σελφ σερβις - Αγορά κρασιού: Εξωστρέφεια, ποιοτική αναβάθμιση και εκκαθάριση του κλάδου

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βιομηχανία

Αγορά κρασιού: Εξωστρέφεια, ποιοτική αναβάθμιση και εκκαθάριση του κλάδου

21 Ιανουαρίου 2019 | 16:02 Γράφει η Δήμητρα  Σκούφου Topics: Αγορά

Η στροφή των Ελλήνων καταναλωτών σε πιο ποιοτικά εμφιαλωμένα κρασιά συγκριτικά με το παρελθόν, ο έντονος ανταγωνισμός στο ράφι, αλλά και ο εξαγωγικός προσανατολισμός μικρών και μεγάλων οινοποιών, επειδή το εύρος της ελληνικής αγοράς είναι μικρό –μόλις 350 εκατ. ευρώ–, ενόσω η οικονομική κρίση άφησε νέα σημάδια στον κλάδο τη διετία 2017-2018 προς δόξαν της καταφυγής στο χύμα αδήλωτο κρασί, προσδιορίζουν το στίγμα της ελληνικής οινικής αγοράς.

Tο 2017-2018 η κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 2,143 εκατ. χιλιόλιτρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Συνεταιριστικής Ένωσης Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ), εμφανίζοντας πτώση κατά 2,86% έναντι της περιόδου 2016-2017. Ενδεικτικά η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωσή του την περίοδο 2017/2018 διαμορφώθηκε στα 28,41 λίτρα έναντι 29,24 την περίοδο 2016/2017, όταν προ κρίσης, π.χ. την περίοδο 2007/2008, έφτανε τα 42,26 λίτρα. Η κρίση έδειξε τα δόντια της, καθώς οι καταναλωτές περιόρισαν την κατανάλωση του προϊόντος, τόσο σε όγκο όσο και σε αξία, μειώνοντας τις αγοραζόμενες ποσότητες εμφιαλωμένου ή στρεφόμενοι στο χύμα κρασί.

Βασιλεύει το χύμα
Η πραγματική κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα είναι ασφαλώς μεγαλύτερη και συναρτάται με την αύξηση της ζήτησης του αδήλωτου κυρίως χύμα κρασιού, το μερίδιο του οποίου, σύμφωνα με εκτιμήσεις, αντιστοιχεί στο 60%-65% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης. «Με την οικονομική κρίση και την επιβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο προϊόν οι καταναλωτές στράφηκαν στα φθηνότερα κρασιά και ειδικότερα στα χύμα. Ας μην εκπλήττει κανέναν, λοιπόν, η σημαντική μείωση της κατανάλωσης εμφιαλωμένου κρασιού, με τις όποιες συνέπειες έχει», τονίζει ο κ. Γιάννης Τσέλεπος εκ μέρους της Τσέλεπος Οινοποιητική.

Κατά τον κ. Κώστα Τσιλιλή, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Οινοποιίας και Αποσταγματοποιίας Τσιλιλή και μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, «η πληγή του χύμα, που παράγεται και διακινείται παράνομα, όχι μόνο δεν θεραπεύτηκε με την επιβολή του ΕΦΚ, αλλά μεγιστοποιήθηκε». Ωστόσο, σημειώνει ότι, αν και η μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων συνετέλεσε στη στροφή τους στο χύμα, δεν τους ώθησε στην κατανάλωση φθηνών εισαγόμενων κρασιών, γεγονός που οφείλεται στα ανακλαστικά της αγοράς, η οποία εξορθολόγησε τις τιμές της συγκριτικά με το παρελθόν, είτε γιατί οι εταιρείες μείωσαν τις τιμές τους είτε γιατί κατά διαστήματα ακολουθούν πολιτικές προσφορών.

Σύμφωνα με τα στοιχειά της ΚΕΟΣΟΕ, από την συνολική κατανάλωση εμφιαλωμένων κρασιών το 93% σε αξία αφορά ελληνικούς οίνους και το υπόλοιπο εισαγόμενους. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια στον τομέα των εισαγωγών διαπιστώνεται μια ποιοτική μεταβολή. Ενόσω το 2017 ως προς το 2016 αυξήθηκαν οι εισαγωγές κρασιού σε αξία κατά 8,15%, σε όγκο έπεσαν κατά 18,68%, επισημαίνουν οι εκπρόσωποι της ΚΕΟΣΕΟ. Με άλλα λόγια, προτιμήθηκαν τα ακριβότερα ξένα κρασιά, με πρώτα τα ΠΟΠ, για τα οποία οι Έλληνες πλήρωσαν 25 εκατ. ευρώ, με επόμενα κατά σειρά τα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) και τους Ποικιλιακούς Οίνους. .

Βασικό κριτήριο η τιμή
«Ως αγοραστικό κριτήριο η τιμή του προϊόντος, είναι ισχυρότερο όσο ποτέ! Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό που επηρεάζει την καταναλωτική επιλογή. Είναι και η προσφορά», σχολιάζει ο κ. Αναστάσιος Αθανασόπουλος, εμπορικός διευθυντής της εταιρείας Ελληνικά Κελάρια Οίνων, εξηγώντας: «Ο μέσος καταναλωτής σαφώς ψωνίζει φθηνότερα απ’ ότι στο παρελθόν, όμως τώρα αναζητά και την προσφορά σε αυτό που ψώνιζε ακριβότερα προ δεκαετίας. Όταν τη βρίσκει, εγκαταλείπει εύκολα το φθηνότερο, για ν’ αγοράσει σε τιμή προσφοράς το ακριβότερο κρασί». Ανάλογη άποψη έχει ο κ. Τσέλεπος, συμπληρώνοντας ότι τελευταία ανεβαίνει έντονα η ζήτηση των κρασιών χαμηλού κόστους κάτω των 7 ευρώ τιμής ραφιού. «Οι καταναλωτές που αγοράζουν κρασιά ανεξαρτήτως τιμής είναι πολύ μικρό ποσοστό, της τάξεως μόλις του 6%», λέει, προσθέτοντας ότι ο στόχος είναι το ποσοστό όσων προτιμούν το ποιοτικό εμφιαλωμένο κρασί να φτάσει τουλάχιστον στο 10%.

6,5 στα 10 μπουκάλια είναι λευκοί οίνοι
Οι προτιμήσεις των οινόφιλων παραμένουν διαχρονικά σταθερές. Τα λευκά κρασιά κατέχουν την μερίδα του λέοντος στις εγχώριες προτιμήσεις, σε ποσοστό 65%, ενώ ακολουθούν οι ερυθροί οίνοι με 30% και οι ροζέ με 5%.

Ως προς τις ποικιλίες, όπως εξηγεί ο κ. Αθανασόπουλος, το μοσχοφίλερο και το αγιωργίτικο διατηρούν την πρωτοκαθεδρία και έπονται οι λοιπές γηγενείς ποικιλίες: Το σαββατιανό, ο ροδίτης, το ασύρτικο, η μαλαγουζιά, το μοσχάτο και το ξινόμαυρο. «Παρ’ όλα αυτά την τελευταία εικοσαετία ανοδικές τάσεις στη ζήτηση έχουν και οι «ξενικές» ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, όπως το Chardonnay, το Sauvignon Blanc, το Cabernet, το Μerlot και το Syrah», λέει. Εξάλλου, σχολιάζει ότι το κανάλι της μαζικής εστίασης διακινεί μετά βίας το 25%-30% των εμφιαλωμένων οίνων κι αυτό γιατί οι τουριστικές περιοχές της χώρας προτιμούν το εμφιαλωμένο, ακόμα κι αν πρόκειται να το χρυσοπληρώσουν! «Βλέπετε, η έννοια του «χύμα» στα μάτια των ξένων τουριστών είναι μάλλον άγνωστη (το λεγόμενο local wine) και προφανώς συνδέεται με το χαμηλής ποιότητας προϊόν. Στην υπόλοιπη αστική Ελλάδα το εστιατόριο διακινεί ελάχιστα το εμφιαλωμένο κρασί», τονίζει. Κατά τα λοιπά ένα 10%-15% των εμφιαλωμένων κρασιών διατίθεται από τις κάβες στη λιανική, ενώ τα σούπερ μάρκετ κατέχουν το μεγάλο μερίδιο της διανομής τους, που κυμαίνεται άνω του 55% και κάτω του 60%. «Εάν μιλήσουμε για το χύμα κρασί, κατά το 70% διατίθεται στη μαζική εστίαση, κατά το 20% από τις κάβες και κατά το υπόλοιπο 10% από τα σούπερ μάρκετ, για τις ανάγκες κυρίως των πιο χαμηλά εισοδηματικών ομάδων των πελατών τους», εξηγεί ο κ. Αθανασόπουλος.



Κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα
Έτη Ποσότητες σε χιλ. χιλιόλιτρα Ανά κάτοικο Ανά καταναλωτή
2007-2008 3.188 30,4 42,26
2008-2009 2.926 27,9 38,79
2009-2010 3.248 30,9 43,05
2010-2011 2.852 27,2 37,8
2011-2012 2.923 27,8 38,75
2012-2013 3.068 29,2 40,67
2013-2014 2.931 27,9 38,85
2014-2015 2.347 22,4 31,11
2015-2016 2.404 22,9 31,86
2016/2017 2.206 21,01 29,24
2017/2018 2.143 20,41 28,41

Tο 2017-2018 η κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 2,143 εκατ. χιλιόλιτρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Συνεταιριστικής Ένωσης Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ), εμφανίζοντας πτώση κατά 2,86% έναντι της περιόδου 2016-2017. Ενδεικτικά η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωσή του την περίοδο 2017/2018 διαμορφώθηκε στα 28,41 λίτρα έναντι 29,24 την περίοδο 2016/2017, όταν προ κρίσης, π.χ. την περίοδο 2007/2008, έφτανε τα 42,26 λίτρα. Η κρίση έδειξε τα δόντια της, καθώς οι καταναλωτές περιόρισαν την κατανάλωση του προϊόντος, τόσο σε όγκο όσο και σε αξία, μειώνοντας τις αγοραζόμενες ποσότητες εμφιαλωμένου ή στρεφόμενοι στο χύμα κρασί.

Βασιλεύει το χύμα
Η πραγματική κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα είναι ασφαλώς μεγαλύτερη και συναρτάται με την αύξηση της ζήτησης του αδήλωτου κυρίως χύμα κρασιού, το μερίδιο του οποίου, σύμφωνα με εκτιμήσεις, αντιστοιχεί στο 60%-65% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης. «Με την οικονομική κρίση και την επιβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο προϊόν οι καταναλωτές στράφηκαν στα φθηνότερα κρασιά και ειδικότερα στα χύμα. Ας μην εκπλήττει κανέναν, λοιπόν, η σημαντική μείωση της κατανάλωσης εμφιαλωμένου κρασιού, με τις όποιες συνέπειες έχει», τονίζει ο κ. Γιάννης Τσέλεπος εκ μέρους της Τσέλεπος Οινοποιητική.

Κατά τον κ. Κώστα Τσιλιλή, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Οινοποιίας και Αποσταγματοποιίας Τσιλιλή και μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, «η πληγή του χύμα, που παράγεται και διακινείται παράνομα, όχι μόνο δεν θεραπεύτηκε με την επιβολή του ΕΦΚ, αλλά μεγιστοποιήθηκε». Ωστόσο, σημειώνει ότι, αν και η μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων συνετέλεσε στη στροφή τους στο χύμα, δεν τους ώθησε στην κατανάλωση φθηνών εισαγόμενων κρασιών, γεγονός που οφείλεται στα ανακλαστικά της αγοράς, η οποία εξορθολόγησε τις τιμές της συγκριτικά με το παρελθόν, είτε γιατί οι εταιρείες μείωσαν τις τιμές τους είτε γιατί κατά διαστήματα ακολουθούν πολιτικές προσφορών.

Σύμφωνα με τα στοιχειά της ΚΕΟΣΟΕ, από την συνολική κατανάλωση εμφιαλωμένων κρασιών το 93% σε αξία αφορά ελληνικούς οίνους και το υπόλοιπο εισαγόμενους. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια στον τομέα των εισαγωγών διαπιστώνεται μια ποιοτική μεταβολή. Ενόσω το 2017 ως προς το 2016 αυξήθηκαν οι εισαγωγές κρασιού σε αξία κατά 8,15%, σε όγκο έπεσαν κατά 18,68%, επισημαίνουν οι εκπρόσωποι της ΚΕΟΣΕΟ. Με άλλα λόγια, προτιμήθηκαν τα ακριβότερα ξένα κρασιά, με πρώτα τα ΠΟΠ, για τα οποία οι Έλληνες πλήρωσαν 25 εκατ. ευρώ, με επόμενα κατά σειρά τα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) και τους Ποικιλιακούς Οίνους. .

Βασικό κριτήριο η τιμή
«Ως αγοραστικό κριτήριο η τιμή του προϊόντος, είναι ισχυρότερο όσο ποτέ! Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό που επηρεάζει την καταναλωτική επιλογή. Είναι και η προσφορά», σχολιάζει ο κ. Αναστάσιος Αθανασόπουλος, εμπορικός διευθυντής της εταιρείας Ελληνικά Κελάρια Οίνων, εξηγώντας: «Ο μέσος καταναλωτής σαφώς ψωνίζει φθηνότερα απ’ ότι στο παρελθόν, όμως τώρα αναζητά και την προσφορά σε αυτό που ψώνιζε ακριβότερα προ δεκαετίας. Όταν τη βρίσκει, εγκαταλείπει εύκολα το φθηνότερο, για ν’ αγοράσει σε τιμή προσφοράς το ακριβότερο κρασί». Ανάλογη άποψη έχει ο κ. Τσέλεπος, συμπληρώνοντας ότι τελευταία ανεβαίνει έντονα η ζήτηση των κρασιών χαμηλού κόστους κάτω των 7 ευρώ τιμής ραφιού. «Οι καταναλωτές που αγοράζουν κρασιά ανεξαρτήτως τιμής είναι πολύ μικρό ποσοστό, της τάξεως μόλις του 6%», λέει, προσθέτοντας ότι ο στόχος είναι το ποσοστό όσων προτιμούν το ποιοτικό εμφιαλωμένο κρασί να φτάσει τουλάχιστον στο 10%.

6,5 στα 10 μπουκάλια είναι λευκοί οίνοι
Οι προτιμήσεις των οινόφιλων παραμένουν διαχρονικά σταθερές. Τα λευκά κρασιά κατέχουν την μερίδα του λέοντος στις εγχώριες προτιμήσεις, σε ποσοστό 65%, ενώ ακολουθούν οι ερυθροί οίνοι με 30% και οι ροζέ με 5%.

Ως προς τις ποικιλίες, όπως εξηγεί ο κ. Αθανασόπουλος, το μοσχοφίλερο και το αγιωργίτικο διατηρούν την πρωτοκαθεδρία και έπονται οι λοιπές γηγενείς ποικιλίες: Το σαββατιανό, ο ροδίτης, το ασύρτικο, η μαλαγουζιά, το μοσχάτο και το ξινόμαυρο. «Παρ’ όλα αυτά την τελευταία εικοσαετία ανοδικές τάσεις στη ζήτηση έχουν και οι «ξενικές» ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, όπως το Chardonnay, το Sauvignon Blanc, το Cabernet, το Μerlot και το Syrah», λέει. Εξάλλου, σχολιάζει ότι το κανάλι της μαζικής εστίασης διακινεί μετά βίας το 25%-30% των εμφιαλωμένων οίνων κι αυτό γιατί οι τουριστικές περιοχές της χώρας προτιμούν το εμφιαλωμένο, ακόμα κι αν πρόκειται να το χρυσοπληρώσουν! «Βλέπετε, η έννοια του «χύμα» στα μάτια των ξένων τουριστών είναι μάλλον άγνωστη (το λεγόμενο local wine) και προφανώς συνδέεται με το χαμηλής ποιότητας προϊόν. Στην υπόλοιπη αστική Ελλάδα το εστιατόριο διακινεί ελάχιστα το εμφιαλωμένο κρασί», τονίζει. Κατά τα λοιπά ένα 10%-15% των εμφιαλωμένων κρασιών διατίθεται από τις κάβες στη λιανική, ενώ τα σούπερ μάρκετ κατέχουν το μεγάλο μερίδιο της διανομής τους, που κυμαίνεται άνω του 55% και κάτω του 60%. «Εάν μιλήσουμε για το χύμα κρασί, κατά το 70% διατίθεται στη μαζική εστίαση, κατά το 20% από τις κάβες και κατά το υπόλοιπο 10% από τα σούπερ μάρκετ, για τις ανάγκες κυρίως των πιο χαμηλά εισοδηματικών ομάδων των πελατών τους», εξηγεί ο κ. Αθανασόπουλος.



Κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα
Έτη Ποσότητες σε χιλ. χιλιόλιτρα Ανά κάτοικο Ανά καταναλωτή
2007-2008 3.188 30,4 42,26
2008-2009 2.926 27,9 38,79
2009-2010 3.248 30,9 43,05
2010-2011 2.852 27,2 37,8
2011-2012 2.923 27,8 38,75
2012-2013 3.068 29,2 40,67
2013-2014 2.931 27,9 38,85
2014-2015 2.347 22,4 31,11
2015-2016 2.404 22,9 31,86
2016/2017 2.206 21,01 29,24
2017/2018 2.143 20,41 28,41

Ποιοτικά άλματα, διέξοδος οι εξαγωγές
Η αγορά του ελληνικού κρασιού, πάντως, έχει να παρουσιάσει εξαιρετικά σημαντική ποιοτική βελτίωση, διαπιστώνει ο κ. Τσιτσιλής, τονίζοντας ότι το σύνολο των επώνυμων οινοποιών έχουν ανεβάσει τον πήχη τους στην ποιότητα και το μάρκετινγκ, με θετικά αποτελέσματα εντός και κυρίως εκτός των ελληνικών συνόρων. «Βρισκόμαστε σε μια καλή στιγμή παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζουμε έναν κυκεώνα προβλημάτων, όπως τη γραφειοκρατία, τον ειδικό φόρο κ.λπ. Το ελληνικό κρασί έχει καταφέρει να κάνει άλμα πολλών δεκαετιών μέσα σε λίγο χρόνο. Εκτιμώ ότι το μοναδικό, το αυθεντικό στα προϊόντα μας, η επιτυχία εντέλει, θα έρθει από τις δικές μας ποικιλίες».

Στην άποψη αυτή συνηγορεί ο κ. Αθανασόπουλος. Όπως λέει, «στις εξαγωγές πάμε καλά και έχουμε αισιοδοξία. Έχει βελτιωθεί σημαντικά η εικόνα του ελληνικού κρασιού στις ξένες αγορές. Προ της κρίσης η διεθνής εικόνα του ήταν μάλλον αδύναμη. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο κλάδος δεν έκανε ποτέ ουσιαστικές εξαγωγές. Απλώς στέλναμε το κρασί μας στους απανταχού Έλληνες της διασποράς που, πίνοντάς το, νοσταλγούσαν την πατρίδα. Σήμερα, ναι, εξάγουμε κρασί για τον Ευρωπαίο ή τον Αμερικανό καταναλωτή. Χρειάστηκε να δουλέψουμε πολλοί και πολύ γι’ αυτό, αρκετές δεκαετίες. Πριν περίπου 16-17 χρόνια κάναμε ως κλάδος τον πρώτο μας σχετικό στρατηγικό σχεδιασμό. Η πολιτεία δεν μας συνέδραμε παρά μόνο για τα μάτια. Αρκετά οινοποιεία σήμερα στη χώρα ζούνε ελέω των εξαγωγών τους, εξάγοντας μάλιστα εξαιρετικό ελληνικό κρασί». Ειδικότερα, τονίζει ότι οι εξαγωγές της Ελληνικά Κελάρια Οίνων προσεγγίζουν το 40% του ετήσιου τζίρου της κι ότι τα κρασιά της εξάγονται σε 34 χώρες των πέντε ηπείρων. Σύμφωνα με στοιχεία της ΚΕΟΣΟΕ, περίπου στα 73,7 εκατ. ευρώ ανέρχονται συνολικά σήμερα οι εξαγωγές ελληνικών κρασιών, με κύριους προορισμούς τη Γερμανία και την Κύπρο στην ΕΕ και τις ΗΠΑ και τον Καναδά στον υπόλοιπο κόσμο. Στα χρόνια της κρίσης στις εξαγωγές στράφηκαν εκτός από τις μεγάλες οινοποιητικές μονάδες και οι μικροί οινοποιοί, έτσι ώστε σήμερα εξάγουν ακόμα και το 50% της παραγωγής τους. «Κάνουμε σημαντικές προσπάθειες. Άλλωστε, οι εξαγωγές είναι μονόδρομος και για τους μικρούς παραγωγούς. Μας αφύπνισε η κρίση», λέει ο κ. Θάνος Ντούγκος, πρόεδρος του Συνδέσμου Μικρών Οινοποιών Ελλάδος και της Οινοποιίας Ντούγκος, η οποία εξάγει σχεδόν το 60% της παραγωγής της. Το ενθαρρυντικό για τις ελληνικές οινοποιίες είναι ότι η τιμή των εξαγόμενων κρασιών αυξάνεται, ενώ ορισμένες ποικιλίες μας ήδη ανταγωνίζονται ακόμα και τα γαλλικά και τα ιταλικά κρασιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την ΚΕΟΣΟΕ, ενώ το 2007 η μέση τιμή του ελληνικού κρασιού ανά λίτρο στις ΗΠΑ ήταν 3,08 ευρώ, το 2016 έφτασε τα 4,88 ευρώ. Αντίστοιχα στη Γερμανία από 1,8 ευρώ το λίτρο έφτασε τα 2,02 ευρώ, στην Αυστραλία από 1,66 ευρώ έφτασε τα 3,97 ευρώ, στον Καναδά από 2,6 ευρώ ανέβηκε στα 4,31 ευρώ και στην Κίνα από τα 2,33 ευρώ έφτασε τα 4,04 ευρώ. Επί του συνόλου των οινικών εξαγωγών μας το 2017 οι οίνοι ΠΟΠ κατείχαν μερίδιο 32,69%, οι οίνοι ΠΓΕ το 38,9%, οι ποικιλιακοί οίνοι το 3,08% και οι λοιποί το 24,83%.

Ανακατατάξεις εν όψει
Ο ανταγωνισμός στον οινοποιητικό κλάδο στην Ελλάδα, με τη δραστηριοποίηση και πολλών νέων οινοποιών, έχει γίνει ιδιαίτερα έντονος, λέει ο κ. Τσιλιλής. Τα τελευταία χρόνια γίνονται συνεχώς νέες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και νέα αμπελοτόπια ενώ σε προτεραιότητα είναι το μάρκετινγκ και η προβολή των ελληνικών κρασιών. «Στη χώρα δραστηριοποιούνται πάνω από 1.100 οινοποιεία, διαθέτοντας εταιρική μορφή. Παρά το τεράστιο πλήθος των οινοποιητικών μονάδων, όμως, ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών τους μόλις και μετά βίας προσεγγίζει τα 340-350 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 0,2% του ΑΕΠ της Ελλάδας», αναφέρει ο κ. Αθανασόπουλος.

Όπως εξηγεί, βάσει των ισολογισμών τους, οι 60 μεγαλύτερες οινοποιίες πραγματοποίησαν το 2008 συνολικό τζίρο της τάξης των 310 εκατ. ευρώ. Το 2017 οι 60 μεγαλύτερες έφτασαν αθροιστικά τα 190 εκατ. ευρώ, άρα ο τζίρος τους υπέστη πτώση άνω του 38%, δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερη των απωλειών του ΑΕΠ της χώρας. «Και μόνο αυτό δείχνει το πρόβλημα! Μεγάλες ελληνικές οινοποιίες του παρελθόντος σήμερα απαξιώνονται, ευρισκόμενες σε φάση απίστευτης εσωστρέφειας και προβληματισμού κατόπιν των αλλεπάλληλων τραπεζικών ρυθμίσεων, που δεν οδήγησαν πουθενά, υποβάθμισης των προϊόντων τους, απώλειας του εμπορικού τους δυναμισμού και της προοπτικής τους. Από την άλλη πλευρά, καινούργια εμπορικά σήματα εμφανίζονται στην αγορά, νέοι και δυναμικοί άνθρωποι ξεπροβάλλουν από τις στάχτες των μνημονίων», τονίζει ο κ. Αθανασόπουλος, προσθέτοντας ότι σε αυτές τις συνθήκες «είναι αναμενόμενες οι νέες εξαγορές, συνεργασίες ή συγχωνεύσεις, ενώ ασφαλώς και περιμένουμε νέα «λουκέτα» εταιρειών, μόλις το ένα ή το άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τραβήξει το χαλί από τα πόδια τους». Αναφορικά με την Ελληνικά Κελάρια Οίνων σημειώνει ότι βίωσε και βιώνει την οικονομική κρίση ως μεγάλη ευκαιρία, αφού από το 2008 μέχρι σήμερα αύξησε τον τζίρο της πάνω από 25%. «Δημιουργήσαμε δεκάδες νέα προϊόντα κρασιού, ανοίξαμε αγορές στο εξωτερικό, στήσαμε νέες συνεργασίες. Για παράδειγμα, από το 2010 έχουμε κοντά μας τον εξαίρετο οινοποιό-αποσταγματοποιό Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο (ούζα-τσίπουρα Babatzim), από το 2016 την ΕΟΣ Σάμου, διακινώντας τα περίφημα σαμιώτικα κρασιά της, ενώ νέες επιχειρηματικές κινήσεις βρίσκονται στα σκαριά».

«Πιστεύω ότι η μεγάλη αλλαγή στον κλάδο θα έρθει με το ξεκαθάρισμα των «κόκκινων δανείων». Επειδή πολλές από τις επιχειρήσεις του δεν είναι βιώσιμες, θα αλλάξουν χεριά. Προσωπική μου άποψη είναι ότι πολλά μικρά οινοποιεία ενδεχομένως θα ενωθούν, προκειμένου να επιτύχουν οικονομίες κλίμακος στα κόστη τους», συμπεραίνει ο κ. Τσέλεπος. Σήμερα η ομώνυμη οινοποιία υλοποιεί ένα επενδυτικό πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 2018 και θα ολοκληρωθεί το 2023, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο εξαγωγικό τομέα. Επίσης, επενδυτικό πρόγραμμα επέκτασης και ανανέωσης του μηχανολογικού εξοπλισμού της, ύψους 3 εκατ. ευρώ, υλοποιεί και η εταιρεία Τσιλιλή.

    Σημειώνεται πως, ενώ είχε ολοκληρωθεί το ρεπορτάζ, με τροπολογία που συμπεριελήφθη στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας για την κατάργηση του μέτρου της περικοπής των συντάξεων, που ψηφίσθηκε στις 11/12/2018, καταργήθηκε ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο κρασί.

σελφ σερβις (T. 489)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION