σελφ σερβις - Μικρή λιανική: Απ' τους ομίλους αγορών στην «πατρωνία» των μεγάλων

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Μικρή λιανική: Απ' τους ομίλους αγορών στην «πατρωνία» των μεγάλων

10 Δεκεμβρίου 2019 | 09:36 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά

Η πολύχρονη οικονομική κρίση διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά ενός τύπου εμπόρου, ειδικά του μικρομεσαίου τοπικού, αν και όχι μόνο αυτού, το βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η απροσδιοριστία του κύκλου επιχειρηματικής δράσης του ανεξαρτήτως προθέσεων, διαθεσιμότητας και ικανοτήτων του και αντιστρόφως ανάλογα με τη μεγέθυνση της τάσης του για καιροσκοπισμό, η οποία τον διακρίνει όχι ως εγγενές ιδίωμα, αλλά σαν επιβεβλημένη από τα πράγματα ανακλαστική προς επιβίωση συμπεριφορά.

Aν εξαιρεθούν μερικά από τα «πρώτα βιολιά» του κλαδικού ανταγωνισμού, που απέκτησαν συγκυριακά ή έχουν σταθερά ανεμπόδιστη ροή κεφαλαίων προς επένδυση για την ανάπτυξή τους και τη στήριξη της ανταγωνιστικότητάς τους, σε όλη την υπόλοιπη κλίμακα των επιχειρήσεων μυρίζει αδρεναλίνη. Όποιος δεν έχει σε περίσσια την έκκρισή της, κινδυνεύει η υγεία κι η περιουσία του. Τροφός του εν λόγω τύπου εμπόρων δεν είναι «το αόρατο χέρι του ανταγωνισμού», αλλά ο χρόνιος αποκλεισμός της συντριπτικής πλειονότητάς τους από την τραπεζική πίστωση, πράγμα που στρεβλώνει τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος (βάσει, τουλάχιστον, των αξιακών του προκείμενων). Ακριβώς ο αποκλεισμός αυτός είναι που, σε συνδυασμό με το καθεστώς καχεξίας της ζήτησης, εντατικοποιεί αντισταθμιστικά τις τάσεις συγκεντροποίησης των κεφαλαίων στη διανομή, μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, και συγκέντρωσης των διάσπαρτων δομών του κλάδου. Και μολονότι τούτη η «νέα τάξη πραγμάτων» στα χρόνια της κρίσης παραβιάζει το φιλελεύθερο οικονομικό ιδεώδες, επαναπροσδιορίζοντάς το de facto ως ολιγαρχικό-ολιγοπωλιακό –κάτι που το πιστοποιεί ο σχεδόν διπλασιασμός του αθροιστικού μεριδίου τζίρου των τεσσάρων πρώτων εταιρικών επωνυμιών του ανταγωνισμού μόλις σε δέκα χρόνια, ώστε τώρα πια νέμονται τα τρία τέταρτα του συνόλου των πωλήσεων της οργανωμένης λιανικής–, η υποταγή όλων στη στρεβλή «φυσιολογία» αυτής της τάξης είναι δεδομένη! Τόσο, μάλιστα, ώστε εκλαμβάνοντας ο καθένας τον εαυτό του ως υποψήφιο για έκπτωση αργά ή γρήγορα από τη δράση, σχεδόν την προσχεδιάζει, παζαρεύοντας απλώς το τίμημα της αξιοπρέπειάς του ως τίμημα εξαγοράς της εταιρείας του, το οποίο πολλές φορές είναι προκαταβολικά δεσμευμένο, τουλάχιστον εν μέρει, έναντι υποχρεώσεων σε προμηθευτές, τράπεζες, ασφαλιστικούς φορείς και δημόσιο ταμείο.

Η καμπή των capital controls
Συζητώντας για τα χαμηλότερα σκαλιά των επιχειρηματικών μεγεθών –που τα χωρίζει πια άβυσσος από τα αμέσως ανώτερά τους–, ακόμα ένα ενταμένο σύμπτωμα της «νέας τάξης» στην αγορά είναι ότι την έκκριση αδρεναλίνης περί το τι τέξεται η επιούσα για τον καθένα τη συνοδεύει μια επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά του μικρού λιανέμπορου μεταξύ της «επιχειρηματικότητας καθεαυτήν», που αποβλέπει στο κέρδος, και της «οιονεί μισθωτής αυτοαπασχόλησης», που απλώς κυνηγά τον βιοπορισμό. Κι αν δίνεται η εντύπωση πως η ασφάλειά του είναι ο σκεπτικισμός της πλειονότητας των μεγάλων αλυσίδων να επενδύσουν στο υψηλό λειτουργικό κόστος του μικρού μαγαζιού για λογαριασμό της οργανικής τους ανάπτυξης, η συνάρτηση όλο και περισσότερο της ανταγωνιστικότητάς του με την υπαγωγή της τροφοδοσίας του στα «μεγάλα μαγαζιά» της χονδρικής περιορίζει αυτό τον επαμφοτερισμό. Και εντέλει αλλού τον εγγράφει στη βιοπάλη και την εξωραϊσμένη υπαλληλία (franchising) κι αλλού δίνει παράταση στην ψευδαίσθηση της επιχειρηματικής αυτονομίας του (ως μέλος ομίλων αγορών, με πρόσβαση σε επιλεκτικές πηγές προμηθειών).

Η νεότερη περίοδος καμπής των πραγμάτων στην κλαδική αγορά, κοιτάζοντας αναδρομικά όλο τον ορίζοντα της κρίσης, φαίνεται πως είναι η επιβολή των capital controls το καλοκαίρι του 2015. Σαν σύμπτωμα εντάθηκε τότε στο έπακρο –κι έκτοτε δεν χαλάρωσε– η εξαφάνιση της πίστωσης στο μικροεπιχειρηματία ή το βιοποριζόμενο λιανέμπορο. Οι λόγοι, προφανέστατοι. Πίσω τους, ωστόσο, αξίζει κανείς να μελετήσει μια αλληλουχία συνεπειών, που επιδρούν σε διαρκή αντίφαση μεταξύ τους, διαπερνώντας όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του κλάδου, ως την εξουδετέρωσή τους από το χαλύβδινο χέρι της συγκέντρωσης των δομών και της συγκεντροποίησης των κεφαλαίων.

Η ατελέσφορη στροφή της βιομηχανίας στη μικρή λιανική
Πρώτα απ’ όλα ακριβώς το 2015 η ελληνική βιομηχανία, στριμωγμένη εντελώς από την έλλειψη ρευστότητας και υπό διαρκή πίεση ν’ αντιπαρέρχεται την έλλειψη πιστώσεων με αγοραπωλησίες δομών και συγχωνεύσεις, άρχισε να εκδηλώνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τζίρο της από τη μικρή λιανική. Διότι οι εισπράξεις της από αυτήν γίνονται άμεσα και κυρίως είναι «καθαρές», δηλαδή απαλλαγμένες από τη «δουλεία» υψηλών παροχών κι εκπτώσεων –με άλλα λόγια, για ένα σχετικά μικρό μερίδιο τζίρου από τη διάθεση των προϊόντων της σε μπακάλικα και μίνι μάρκετ πετυχαίνει ένα σαφώς υψηλότερο ποσοστό κέρδους απ’ ότι στους μεγάλους πελάτες της.

Επιδίωξε, λοιπόν, την αύξηση αυτού του μεριδίου για ένα πρόσθετο λόγο: Η εισαγωγή των νέων προϊόντων της εκεί είναι σαφώς φτηνότερη απ’ ότι στο ράφι του σούπερ μάρκετ και cash & carry και διπλά επωφελής, καθότι ο αντιπρόσωπος διανομέας της (στον οποίο, πάντως, η πίστωσή της είναι ελάχιστη) συμφωνεί στόχους πωλήσεων με το μικρό λιανοπωλητή, κάτι που από τη φύση του δεν κάνει το cash & carry. Αλλά ως προμηθευτής η βιομηχανία και μεγάλων πελατών –πελατών που, στο πλαίσιο των ομίλων τους, το ‘χουν «δίπορτο» στη λιανική και τη χονδρική–, αδυνατεί ασφαλώς να τους δεσμεύσει, ώστε οι τιμές τους στα προϊόντα της να μην ακυρώνουν το πλεονέκτημά της από τη μικρή αγορά, η οποία, βέβαια, ψωνίζοντας από παντού τοις μετρητοίς, αγοράζει κατά το συμφέρον της και από αυτούς, πότε από τις δομές χονδρικής και πότε από τα σούπερ μάρκετ. Τούτο είναι, φυσικά, δύσπεπτο για τη βιομηχανία και αφόρητο για τον αντιπρόσωπο διανομέα της, που αφενός «προδίδεται», ακολουθώντας τα συμφωνηθέντα του συνεργάτη του με τους ομίλους αγορών της μικρής λιανικής, και αφετέρου υπομένει τον ανταγωνισμό των cash & carry και εν γένει όλων των άλλων δομών χονδρικής στις παραδόσεις των παραγγελιών στα μαγαζιά της πελατείας του. Διότι ο τοπικός λιανοπωλητής αξιοποιεί, επίσης, σαν εναλλακτική πηγή προμηθειών όλη την καλειδοσκοπική παραδοσιακή χονδρεμπορική πιάτσα.

Aν εξαιρεθούν μερικά από τα «πρώτα βιολιά» του κλαδικού ανταγωνισμού, που απέκτησαν συγκυριακά ή έχουν σταθερά ανεμπόδιστη ροή κεφαλαίων προς επένδυση για την ανάπτυξή τους και τη στήριξη της ανταγωνιστικότητάς τους, σε όλη την υπόλοιπη κλίμακα των επιχειρήσεων μυρίζει αδρεναλίνη. Όποιος δεν έχει σε περίσσια την έκκρισή της, κινδυνεύει η υγεία κι η περιουσία του. Τροφός του εν λόγω τύπου εμπόρων δεν είναι «το αόρατο χέρι του ανταγωνισμού», αλλά ο χρόνιος αποκλεισμός της συντριπτικής πλειονότητάς τους από την τραπεζική πίστωση, πράγμα που στρεβλώνει τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος (βάσει, τουλάχιστον, των αξιακών του προκείμενων). Ακριβώς ο αποκλεισμός αυτός είναι που, σε συνδυασμό με το καθεστώς καχεξίας της ζήτησης, εντατικοποιεί αντισταθμιστικά τις τάσεις συγκεντροποίησης των κεφαλαίων στη διανομή, μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, και συγκέντρωσης των διάσπαρτων δομών του κλάδου. Και μολονότι τούτη η «νέα τάξη πραγμάτων» στα χρόνια της κρίσης παραβιάζει το φιλελεύθερο οικονομικό ιδεώδες, επαναπροσδιορίζοντάς το de facto ως ολιγαρχικό-ολιγοπωλιακό –κάτι που το πιστοποιεί ο σχεδόν διπλασιασμός του αθροιστικού μεριδίου τζίρου των τεσσάρων πρώτων εταιρικών επωνυμιών του ανταγωνισμού μόλις σε δέκα χρόνια, ώστε τώρα πια νέμονται τα τρία τέταρτα του συνόλου των πωλήσεων της οργανωμένης λιανικής–, η υποταγή όλων στη στρεβλή «φυσιολογία» αυτής της τάξης είναι δεδομένη! Τόσο, μάλιστα, ώστε εκλαμβάνοντας ο καθένας τον εαυτό του ως υποψήφιο για έκπτωση αργά ή γρήγορα από τη δράση, σχεδόν την προσχεδιάζει, παζαρεύοντας απλώς το τίμημα της αξιοπρέπειάς του ως τίμημα εξαγοράς της εταιρείας του, το οποίο πολλές φορές είναι προκαταβολικά δεσμευμένο, τουλάχιστον εν μέρει, έναντι υποχρεώσεων σε προμηθευτές, τράπεζες, ασφαλιστικούς φορείς και δημόσιο ταμείο.

Η καμπή των capital controls
Συζητώντας για τα χαμηλότερα σκαλιά των επιχειρηματικών μεγεθών –που τα χωρίζει πια άβυσσος από τα αμέσως ανώτερά τους–, ακόμα ένα ενταμένο σύμπτωμα της «νέας τάξης» στην αγορά είναι ότι την έκκριση αδρεναλίνης περί το τι τέξεται η επιούσα για τον καθένα τη συνοδεύει μια επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά του μικρού λιανέμπορου μεταξύ της «επιχειρηματικότητας καθεαυτήν», που αποβλέπει στο κέρδος, και της «οιονεί μισθωτής αυτοαπασχόλησης», που απλώς κυνηγά τον βιοπορισμό. Κι αν δίνεται η εντύπωση πως η ασφάλειά του είναι ο σκεπτικισμός της πλειονότητας των μεγάλων αλυσίδων να επενδύσουν στο υψηλό λειτουργικό κόστος του μικρού μαγαζιού για λογαριασμό της οργανικής τους ανάπτυξης, η συνάρτηση όλο και περισσότερο της ανταγωνιστικότητάς του με την υπαγωγή της τροφοδοσίας του στα «μεγάλα μαγαζιά» της χονδρικής περιορίζει αυτό τον επαμφοτερισμό. Και εντέλει αλλού τον εγγράφει στη βιοπάλη και την εξωραϊσμένη υπαλληλία (franchising) κι αλλού δίνει παράταση στην ψευδαίσθηση της επιχειρηματικής αυτονομίας του (ως μέλος ομίλων αγορών, με πρόσβαση σε επιλεκτικές πηγές προμηθειών).

Η νεότερη περίοδος καμπής των πραγμάτων στην κλαδική αγορά, κοιτάζοντας αναδρομικά όλο τον ορίζοντα της κρίσης, φαίνεται πως είναι η επιβολή των capital controls το καλοκαίρι του 2015. Σαν σύμπτωμα εντάθηκε τότε στο έπακρο –κι έκτοτε δεν χαλάρωσε– η εξαφάνιση της πίστωσης στο μικροεπιχειρηματία ή το βιοποριζόμενο λιανέμπορο. Οι λόγοι, προφανέστατοι. Πίσω τους, ωστόσο, αξίζει κανείς να μελετήσει μια αλληλουχία συνεπειών, που επιδρούν σε διαρκή αντίφαση μεταξύ τους, διαπερνώντας όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του κλάδου, ως την εξουδετέρωσή τους από το χαλύβδινο χέρι της συγκέντρωσης των δομών και της συγκεντροποίησης των κεφαλαίων.

Η ατελέσφορη στροφή της βιομηχανίας στη μικρή λιανική
Πρώτα απ’ όλα ακριβώς το 2015 η ελληνική βιομηχανία, στριμωγμένη εντελώς από την έλλειψη ρευστότητας και υπό διαρκή πίεση ν’ αντιπαρέρχεται την έλλειψη πιστώσεων με αγοραπωλησίες δομών και συγχωνεύσεις, άρχισε να εκδηλώνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τζίρο της από τη μικρή λιανική. Διότι οι εισπράξεις της από αυτήν γίνονται άμεσα και κυρίως είναι «καθαρές», δηλαδή απαλλαγμένες από τη «δουλεία» υψηλών παροχών κι εκπτώσεων –με άλλα λόγια, για ένα σχετικά μικρό μερίδιο τζίρου από τη διάθεση των προϊόντων της σε μπακάλικα και μίνι μάρκετ πετυχαίνει ένα σαφώς υψηλότερο ποσοστό κέρδους απ’ ότι στους μεγάλους πελάτες της.

Επιδίωξε, λοιπόν, την αύξηση αυτού του μεριδίου για ένα πρόσθετο λόγο: Η εισαγωγή των νέων προϊόντων της εκεί είναι σαφώς φτηνότερη απ’ ότι στο ράφι του σούπερ μάρκετ και cash & carry και διπλά επωφελής, καθότι ο αντιπρόσωπος διανομέας της (στον οποίο, πάντως, η πίστωσή της είναι ελάχιστη) συμφωνεί στόχους πωλήσεων με το μικρό λιανοπωλητή, κάτι που από τη φύση του δεν κάνει το cash & carry. Αλλά ως προμηθευτής η βιομηχανία και μεγάλων πελατών –πελατών που, στο πλαίσιο των ομίλων τους, το ‘χουν «δίπορτο» στη λιανική και τη χονδρική–, αδυνατεί ασφαλώς να τους δεσμεύσει, ώστε οι τιμές τους στα προϊόντα της να μην ακυρώνουν το πλεονέκτημά της από τη μικρή αγορά, η οποία, βέβαια, ψωνίζοντας από παντού τοις μετρητοίς, αγοράζει κατά το συμφέρον της και από αυτούς, πότε από τις δομές χονδρικής και πότε από τα σούπερ μάρκετ. Τούτο είναι, φυσικά, δύσπεπτο για τη βιομηχανία και αφόρητο για τον αντιπρόσωπο διανομέα της, που αφενός «προδίδεται», ακολουθώντας τα συμφωνηθέντα του συνεργάτη του με τους ομίλους αγορών της μικρής λιανικής, και αφετέρου υπομένει τον ανταγωνισμό των cash & carry και εν γένει όλων των άλλων δομών χονδρικής στις παραδόσεις των παραγγελιών στα μαγαζιά της πελατείας του. Διότι ο τοπικός λιανοπωλητής αξιοποιεί, επίσης, σαν εναλλακτική πηγή προμηθειών όλη την καλειδοσκοπική παραδοσιακή χονδρεμπορική πιάτσα.


Πόλεμος όλων εναντίον όλων
Η τελευταία από την εφαρμογή των capital controls εμφανίζει μια υπερτροφική ανάπτυξη παρά τη συχνότητα των πτωχεύσεων, για τον ίδιο λόγο που ξεφυτρώνουν παντού, χάνονται κι ξαναφυτρώνουν μικροκαταστήματα πώλησης καφέ, σνακ, μίνι μάρκετ κ.ά. Ό,τι έχει μείνει από το κομπόδεμα της άλλοτε μεσαίας τάξης φυλλορροεί σ’ ένα επενδυτικό ντελίριο προς εύρεση επαγγελματικής απασχόλησης για τα παιδιά της, μη υπάρχοντος άλλου μοντέλου ανάπτυξης από το ήδη χρεοκοπημένο πλην αυτοαναλισκόμενο μέχρι τον τελευταίο διαθέσιμο πόρο.

Παλιοί και νέοι χονδρέμποροι, μεγαλύτεροι και μικροί, περιφερειακοί και τοπικοί, ειδικού ή γενικού εμπορίου, αντιπρόσωποι διανομείς βιομηχανικών επωνυμιών ή πελάτες τους, όπως και της μεγάλης χονδρικής άλλωστε, αγοράζουν και πωλούν τοις μετρητοίς από όλους και προς όλους ανεξαρτήτως είδους καταστήματος (τοπικού σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ, μπακάλικου, περιπτέρου, μανάβικου, αρτοποιείου, μαζικής εστίασης κ.ά.), μονιμότερα ή ευκαιριακά, ανταγωνιζόμενοι όλοι ανηλεώς όλους και «χτυπώντας» ο ένας τη δουλειά του άλλου. Οι «ρισκαδόροι» της πίστωσης ή της πώλησης σχεδόν σε τιμές κτήσης χάριν ανταγωνιστικότητας αργά ή γρήγορα καταπίπτουν. Οι πιο τολμηροί επιδίδονται σε «παράλληλες» εισαγωγές –πράγματι, τουλάχιστον για τρία-τέσσερα χρόνια η μικρή λιανική πλημμύρισε από το προϊόν των «παραλληλάδων», δίνοντας ένα πρόσθετο επιχείρημα στους περισσότερους πολυεθνικούς προμηθευτές να διακόψουν τις σχέσεις συνεργασίας με τους ομίλους αγορών των μικρών λιανοπωλητών προς ωφέλεια ασφαλώς των μεγάλων του οργανωμένου εμπορίου λιανικής-χονδρικής και των παραδοσιακών μεγαλοχονδρεμπόρων. Άλλωστε, οι πολυεθνικές σε αντίθεση με την ελληνική βιομηχανία, κοιτώντας κυρίως την προοπτική των κερδών τους, έχουν λόγους να υπερθεματίζουν στη συγκέντρωση του κλάδου, εφόσον αυτή δεν έχει μεγάλους διαχειριστικούς μπελάδες για τις λιτές πλέον δομές τους.

Φυσικά, οι κορυφαίοι του χονδρεμπορικού ανταγωνισμού, είτε σαν cash & carry είτε σαν συστήματα franchise είτε σαν συστήματα τροφοδοσίας της μικρής διανομής απευθείας από τα logistic center των μεγάλων αλυσίδων, δεν φείδονται κι αυτοί προσπαθειών για διείσδυση ως το τελευταίο μαγαζάκι της χώρας. Αλλά το κάνουν από θέση ισχύος, πολιορκώντας ασφυκτικά την ανεξάρτητη χονδρική με ακαταμάχητο όπλο την πίστωση του προμηθευτή και τις γενναίες εκπτώσεις και παροχές του. Η αποσάθρωσή της, μάλιστα, αποκτά ανά γεωγραφική ενότητα χαρακτηριστικά εξόντωσης, κατόπιν είτε εξαγοράς τοπικών δικτύων καταστημάτων από εταιρικά σχήματα κεντρικοποιημένων συστημάτων τροφοδοσίας είτε σύναψης συμφωνίας τροφοδοσίας από τέτοια σχήματα. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι από τους γνωστότερους «παραλληλάδες» έχουν ήδη χρεοκοπήσει.

Το κεφάλαιο της «πατρωνίας» άνοιξε
Το «αγοράζω από το φτηνότερο, όποιος και να ‘ναι αυτός» ως επιχείρημα επιβίωσης έγινε το μότο όλων των μικρών λιανεμπόρων την τελευταία πενταετία, πλήττοντας καίρια το κύρος των ομίλων αγορών τους. Η επίκληση της «πειθαρχίας των μελών» έναντι των ομίλων τους έχει χάσει προ πολλού το νόημά της κατ’ αναλογία προς την απώλεια της αξιοπιστίας των συμφωνιών της βιομηχανίας με τους ομίλους αναφορικά με το επίπεδο της ανταγωνιστικότητάς τους, αφ ης στιγμής η ίδια αδυνατεί να τις τηρεί, πλειοδοτώντας μέσω των προσφορών, θέλοντας και μη, στην ετεροβαρή γι’ αυτούς επιπλέον ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των μεγαλοπελατών της. Την ίδια στιγμή, ενόσω αυξάνει η αδυναμία των ομίλων να ανταποκρίνονται στους στόχους πωλήσεων, που συμφωνούν μαζί της χάριν ενός επιπλέον εκπτωτικού πλεονεκτήματος υπέρ των μελών τους, η βιομηχανία τους κλείνει τη στρόφιγγα των εκπτώσεων, δείχνοντας ουσιαστικά στα μέλη τους το δρόμο για τη χονδρική ή τις σούπερ προσφορές λιανικής των μεγάλων πελατών της. Η τροχιά αυτού του φαύλου κύκλου απαξίωσης των ομίλων, διαπιστωμένη λ.χ. στις αρκετά σημαντικές απώλειες του τζίρου τους κυρίως στα προϊόντα ψυγείου επ’ ωφελεία των μεγάλων της αγοράς, από τους οποίους ψωνίζουν πολλά μέλη ομίλων, δεν ανακόπτεται παρά το όψιμο ενδιαφέρον της βιομηχανίας για την ενίσχυση του τζίρου της απ’ τη μικρή λιανική. Ο χρόνος δεν γυρνά πίσω...

Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια μολονότι σπάνια συναντά πια κανείς μικρούς τοπικούς λιανοπωλητές μη ενταγμένους σε ομίλους, η παρέμβαση των ομίλων στον ανταγωνισμό πέραν των τυπικών διευθετήσεων σχέσεων με προμηθευτές και συνεργάτες απονευρώνεται, ενώ συν τω χρόνω η οργανωτική δυνατότητά τους να παρέχουν ως μηχανισμοί στρατηγική υποστήριξη στα μέλη τους ατονεί. Αντίθετα, η τάση που αναδύεται με την πάροδο του χρόνου είναι της υπαγωγής της τροφοδοσίας, είτε των ομίλων αγορών είτε μεμονωμένων τοπικών λιανεμπόρων πρώην μελών ομίλων, στις στρατηγικές επιδιώξεις μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων, που υπόσχονται σαφώς καλύτερες τιμές τροφοδοσίας από εκείνες των ομίλων, εκπτώσεις και υποστήριξη στον τομέα του μάρκετινγκ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μικρός ή μεσαίος τοπικός λιανοπωλητής συμμετέχει με όρους καταφυγής στη διαδικασία της συγκέντρωσης των κλαδικών δομών, όπου αντί της συγκεντροποίησης κεφαλαίων προκρίνεται ως επωφελέστερη η αξιοποίηση του μικρού κεφαλαίου και τζίρου του λιανοπωλητή για τη μεγιστοποίηση του χονδρεμπορικού κέρδους του «πάτρωνά» του, είτε αυτός είναι franchisor είτε χονδρέμπορος.

Υστερόγραφο
Ορισμένους εξ όσων ομνύουν στον «εξυγιαντικό» χαρακτήρα της ταχύτατης συγκεντροποίησης κεφαλαίου στον κλάδο στο όνομα μιας ποσοστιαίας σύγκλισής του προς έναν υποτιθέμενο ευρωπαϊκό κλαδικό μέσο όρο (όσο κι αν αυτός από μεθοδολογική άποψη είναι ένα φάντασμα και τίποτ’ άλλο), τους κατανοούμε, εφόσον πρόκειται για απολογητές της ωφέλειάς τους από τις διαδικασίες της ή έστω για επίδοξους συμμέτοχους στα ωφελήματα της εξέλιξής της. Στους υπόλοιπους, όμως, συνιστούμε να συγκρίνουν το ποιόν και το βαθμό συγκεντροποίησης πριν απ’ όλα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας του κλάδου ως προς τα αντιστοίχως ισχύοντα στην εγχώρια αγορά, να αναλογιστούν την ιστορικότητα της πορείας της στην Εσπερία, τόσο στη βιομηχανία όσο και στη διανομή, και να ξανασκεφτούν με όρους λογικής κι εμπειρίας, αν είναι ποτέ δυνατόν να αποβαίνει υγιής για τον ανταγωνισμό, στο πλαίσιο του οποιοδήποτε παραγωγικού κι όχι παρασιτικού μοντέλου οικονομίας, η σύμπτωση υψηλών βαθμών συγκέντρωσης, ταυτόχρονα, στις δύο πλευρές της προσφοράς...

σελφ σερβις (T. 499)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION