σελφ σερβις - Ενός φαύλου κύκλου... μύριοι έπονται

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βιομηχανία

Ενός φαύλου κύκλου... μύριοι έπονται

19 Μαΐου 2010 | 13:13 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Τάσεις

Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών βαίνει στην ίδια τροχιά του φαύλου κύκλου των ελλειμμάτων, δημοσιονομικών και ανταγωνιστικότητας, στην οποία στροβιλίζεται σήμερα όλη η ελληνική κοινωνία κι η αγορά της, ζαλισμένη από τις συνέπειες της ύφεσης. Στο μεταξύ, ενώ η εισοδηματική κι εργασιακή κατάσταση των Ελλήνων επιδεινώνεται, συνειδητοποιείται ότι οι ωδίνες της ύφεσης θα είναι μακρού χρόνου κι ο τοκετός της ανάπτυξης αβέβαιος.

Το ρεπορτάζ αυτό γράφηκε στο διάστημα μεταξύ της ανακοίνωσης για την επίσπευση, με τις διαδικασίες του επείγοντος, της διαμόρφωσης των νέων ρυθμίσεων για την περαιτέρω ευελιξία στην εγχώρια αγορά εργασίας και εν όψει της κρίσιμης για το μέλλον της χώρας, αλλά και της ΟΝΕ, Ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής της 25ης Μαρτίου.

Τα ερωτήματα που θέσαμε σε ηγετικά στελέχη της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, εκ των οποίων άλλα συμμετείχαν στη συζήτηση κι άλλα δήλωσαν τον σκεπτικισμό τους, αποφεύγοντας τις δηλώσεις, συνοψίζονται στα εξής:

Θα δημιουργήσει πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις η περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργασίας και η απελευθέρωση των απολύσεων; Είναι δυνατόν αυτά να ισοσκελίσουν κάπως τις απώλειες από τη γενικευμένη συρρίκνωση της ζήτησης; Είναι σε θέση η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων να σχεδιάσει το μέλλον της υπό συνθήκες επιδείνωσης της ύφεσης και με ασαφείς τις πολιτικές δυνατότητες για την αντιμετώπισή της σε αναπτυξιακή κατεύθυνση; Μπορεί να απορροφήσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις στις τιμές λιανικής, λόγω του σταθεροποιητικού προγράμματος;

Ομόκεντροι οι κύκλοι της φαυλότητας
Είναι τελικά θέμα ψυχοσύνθεσης, αν όχι μέτρου αγνοίας, ο βαθμός της αισιοδοξίας καθενός για την επιούσα, όταν η χώρα καταβάλλει κάθε εβδομάδα στους διεθνείς πιστωτές της περίπου 1 δισ. ευρώ και κάθε εβδομάδα το ξαναδανείζεται με τοκογλυφικούς όρους. Αυτό που συμβαίνει είναι ένας φαύλος κύκλος, οπότε το αναγκαστικό «στύψιμο» της ελληνικής κοινωνίας και της αγοράς της αποβλέπει στο σπάσιμό του. Αλλά είναι αυτό εφικτό;

Το χρέος της χώρας υπολογίζεται γύρω στα 326 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου τα 80 θα καταβληθούν φέτος για τοκοχρεολύσια και βραχυπρόθεσμους τίτλους. Η πληρωμή τους θα γίνει κατά ένα μέρος από τα δημόσια έσοδα και κατά το υπόλοιπο από νέο δανεισμό, ο οποίος, όμως, θα διογκώσει το χρέος της χώρας, ώστε οι ανάγκες της εξυπηρέτησής του το 2011 θα πλησιάσουν τα 100 δισ. ευρώ -όσο, δηλαδή, το σύνολο, περίπου, των δημοσίων δαπανών του κράτους! Πιστεύει κανείς ότι έτσι εύκολα ξεμπλέκει με τους πιστωτές;

Άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, όλοι κατανοούν σήμερα ότι αυτό που πληρώνουμε, τελικά, απειλούμενοι με φαλιμέντο, είναι το ισχύον -τουλάχιστον από το 1996- οικονομικό υπόδειγμα της συνεχούς διεύρυνσης της καταναλωτικής δαπάνης (κυρίως ιδιωτικής, αλλά και δημόσιας), δηλαδή ένα μοντέλο «ευημερίας» στηριγμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δανεικά. Αλλά ποιο είναι, τάχα, το ύψος του χρέους, στο οποίο ένα κράτος χρεοκοπεί;

Οι συζητούμενοι διεθνώς «δείκτες κινδύνου χρεοκοπίας» (λχ ο λόγος του χρέους προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων ενός κράτους, το χρέος είτε ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε ως σχέση ιδιωτικού/δημόσιου δανεισμού κλπ) δεν δίνουν απάντηση στο ερώτημα. Εκείνος που το απαντά, όμως, είναι τα εκάστοτε τραπεζικά και κερδοσκοπικά κεφάλαια που αγοράζουν το κρατικό χρέος -τα ίδια που θεωρούν αξιόχρεη την Ιαπωνία, με δημόσιο χρέος 187%, και χρεοκοπημένες την Ουγγαρία και τη Λετονία, με αντίστοιχα χρέη κάτω του 40%!

Αν οι διεθνείς πιστωτές αποφασίσουν ότι τους συμφέρει η χρεοκοπία ενός κράτους, θυσιάζουν προσώρας ένα μέρος των αξιώσεών τους έναντί του, επιβάλλοντάς του την ίδια στιγμή μακροπρόθεσμα εξοντωτικούς όρους νέου δανεισμού. Η κατάσταση χρεοκοπίας, με άλλα λόγια, ανοίγει έναν φαύλο κύκλο, από την κίνηση του οποίου κερδίζουν οι πιστωτές...

Το ρεπορτάζ αυτό γράφηκε στο διάστημα μεταξύ της ανακοίνωσης για την επίσπευση, με τις διαδικασίες του επείγοντος, της διαμόρφωσης των νέων ρυθμίσεων για την περαιτέρω ευελιξία στην εγχώρια αγορά εργασίας και εν όψει της κρίσιμης για το μέλλον της χώρας, αλλά και της ΟΝΕ, Ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής της 25ης Μαρτίου.

Τα ερωτήματα που θέσαμε σε ηγετικά στελέχη της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, εκ των οποίων άλλα συμμετείχαν στη συζήτηση κι άλλα δήλωσαν τον σκεπτικισμό τους, αποφεύγοντας τις δηλώσεις, συνοψίζονται στα εξής:

Θα δημιουργήσει πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις η περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργασίας και η απελευθέρωση των απολύσεων; Είναι δυνατόν αυτά να ισοσκελίσουν κάπως τις απώλειες από τη γενικευμένη συρρίκνωση της ζήτησης; Είναι σε θέση η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων να σχεδιάσει το μέλλον της υπό συνθήκες επιδείνωσης της ύφεσης και με ασαφείς τις πολιτικές δυνατότητες για την αντιμετώπισή της σε αναπτυξιακή κατεύθυνση; Μπορεί να απορροφήσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις στις τιμές λιανικής, λόγω του σταθεροποιητικού προγράμματος;

Ομόκεντροι οι κύκλοι της φαυλότητας
Είναι τελικά θέμα ψυχοσύνθεσης, αν όχι μέτρου αγνοίας, ο βαθμός της αισιοδοξίας καθενός για την επιούσα, όταν η χώρα καταβάλλει κάθε εβδομάδα στους διεθνείς πιστωτές της περίπου 1 δισ. ευρώ και κάθε εβδομάδα το ξαναδανείζεται με τοκογλυφικούς όρους. Αυτό που συμβαίνει είναι ένας φαύλος κύκλος, οπότε το αναγκαστικό «στύψιμο» της ελληνικής κοινωνίας και της αγοράς της αποβλέπει στο σπάσιμό του. Αλλά είναι αυτό εφικτό;

Το χρέος της χώρας υπολογίζεται γύρω στα 326 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου τα 80 θα καταβληθούν φέτος για τοκοχρεολύσια και βραχυπρόθεσμους τίτλους. Η πληρωμή τους θα γίνει κατά ένα μέρος από τα δημόσια έσοδα και κατά το υπόλοιπο από νέο δανεισμό, ο οποίος, όμως, θα διογκώσει το χρέος της χώρας, ώστε οι ανάγκες της εξυπηρέτησής του το 2011 θα πλησιάσουν τα 100 δισ. ευρώ -όσο, δηλαδή, το σύνολο, περίπου, των δημοσίων δαπανών του κράτους! Πιστεύει κανείς ότι έτσι εύκολα ξεμπλέκει με τους πιστωτές;

Άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, όλοι κατανοούν σήμερα ότι αυτό που πληρώνουμε, τελικά, απειλούμενοι με φαλιμέντο, είναι το ισχύον -τουλάχιστον από το 1996- οικονομικό υπόδειγμα της συνεχούς διεύρυνσης της καταναλωτικής δαπάνης (κυρίως ιδιωτικής, αλλά και δημόσιας), δηλαδή ένα μοντέλο «ευημερίας» στηριγμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δανεικά. Αλλά ποιο είναι, τάχα, το ύψος του χρέους, στο οποίο ένα κράτος χρεοκοπεί;

Οι συζητούμενοι διεθνώς «δείκτες κινδύνου χρεοκοπίας» (λχ ο λόγος του χρέους προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων ενός κράτους, το χρέος είτε ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε ως σχέση ιδιωτικού/δημόσιου δανεισμού κλπ) δεν δίνουν απάντηση στο ερώτημα. Εκείνος που το απαντά, όμως, είναι τα εκάστοτε τραπεζικά και κερδοσκοπικά κεφάλαια που αγοράζουν το κρατικό χρέος -τα ίδια που θεωρούν αξιόχρεη την Ιαπωνία, με δημόσιο χρέος 187%, και χρεοκοπημένες την Ουγγαρία και τη Λετονία, με αντίστοιχα χρέη κάτω του 40%!

Αν οι διεθνείς πιστωτές αποφασίσουν ότι τους συμφέρει η χρεοκοπία ενός κράτους, θυσιάζουν προσώρας ένα μέρος των αξιώσεών τους έναντί του, επιβάλλοντάς του την ίδια στιγμή μακροπρόθεσμα εξοντωτικούς όρους νέου δανεισμού. Η κατάσταση χρεοκοπίας, με άλλα λόγια, ανοίγει έναν φαύλο κύκλο, από την κίνηση του οποίου κερδίζουν οι πιστωτές...


Ανταγωνιστικότητα: Ο κύκλος δεν τετραγωνίζεται!
Η Γερμανία την τελευταία εικοσαετία έγινε μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες στον κόσμο. Μόνο το 2008 αποκόμισε έναντι του Μεσογειακού Ευρωπαϊκού Νότου (Ελλάδα, Ιταλία, Ιβηρική) και της Ιρλανδίας ένα εμπορικό πλεόνασμα 47 δισ. ευρώ, από το οποίο προκύπτουν απαιτήσεις των γερμανικών τραπεζών της τάξης των 550 δισ. ευρώ -δηλαδή, των ίδιων (μεταξύ άλλων) τραπεζών, που αγοράζουν τα χρέη του Νότου. Πώς το πέτυχε αυτό;

Σύμφωνα με τη Eurostat, οι γερμανικοί μισθοί μεταξύ 1995 και 2006 αυξήθηκαν μόλις 9,5%, έναντι 49% των γαλλικών, 103% των ισπανικών και 128% των βρετανικών. Την ίδια περίοδο η εσωτερική ζήτηση στη Γερμανία αυξήθηκε μόλις 9% σε τρέχουσες τιμές -και δη με μηδενικό πληθωρισμό τα τελευταία χρόνια- έναντι 29% στη Γαλλία, 61% στην Ισπανία και 43% στη Βρετανία.

Είναι δυνατόν να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο του ανταγωνισμού στην... αύξηση της ανταγωνιστικότητας με τους ισχυρούς Ευρωπαίους εταίρους, όταν το κόστος της εργασίας στην Ελλάδα είναι ήδη το χαμηλότερο στην ΕΕ και, ενώ πορευόμαστε με αρνητική ανάπτυξη, ο πληθωρισμός αναμένεται φέτος γύρω στο 3%; Κι αν ακόμα οι Έλληνες εργαζόμενοι συναγωνιστούν στην πενία τους άνεργους συναδέλφους τους, που πληθύνονται, θα αλλάξει κάτι;...

Να ποιο είναι το θεωρητικό πλαίσιο των προβληματισμών και των ανησυχιών μας, που μας έδωσε το κίνητρο να αναζητήσουμε σχετικά τον λόγο της πράξης, μεταξύ διακεκριμένων συνομιλητών από τον χώρο της παραγωγής. Όσης έμεινε στη χώρα την τελευταία τριακονταετία...

Εθελοτυφλούν όσοι αισιοδοξούν
«Τη διάρκεια και την ένταση της ύφεσης στη χώρα μας κανείς δεν μπορεί να την προβλέψει. Όλα εξαρτώνται από την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων, που ναι μεν κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι άτολμα και έχουν αργήσει πολύ», εκτιμά ο κ. Νίκος Καραγεωργίου, διευθύνων σύμβουλος της Τρία Άλφα ΑΕΒΕ και πρόεδρος του ΣΕΒΤ, τονίζοντας: «Εθελοτυφλούν όσοι μιλούν για ανάπτυξη μέσα στα δύο επόμενα χρόνια. Η εξισορρόπηση των δημοσίων οικονομικών, ο έλεγχος του εφιαλτικού δημοσίου χρέους και του επίσης εφιαλτικού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών είναι πρώτη προτεραιότητα. Στο εξής, μετά την ουσιαστική χρεοκοπία του δημοσίου τομέα, η επιχειρηματικότης είναι η μόνη που μπορεί να προσφέρει ανάπτυξη και νέες δουλειές. Για να αυξηθούν οι επενδύσεις και να προσελκυστούν ξένοι επενδυτές, πράγμα αναγκαίο για την ανάπτυξή μας, απαιτείται ένα απλό, σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο και νομικό καθεστώς, δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, που υπάρχει και μόνο για να υφίσταται η διαφθορά, και απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων. Κυρίως, όμως, απαιτείται η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος, όπου θα αναγνωρίζεται η σημασία της επιχειρηματικής δράσης για την συνολική ευημερία του τόπου και θα διευκολύνεται η άνθησή της».

«Ρωτάτε αν μπορούμε να σχεδιάσουμε το μέλλον μας σε καιρό κρίσης. Και πότε ο Έλληνας επιχειρηματίας, ανεξαρτήτως συγκυρίας, γνώριζε τι θα του ξημερώσει; Υποχρεωθήκαμε να ζούμε σε ένα περιβάλλον διαρκούς ρευστότητας -οικονομικής και φορολογικής, νομοθετικής κοκ. Όπως τα βγάλαμε ως τώρα πέρα, αυτό θα γίνει και τώρα», λέει σε τόνο πικρού χιούμορ η κυρία Αλεξάνδρα Πίττα-Χαζάπη, διευθύνουσα σύμβουλος της Αττική Αλέξανδρος Πίττας ΑΕΒΕ.

Και προσθέτει: «Σε ό,τι μας αφορά, πάντως, ο πρώτος μας στόχος είναι να μην αφήσουμε την ελληνική αγορά χωρίς ελληνικό μέλι. Γιατί, όπως και να ‘ρθουν τα πράγματα, ο κόσμος δεν θα σταματήσει να τρώει».

Αναζητείται νηφαλιότης
«Οι επιχειρήσεις που δούλεψαν σωστά σε εποχές ομαλότητας θα επιβιώσουν, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα υποστούν μείωση κερδών», τονίζει ο κ. Γιώργος Κωστιάνης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Μινέρβα, επισημαίνοντας: «Το θέμα είναι να ενεργούμε σωστά προς όφελος του καταναλωτή. Πώς; Αποσύροντας τους μη κερδοφόρους κωδικούς προϊόντων, επενδύοντας κυρίως στα πρώτης ανάγκης κι όχι στα συμπληρωματικά προϊόντα, προνοώντας για καλά μελετημένη και στοχευμένη διαφήμιση, αυξάνοντας τις εξαγωγές -άρα αναλαμβάνοντας περισσότερο ρίσκο-, πείθοντας τους μετόχους να αποδεχθούν, βάσει προγράμματος, τη μείωση των κερδών, αλλά και οξύνοντας την ευαισθησία μας, σε σχέση με την ποιότητα των προϊόντων, αντίθετα προς όσους την υποβαθμίζουν για να μετριάζουν τις απώλειες. Όμως, αυτά απαιτούν νηφάλια σκέψη, πράγμα που, δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις επιχειρηματιών το δυσχεραίνει σήμερα το άγχος της ανταπόκρισης στις πιέσεις των τραπεζών για συνέπεια στις δανειακές υποχρεώσεις, η αβεβαιότητα για την πορεία των πωλήσεων, η έλλειψη ρευστότητας, ο φόβος για τα επερχόμενα "κανόνια" κλπ».

«Ο κλάδος μας έχει δυνατότητες ανάπτυξης, φτάνει να έχει την κρατική συμπαράσταση», δηλώνει ο κ. Θωμάς Τζίκας, πρόεδρος της ΚΟΝΒΑ ΑΒΕΕ, θέτοντας, πάντως, ως προϋπόθεση «να συνειδητοποιήσουμε οι Έλληνες ότι είναι παράλογο να αγοράζουμε ξένα προϊόντα, όταν υπάρχουν αντίστοιχα ελληνικά ανάλογης τιμής και ποιότητας» και δηλώνοντας την αισιοδοξία του ότι, «αν και η οικονομική συγκυρία είναι πολύ άσχημη, υπάρχουν ευκαιρίες».

«Αν είναι κάτι σήμερα που δραματοποιεί τις δυσκολίες του παραγωγού, αυτό είναι το ευμετάβλητο της καταναλωτικής συμπεριφοράς, την οποία πρέπει να παρακολουθεί στενά περισσότερο παρά ποτέ, ώστε να ανταποκρίνεται επιτυχώς στις ανάγκες του καταναλωτή, για να τον προτιμά», διαπιστώνει ο κ. Παναγιώτης Μίλης, διευθυντής μάρκετινγκ της ΕΨΑ, και προσθέτει: «Μένει να αποδειχθεί ότι η αγορά θα ανταμείψει όσους επιμένουν στη σταθερότητα αρχών και αξιών, που για εμάς, σε αντιδιαστολή με τους μεγάλους του κλάδου, σημαίνει εμμονή στις παραδοσιακές, γνήσια φυσικές, γεύσεις. Ευτυχώς, δραστηριοποιούμαστε σε μια αγορά προϊόντων λίγο ως πολύ σταθερή από άποψη γευστικών επιλογών».

Απελευθέρωση, ελαστικοποίηση, ευελιξία

Σχετικά με τα αναμενόμενα μέτρα της περαιτέρω ελαστικοποίησης της εργασίας, ο κ. Καραγεωργίου φρονεί ότι «κατά τα ισχύοντα στην Ευρώπη είναι προτιμότερη η εφαρμογή τους από το να κλείνουν οι επιχειρήσεις, λόγω της μείωσης της ζήτησης και του αυξημένου εργατικού κόστους, ώστε αυτές να έχουν την ευχέρεια μιας ορθολογικότερης λειτουργίας μέχρι να ξεπεραστεί η κρίση. Έτσι, είναι πιθανόν να αποφευχθούν οι στρατιές των -δυστυχώς μονίμως- ανέργων».

Πάντως, επισημαίνει ότι «στην εταιρεία μας δεν έχουμε εφαρμόσει το ελαστικό ωράριο, ενώ δεν κάναμε καμία απόλυση. Προσπαθούμε να απορροφούμε τις συνέπειες της κρίσης, όχι με τη μείωση του προσωπικού, αλλά με την εντατικοποίηση των προσπαθειών μας».

«Μεσοπρόθεσμα η απελευθέρωση των απολύσεων και η ελαστικοποίηση της εργασίας δεν νομίζω ότι θα προσφέρει πλεονεκτήματα σε επιχειρήσεις, όπως η Μινέρβα», εκτιμά ο κ. Κωστιάνης και εξηγεί: «Τέτοια μέτρα κατά κανόνα αφορούν στις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν άμεσα προβλήματα επιβίωσης και επείγονται να μειώσουν το λειτουργικό τους κόστος -δεν ξέρω, πάντως, πόσες από αυτές, τουλάχιστον στον δικό μας κλάδο, θα είναι σε θέση να αντισταθμίσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και τα ελλείμματα ποιότητας και συνέπειας που έχουν... Γενικότερα, όμως, στον βαθμό που η ρύθμιση της εργασίας, όπως αυτή που συζητούμε, αποδειχθεί ότι ευνοεί συνολικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, αυτό μας ενδιαφέρει, γιατί θα επιδράσει θετικά στην εξωστρέφειά της».

Ο κ. Κωστιάνης εξηγεί ότι για τη διοίκηση μιας εταιρείας-μέλους πολυεθνικού οργανισμού είναι απαραίτητο τεκμήριο η αξιοπιστία της οικονομίας, όπου αυτή δραστηριοποιείται, ώστε να πείθει για τους επενδυτικούς σχεδιασμούς της, καθώς «η ανταγωνιστικότητα είναι βασικό συστατικό της αξιοπιστίας». Σε ό,τι αφορά, όμως, στις σχέσεις εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης, ξεκαθαρίζει: «Δεν μας ενδιαφέρει ούτε η part time εργασία ούτε η outsourcing παράδοση τομέων της δουλειάς μας. Δεν θέλουμε η εφαρμογή τέτοιων μοντέλων να απομακρύνει τον κόσμο μας από την ιδέα ότι εταιρεία αυτή και τα προϊόντα της είναι δική του υπόθεση. Όμως, την ιδέα της κατ’ οίκον εργασίας, λχ τη μία από τις πέντε ημέρες της εβδομάδας, για σύντομη περίοδο του έτους, δεν μπορώ να πω ότι πρέπει να την απορρίψουμε. "Ευελιξία της εργασίας", αυτός είναι ο όρος που μας ταιριάζει».

Το μπούμεραγκ των απολύσεων
«Η απελευθέρωση των απολύσεων θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ, γιατί οι απολυμένοι παύουν να καταναλώνουν το σύνολο των προϊόντων που συνήθιζαν. Έτσι, οι απολύσεις δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο συρρίκνωσης όλης της οικονομίας, χειρότερο εκείνου που η απελευθέρωσή τους υποτίθεται ότι θα έσπαγε. Αυτό λέει η κοινή λογική», τονίζει η κυρία Πίττα-Χαζάπη, προσθέτοντας: «Στην εταιρεία μας ήδη δουλεύουν εργαζόμενοι δεύτερης γενιάς. Θα είμαστε προσεκτικοί και συγκρατημένοι μέχρι να έρθουν καλύτερες ημέρες, αλλά δεν προτιθέμεθα να απολύσουμε κανέναν. Αν δείτε να φτάνουμε ως εκεί, θα πει ότι θα βυθίζεται όλη η χώρα, πράγμα που δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Ούτε πιστεύω ότι πρέπει να τεθεί ζήτημα περικοπής του 13ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Το Δημόσιο είναι που χρειάζεται οικονομική εξυγίανση, όχι ο ιδιωτικός τομέας. Και δεν μιλώ για τον χαμηλόμισθο δημόσιο υπάλληλο, που πληρώνει σήμερα τα σπασμένα, αλλά για κάποιους παράλογα παχυλούς μισθούς των 6.000 ευρώ, όπως διαβάζω στις εφημερίδες, που για να δοθούν στον εργαζόμενο της ιδιωτικής επιχείρησης πρέπει αυτός να είναι υψηλότατο στέλεχος και μάλιστα εξαιρετικών προσόντων!».

«Η ΚΟΝΒΑ φιλοδοξεί να μην απολύσει κανένα εργαζόμενο στη διάρκεια της κρίσης και πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Στην περίπτωσή μας η ελαστικοποίηση του ωραρίου εργασίας ίσως προσφέρει στην επιχείρηση μικρά πλεονεκτήματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, επαναλαμβάνω ότι η καλύτερη άμυνα βρίσκεται στη συνειδητή επιλογή των ελληνικών προϊόντων, γιατί η μόνη σωτηρία της οικονομίας μας είναι να γίνει παραγωγική. Ενισχύοντας τα ελληνικά προϊόντα ο καθένας, διασφαλίζει το δικό του μέλλον», τονίζει ο κ. Τζίκας.

«Η ΕΨΑ είναι μια οικογενειακή επιχείρηση κι από αυτή ζουν περίπου 90 οικογένειες εδώ και πολλά χρόνια. Χρειαζόμαστε τους ανθρώπους μας και μας χρειάζονται. Ήδη είμαστε λίγοι, σε σχέση με τις απαιτήσεις της δουλειάς. Η πρόθεσή μας είναι να γίνουμε περισσότεροι, όχι να κάνουμε απολύσεις!», λέει ο κ. Παναγιώτης Μίλης, διευθυντής μάρκετινγκ της ΕΨΑ. Όπως εξηγεί, η κάμψη της ζήτησης έχει επίδραση στα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας, «αλλά ευτυχώς είναι ανεκτή. Μάλιστα, είναι σαφώς μικρότερη από όσο σε άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, που εξελίσσεται με διψήφια ποσοστά. Εξάλλου, εμείς σήμερα υλοποιούμε ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα, που θα μας φέρει σε πλεονεκτική θέση όταν ομαλοποιηθούν τα πράγματα. Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, ήδη αυξήσαμε κατά πολύ την παραγωγικότητά μας. Παράλληλα, μεριμνάμε για την αξιοποίηση στο έπακρο των ανθρώπινων δυνάμεών μας, με έμφαση στην ενίσχυση του τομέα των πωλήσεων. Πιστεύουμε ότι η κρίση αυτή θα αποδειχθεί ευκαιρία για την εταιρεία μας».

Θα απορροφήσετε το «καπέλο» στον ΦΠΑ;

Νίκος Καραγεωργίου (Τρία Άλφα): Τι άλλο μπορεί να κάνει η βιομηχανία από το να απορροφήσει, στο μέτρο του δυνατού, μέρος αυτών των επιβαρύνσεων, ώστε να μην αυξηθούν περισσότερο οι τιμές, άρα να μην μειωθεί περαιτέρω η ζήτηση;

Γιώργος Κωστιάνης (Μινέρβα): Για επιχειρήσεις με ετήσια κερδοφορία της τάξης του 6%-7%, η απορρόφηση της αύξησης του ΦΠΑ, αλλά και του φόρου καυσίμων, ιδίως σε κλάδους με αυξημένες ανάγκες φυσικής διανομής, όπως η γαλακτοβιομηχανία, συνιστά σημαντική επιβάρυνση. Αλλά έχει νόημα να το συζητούμε περαιτέρω, όταν οι εταιρείες σήμερα, προκειμένου να διατηρήσουν ένα ανεκτό επίπεδο όγκου πωλήσεων, δουλεύουν συνεχώς με προσφορές, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα επίπεδα του κόστους του ΦΠΑ;

Αλεξάνδρα Πίττα-Χαζάπη (Μέλι Αττική): Έστω ότι η βιομηχανία απορροφά την επιβάρυνση του ΦΠΑ εις βάρος των κερδών της. Τι θα κερδίσει το κράτος, εφόσον η μείωση των κερδών της βιομηχανίας θα του αποφέρει μια αντίστοιχη μείωση εσόδων από τους φόρους της; Η φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων επιδρά σημαντικά στα λειτουργικά έξοδα των μελισσοπαραγωγών. Είναι μοιραίο ότι θα επηρεάσει τις τιμές, δεδομένου ότι οι μελισσοπαραγωγοί μας είναι τόσο πιεσμένοι, που αδυνατούν να απορροφήσουν οποιοδήποτε κόστος.

Θωμάς Τζίκας (ΚΟΝΒΑ): Προτιθέμεθα, όχι μόνο να διατηρήσουμε τις τιμές στα περσινά επίπεδα, αλλά να τις μειώσουμε με τις συνεχείς προσφορές. Είναι, ωστόσο, νωρίς να πούμε κάτι περισσότερο, αν δεν δούμε προηγουμένως τη συνολική επιβάρυνση του κόστους, λόγω των νέων μέτρων.

Παναγιώτης Μίλης (ΕΨΑ): Είμαστε από τις εταιρείες που αγοράζουν με ΦΠΑ 21% από τους προμηθευτές τους και πωλούν με ΦΠΑ 10%. Τη διαφορά από την απόδοση του ΦΠΑ που δικαιούμαστε, το κράτος πάντα μας την οφείλει. Στην περίπτωσή μας, αν κάποιος μπορεί να απορροφήσει αυτό το κόστος, αυτός είναι το λιανεμπόριο. Εμείς δουλεύουμε με πολύ μικρότερα περιθώρια κέρδους. Φανταστείτε ότι ο περιπτεράς αγοράζει το μπουκάλι του μισού λίτρου νερού προς 0,12 ευρώ και το πωλεί προς 0,50 ευρώ, ενώ ο παραγωγός στο ποσό του 0,12 ευρώ συμπεριλαμβάνει το κόστος της πρώτης ύλης, το βιομηχανικό κόστος, το κέρδος του και το κέρδος του διανομέα του!

σελφ σερβις (T. 394)
« 1 2 3 4 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION