της γαλακτοβιομηχανίας προς τις μεγάλες αλυσίδες για το φρέσκο γάλα μπορεί να φθάνουν έως και στο 28% της τιμής του προϊόντος!

Ένα τόσο υψηλό ποσοστό επιδρά επιβαρυντικά περισσότερο από άλλους παράγοντες στη διαμόρφωση της τελικής τιμής του προϊόντος, καθώς είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το κόστος των επιστροφών του απώλητου γάλακτος, από τις δαπάνες της διακίνησης στα δίκτυα διανομής κά.

Μάλιστα, ο κ. Χασάπης επισήμανε με νόημα πως «οι λιανεμπορικές αλυσίδες στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν πληρώνουν τη βιομηχανία με επιταγές πέντε κι έξι μηνών, όπως στη χώρα μας, αλλά πολύ νωρίτερα...», ενώ υπογράμμισε πως «εκεί οι παραδόσεις φρέσκου γάλατος στο λιανεμπόριο πραγματοποιούνται ως επί το πλείστον κεντρικά κι όχι κατάστημα προς κατάστημα, όπως στη χώρα μας, πράγμα που ανεβάζει το κόστος της βιομηχανίας».

Στην επιχειρηματολογία του συμπεριέλαβε και πως στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές ο κύκλος ζωής του φρέσκου προϊόντος είναι μεγαλύτερος από όσο στη χώρα μας, αφού ισχύει διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, πράγμα το οποίο πρακτικά εκμηδενίζει τις επιστροφές απώλητου γάλακτος.

Τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με τον τιμολογιακό ανταγωνισμό, οδηγούν σήμερα τις εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες να δηλώνουν πως δεν έχουν κέρδη από το φρέσκο γάλα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν αυξημένους όγκους πωλήσεων. Δηκτικός ήταν ο οικονομικός διευθυντής της ΜΕΒΓΑΛ και για την κατάσταση στην αγορά των γιαουρτιών, όπου οι μεγάλες προσφορές της βιομηχανίας έχουν συμπιέσει θεαματικά τόσο τις τιμές όσο και τα περιθώρια κέρδους όλων των «παιχτών» της εγχώριας αγοράς.

Στο γιαούρτι ο ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις, όπως στις προσφορές τύπου «2+2 δώρο». Φτάνει μία βιομηχανία να κάνει την αρχή για να την ακολουθήσουν κι οι υπόλοιπες, ρίχνοντας συνολικά τα κέρδη όλης της βιομηχανίας του κλάδου.

Tο φρέσκο γάλα στο ψυγείο του σούπερ μάρκετ, που πωλείται προς 1 ευρώ ή και χαμηλότερα, και οι προωθήσεις των γιαουρτιών του τύπου «2+1 δώρο» ή και «2+2 δώρο» κρύβουν πολλές κόντρες κι αψιμαχίες σε έναν κλάδο, ο οποίος πιέζεται πολύ από τον ξένο ανταγωνισμό, αλλά «κρατάει» μέχρι στιγμής, βασιζόμενος στην εξαιρετική εγχώρια πρώτη ύλη και στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Ωστόσο τα τελευταία χρόνια ο τιμολογιακός «πόλεμος» περιέκοψε σημαντικά τα περιθώρια κέρδους όλων των εμπλεκόμενων, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις πωλήσεις και τα μερίδια αγοράς έχουν θυσιάσει τα «καλύτερα αποτελέσματα». Αυτό είχε επίπτωση στο εισόδημα των παραγωγών-κτηνοτρόφων, με αποτέλεσμα αφενός να μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των ενεργών αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε όλη τη χώρα και αφετέρου, να συρρικνώνεται ο όγκος της εγχώριας παραγόμενης πρώτης ύλης.

Οι κτηνοτρόφοι θεωρούν ότι είναι οι μεγάλοι «ριγμένοι» του κλάδου. Οι εγχώριες τιμές παραγωγού φαίνεται ότι, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί να παρακολουθήσουν τους αντίστοιχους ρυθμούς ανόδου σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Αρκετές και ευδιάκριτες διαφορές υφίστανται στην Ελλάδα, σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές, και σε ό,τι αφορά τα μεγέθη και τον τρόπο με τον οποίο δραστηριοποιείται η γαλακτοβιομηχανία, όπως άλλωστε και τα μεγέθη και την παραγόμενη ποσότητα των μονάδων παραγωγής πρώτης ύλης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι κτηνοτρόφοι θεωρούν ως υπαίτιο για τις χαμηλές τιμές που λαμβάνουν τη γαλακτοβιομηχανία, ενώ η τελευταία «δείχνει» το λιανεμπόριο και τις παροχές που δίνει στις αλυσίδες, προκειμένου να προωθούν τα προϊόντα της.

Μεγάλες παροχές στο λιανεμπόριο
Όπως είπε ο κ. Παναγιώτης Χασάπης, οικονομικός διευθυντής της ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, μιλώντας πρόσφατα σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, με θέμα «Η Βορειοελλαδική Γαλακτοβιομηχανία: Το παρόν και το μέλλον» (τη διοργάνωσε η οικονομική εφημερίδα «Εξπρές»), οι παροχές της γαλακτοβιομηχανίας προς τις μεγάλες αλυσίδες για το φρέσκο γάλα μπορεί να φθάνουν έως και στο 28% της τιμής του προϊόντος!

Ένα τόσο υψηλό ποσοστό επιδρά επιβαρυντικά περισσότερο από άλλους παράγοντες στη διαμόρφωση της τελικής τιμής του προϊόντος, καθώς είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το κόστος των επιστροφών του απώλητου γάλακτος, από τις δαπάνες της διακίνησης στα δίκτυα διανομής κά.

Μάλιστα, ο κ. Χασάπης επισήμανε με νόημα πως «οι λιανεμπορικές αλυσίδες στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν πληρώνουν τη βιομηχανία με επιταγές πέντε κι έξι μηνών, όπως στη χώρα μας, αλλά πολύ νωρίτερα...», ενώ υπογράμμισε πως «εκεί οι παραδόσεις φρέσκου γάλατος στο λιανεμπόριο πραγματοποιούνται ως επί το πλείστον κεντρικά κι όχι κατάστημα προς κατάστημα, όπως στη χώρα μας, πράγμα που ανεβάζει το κόστος της βιομηχανίας».

Στην επιχειρηματολογία του συμπεριέλαβε και πως στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές ο κύκλος ζωής του φρέσκου προϊόντος είναι μεγαλύτερος από όσο στη χώρα μας, αφού ισχύει διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, πράγμα το οποίο πρακτικά εκμηδενίζει τις επιστροφές απώλητου γάλακτος.

Τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με τον τιμολογιακό ανταγωνισμό, οδηγούν σήμερα τις εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες να δηλώνουν πως δεν έχουν κέρδη από το φρέσκο γάλα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν αυξημένους όγκους πωλήσεων. Δηκτικός ήταν ο οικονομικός διευθυντής της ΜΕΒΓΑΛ και για την κατάσταση στην αγορά των γιαουρτιών, όπου οι μεγάλες προσφορές της βιομηχανίας έχουν συμπιέσει θεαματικά τόσο τις τιμές όσο και τα περιθώρια κέρδους όλων των «παιχτών» της εγχώριας αγοράς.

Στο γιαούρτι ο ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις, όπως στις προσφορές τύπου «2+2 δώρο». Φτάνει μία βιομηχανία να κάνει την αρχή για να την ακολουθήσουν κι οι υπόλοιπες, ρίχνοντας συνολικά τα κέρδη όλης της βιομηχανίας του κλάδου.


Μη βιώσιμη η τιμολόγηση της φέτας στο εξωτερικό
Καταστάσεις «κανιβαλισμού» επικρατούν και στην αγορά της φέτας, ιδιαίτερα στον εξαγωγικό τομέα, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις το προϊόν πωλείται σε εξευτελιστικές τιμές. Αυτό έχει αποτέλεσμα το ζητούμενο της ανταγωνιστικής επιβίωσης να θέτει σε κάποιους το δίλημμα της υποβάθμισης της παραγωγής τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το διασημότερο Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) της χώρας. Στον βαθμό που οι μεγάλες βιομηχανίες απέχουν από το «σκότωμα» των τιμών της φέτας στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ, τη θέση τους παίρνουν πολλές φορές οι μικροί παραγωγοί, που δεν σέβονται πάντα τις προδιαγραφές παραγωγής.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Χασάπης, για ένα κιλό φέτας το κόστος μόνο της πρώτης ύλης (γάλα) ανέρχεται σε 3,59 ευρώ. Με το πέρας όλης της παραγωγικής διαδικασίας, το τελικό προϊόν έχει ένα κόστος 4,60-4,70 ευρώ το κιλό. Επομένως, όταν πχ το γερμανικό σούπερ μάρκετ πουλά τη συσκευασία φέτας των 200 γραμμαρίων προς 1,79 ευρώ αυτό σημαίνει ότι, εφόσον αφαιρεθούν από την τιμή λιανικής ο γερμανικός ΦΠΑ (7%), το περιθώριο κέρδους της λιανεμπορικής αλυσίδας (35%-40%) και των διανομέων (15%-20%) και το μεταφορικό κόστος από την Ελλάδα (0,15-0,20 ευρώ ανά κιλό), η ελληνική τυροκομία πωλεί το προϊόν της στη μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης προς 4,15-4,50 ευρώ κιλό, δηλαδή κάτω του κόστους παραγωγής (4,60-4,70)!

«Έτσι, βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας, καθώς τέτοια επίπεδα τιμών θέτουν βραχυπρόθεσμα ζήτημα βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που ασκούν εξαγωγικές δραστηριότητες, απομακρύνοντας τις υγιείς τυροκομικές επιχειρήσεις από το συγκεκριμένο πεδίο, πράγμα που καταγράφεται στα επίσημα σχετικά στατιστικά στοιχεία, τα οποία σήμερα δείχνουν μια μείωση των διεθνών πωλήσεων φέτας, τόσο σε όγκο όσο και σε αξία», τόνισε με έμφαση ο οικονομικός διευθυντής της ΜΕΒΓΑΛ.

Η έλλειψη συντονισμένης πολιτικής στη φέτα έχει καταστροφικά αποτελέσματα, καθώς αντί η κατοχύρωση της ονομασίας της ως ΠΟΠ να συμβάλλει στην ενίσχυση του premium χαρακτήρα του προϊόντος, τελικά πωλείται στα ράφια των σούπερ μάρκετ του εξωτερικού φθηνότερα από τις απομιμήσεις της, κατέληξε ο κ. Χασάπης.

Η ελληνική κτηνοτροφία «στην εντατική»
Με τη φράση «η αγελάδα στέρεψε επικίνδυνα», ο κ. Παναγιώτης Πεβερέτος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, περιέγραψε κατά τη διάρκεια της ίδιας εκδήλωσης τη δεινή θέση του κλάδου στη χώρα μας, αναλαμβάνοντας το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί στους παραγωγούς αναφορικά με την αδύναμη οργάνωσή τους σε επίπεδο συνεταιριστικής βάσης.

Τόνισε ότι η παραγωγή γάλακτος στη χώρα μας βαίνει διαρκώς μειούμενη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 2009 η εγχώρια παραγωγή ανήλθε στους 700.000 τόνους και το 2010 αναμένεται περαιτέρω συρρίκνωσή της κατά 10%, η ποσόστωση για την εγχώρια παραγωγή ανέρχεται στους 840.000 τόνους. Ο ομιλητής έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον του κλάδου, βλέποντας «μπαράζ» εγκατάλειψης των κτηνοτροφικών μονάδων, δεδομένης, όπως είπε, «της αδιαλλαξίας των βιομηχανιών να ανεβάσουν τις τιμές». Ειδικότερα, επισήμανε ότι, ενώ προ δεκαετίας οι ελληνικές κτηνοτροφικές μονάδες ανέρχονταν στις 35.000, σήμερα ο αριθμός τους κυμαίνεται στις 3.000.

Λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ο κλάδος βρίσκεται στην εντατική», ο κ. Πεβερέτος υπογράμμισε τη σημασία διάσωσής του «έστω και την τελευταία στιγμή», καθώς από την κτηνοτροφία ζουν περί τις 130.000 οικογένειες, όπως και άλλοι 300.000 άνθρωποι συναφών κλάδων, ενώ περισσότερες από 15.000 επιχειρήσεις, που απασχολούν τουλάχιστον 100.000 άτομα, εξαρτώνται από την πορεία της.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Πεβερέτος πρότεινε τον επανασχεδιασμό της κτηνοτροφικής πολιτικής, την αξιοποίηση των ελληνικών ζωοτροφών, την αναδιάρθρωση του πλαισίου της γενετικής βελτίωσης και των υπηρεσιών του κράτους για στήριξη της παραγωγής, την υιοθέτηση του fast tracking για τις αδειοδοτήσεις των κτηνοτροφικών μονάδων και τον σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό του κλάδου. Γνωστοποίησε δε ότι σύντομα πρόκειται να γίνει πραγματικότητα η δημιουργία διεπαγγελματικής επιτροπής για το γάλα και το κρέας.

Πώς σκέφτονται στο λιανεμπόριο
Υπερβολικές χαρακτηρίζονται οι αιτιάσεις κατά των σούπερ μάρκετ του κ. Παναγιώτη Χασάπη (ΜΕΒΓΑΛ), από στελέχη αλυσίδων του κλάδου. Οι συνομιλητές μας, αν και δεν απέκλεισαν ότι το ύψος των παροχών της εν λόγω γαλακτοβιομηχανίας στο φρέσκο γάλα φτάνει έως 28% σε κάποιες λιανεμπορικές αλυσίδες, τόνισαν ότι σε αυτές σίγουρα δεν συγκαταλέγονται οι δικές τους εταιρείες. Ούτε κι ένα τέτοιο ύψος παροχών, λένε, συνιστά τον κανόνα στη συνεργασία γαλακτοβιομηχανιών-οργανωμένου λιανεμπορίου...

Ο κ. Χάρης Κυρλής, εμπορικός διευθυντής της Αφοί Βερόπουλοι, αφού υπενθύμισε τη στρατηγική πρωτοβουλία της εταιρείας του να διαθέτει φτηνό γάλα ποιότητας, πράγμα που της έδωσε σημαντικό μερίδιο στην κατηγορία, διερωτήθηκε: «ποιος ο λόγος να ασχολούμαστε με τις εισαγωγές γάλατος, αν οι παροχές της γαλακτοβιομηχανίας ήταν προσοδοφόρες όσο τουλάχιστον υπονοείται;».

Εξάλλου, όπως εξήγησε, και μόνον η στρατηγική διαφοροποίηση κάθε αλυσίδας όσον αφορά στους στόχους και την προσδοκία της από την κατηγορία του γάλατος, δεν αφήνει περιθώρια αφοριστικών γενικεύσεων εκ μέρους των γαλακτοβιομηχάνων. Πράγματι, ενώ πχ για την Αφοί Βερόπουλοι η προσφορά φθηνού φρέσκου γάλατος λειτουργεί κυρίως ως κίνητρο προσέλκυσης πελατών, προκειμένου να ενισχύονται συνολικότερα τα μεγέθη των πωλήσεών της, άλλες αλυσίδες εστιάζονται στην προώθηση των εγχώριων μαρκών του προϊόντος, με πρώτιστο σκοπό την προσοδοφόρα αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας που προσφέρει ο μεταξύ τους ανταγωνισμός.

Ο κ. Κυρλής τόνισε ότι η εξ αρχής πρόθεση της Αφοί Βερόπουλοι να συνεργάζεται με εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες για τη διάθεση φθηνού γάλατος, δεν βρήκε την αναμενόμενη ανταπόκριση, πράγμα που την έστρεψε στην αναζήτηση προμηθευτών γάλατος στο εξωτερικό. «Η διάθεση συνεργασίας των ελλήνων γαλακτοβιομηχάνων συνήθως εκφράζεται κατόπιν εορτής, δηλαδή αφότου συνάψουμε κάποια συνεργασία με διεθνείς ανταγωνιστές τους κι η προσφορά μας αρχίσει να "σπάει ταμεία"...», σχολίασε με νόημα.

Από την πλευρά του ο κ. Γιώργος Αρχολέκας, διευθυντής αγορών αλλοιώσιμων της Μετρό, επισήμανε ως αυτονόητο το γεγονός ότι «οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ ούτως ή άλλως δεν καρπώνονται ολόκληρο το ποσοστό της παροχής του προμηθευτή, αφού, προκειμένου να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους, ένα μέρος αυτού του ποσοστού το προσφέρουν, μέσω της πολιτικής τιμών που ακολουθούν, στους πελάτες τους».

Και σε τελική ανάλυση «όταν κάποιος μιλάει για παροχές δεν πρέπει να ξεχνά ότι το σχετικό λειτουργικό κόστος των αλυσίδων ξεπερνάει το 20%», επανέρχεται ο κ. Κυρλής.

Φταίει το λιανεμπόριο;
Είναι γεγονός ότι η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία, τουλάχιστον όσον αφορά στο φρέσκο γάλα, προχωρά ασθμαίνοντας, «τα νούμερα δεν της βγαίνουν». Αλλά είναι σίγουρο ότι δεν ευθύνεται το οργανωμένο λιανεμπόριο, αν λχ οι τιμές μεταξύ επώνυμου και PL γάλατος έτειναν να συγκλίνουν για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, μετά το τιμολογιακό κεφαλοκλείδωμα του leader της κατηγορίας στους ανταγωνιστές του.

«Γιατί, άραγε, εφόσον έτσι γονατίζει κι η δική του κερδοφορία;», διερωτώντο μέχρι πρόσφατα (ρητορικώς όμως) όσοι φρονούν ότι η μοναδική λογική εξήγηση αυτής της επιλογής ήταν η υλοποίηση ενός σχεδίου κυριαρχίας στην εγχώρια αγορά, έστω και με ζημιές, με σκοπό ενδεχομένως την πώληση του κυριάρχου σε... βασιλική τιμή!

Οι πρόσφατες... ανατιμητικές εξελίξεις, πάντως, ήτοι η λήξη της περιόδου «κεφαλοκλειδώματος», έδειξαν ότι τα τραύματα του leader ήταν μάλλον περισσότερο οδυνηρά από όσα πέτυχε στους ανταγωνιστές του. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι το αντελήφθη ακριβώς την εποχή που οι καταναλωτές δεν φαίνονται διατεθειμένοι να συμμερίζονται το παραμικρό από τα ρίσκα και τα πάθη του ανταγωνισμού των βιομηχάνων.

Το οργανωμένο λιανεμπόριο δεν ευθύνεται επίσης, αν η εγχωρίως παραγόμενη πρώτη ύλη είναι περίπου διπλάσιας τιμής της μέσης ευρωπαϊκής, πράγμα που υποχρεώνει την ελληνική γαλακτοβιομηχανία να πουλά ακριβότερα. Πράγματι, ενώ το χύμα αγελαδινό γάλα που εισάγεται για τις ανάγκες της παραγωγής γιαουρτιού αγοράζεται προς 0,22-0,25 ευρώ το λίτρο, το εγχώρια παραγόμενο κοστίζει 0,37-0,44 ευρώ.

Αλλά η οργανωμένη λιανική δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεν αποτελεί μέρος του χρόνιου διαρθρωτικού προβλήματος επιβίωσης της πρωτογενούς παραγωγής και της πειθαναγκαστικής δέσμευσής της στις αξιώσεις του κλαδικού ανταγωνισμού των βιομηχανικών πελατών της. Ούτε έχει λόγο για την απουσία μιας εθνικής στρατηγικής, ικανής να αναχαιτίσει με όρους ανάπτυξης το ξεχαρβάλωμα και της πρωτογενούς παραγωγής και της ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας.

Επομένως, η οργανωμένη λιανική αρκείται στο ελάχιστο που μπορεί να κάνει υπέρ του καταναλωτή: είτε εισάγει φτηνό ποιοτικό παστεριωμένο γάλα είτε αξιοποιεί μεσοπρόθεσμα τις ευκαιρίες που της παρέχει το ενδοκλαδικό «ξεκαθάρισμα» των γαλακτοβιομηχάνων, για την παραγωγή φθηνού φρέσκου γάλατος με τις δικές της φίρμες.

Επιπροσθέτως δεν ευθύνεται για το αν το κόστος του ελληνικού branding του φρέσκου γάλατος, που επιβαρύνει τις τιμές, είναι για λόγους ενδοκλαδικού ανταγωνισμού των ελλήνων γαλακτοβιομηχάνων αναλογικά υψηλότερο του μέσου ευρωπαϊκού. Αυτή, λοιπόν, η ανεξαρτησία της οργανωμένης λιανικής ενοχλεί, έλκοντας τα πυρά όσων βρίσκονται με την «πλάτη στον τοίχο», έναν τοίχο που ασφαλώς δεν τον έχτισαν οι λιανέμποροι.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το κόστος των μεταφορικών του φρέσκου γάλατος είναι υψηλότερο απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, κυρίως λόγω του γεωφυσικού ανάγλυφου της χώρας, κι ότι το επιστρεφόμενο προϊόν, δηλαδή το απούλητο στο ράφι, κυμαίνεται περίπου στο 6% με 17% επί του συνόλου των λιανεμπορικών παραγγελιών συνιστά τον πραγματικό πονοκέφαλο των γαλακτοβιομηχάνων από τη σχέση τους με τη λιανική. Όλα τα υπόλοιπα δεν συνιστούν «πονοκέφαλο» εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων, αλλά συμπτώματα ιδιοπάθειας.

Έτσι έχοντας τα πράγματα, όμως, το πλεονέκτημα της ελληνικής βιομηχανίας γάλατος να διαθέτει φρέσκο γάλα μετατρέπεται σε πρόβλημα του είδους «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα»: Η παραίτηση από την προσφορά φρέσκου ελληνικού γάλατος ανοίγει τις πόρτες της εισαγωγής ξένων μαρκών γάλατος, ενώ η εμμονή στη διάθεσή του με τους νυν όρους του κλαδικού ανταγωνισμού (που αποδεικνύεται, όπως είπαμε, σκοτσέζικο ντουζ) σφίγγει όλο και περισσότερο τον βρόγχο.

Αλλά ούτε σε αυτό μπορεί να δώσει απαντήσεις το λιανεμπόριο. Τις δίνει, ωστόσο, η ίδια η γαλακτοβιομηχανία: ήδη το μερίδιο του γάλατος υψηλής παστερίωσης, διάρκειας 30 ημερών, φτάνει στα ράφια της οργανωμένης λιανικής το 40% ή περισσότερο, κερδίζοντας από χρόνο σε χρόνο μια-δυο ποσοστιαίες μονάδες. Εν προκειμένω στον «κανόνα» της αυτορύθμισης των αγορών φαίνεται ότι οι τεχνολογικές λύσεις υπερτερούν των τιμολογιακών ρυθμίσεων...

Γιαούρτι: Τα κέρδη της ανακωχής
Πάντως, τα πράγματα στην αγορά του γιαουρτιού τώρα εξελίσσονται ασφαλώς ομαλότερα για τη γαλακτοβιομηχανία, μετά τη διακοπή του «γιαρτοπολέμου» το φθινόπωρο. Τότε ήταν που «κόπηκαν» οι προσφορές, οι οποίες κλιμακούμενες έως τον τύπο του «2+2 δώρο», δοκίμασαν με σφοδρότητα την κερδοφορία της βιομηχανίας.

Μαζί με τη διακοπή των προσφορών, πέρασε εμμέσως και μια ανατίμηση στο προϊόν της τάξης του 8%-12%, που εξισορρόπησε τα πράγματα. Έτσι πλέον προσφέρονται στον καταναλωτή απλούστερες συσκευασίες (τριάδας ή μονάδας συσκευασίας γιαουρτιού), χαμηλότερης τιμής εκείνης που ίσχυε προ της έναρξης του «γιαουρτοπολέμου». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα κέρδη της γαλακτοβιομηχανίας πριν την έναρξή του κάνουν πολλούς να αναστενάζουν από νοσταλγία...

Το εισαγόμενο χύμα αγελαδινό γάλα για την παρασκευή γιαουρτιού αποτελεί δικλείδα ασφαλείας για το βιομηχανικό κόστος. Τα «καλά λεφτά», ωστόσο, δεν τα φέρνει το στραγγιστό γιαούρτι, η παραγωγή του οποίου ανά λίτρο απαιτεί τέσσερα λίτρα γάλα. Στο μη στραγγιστό, όμως, η αναλογία πρώτης ύλης-τελικού προϊόντος είναι περίπου ένα προς ένα. Κι όμως η διαφορά τιμής πώλησης μεταξύ των δύο τύπων δεν φτάνει καν το 20%!

σελφ σερβις (T. 403)
« 1 2 3 4 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION