σελφ σερβις - Ανάκαμψη πριν την ανάπτυξη ή τη στασιμότητα;

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Ανάκαμψη πριν την ανάπτυξη ή τη στασιμότητα;

18 Ιουνίου 2018 | 10:21 Γράφει η Ελευθερία  Αρλαπάνου Topics: Αγορά

Τέτοια ερωτήματα κυριαρχούν στις διαπραγματεύσεις των τεχνοκρατών εντός και εκτός Ελλάδας, λίγο πριν ολοκληρωθεί το τρίτιο μνημόνιο. Ο λόγος είναι απλός: Για να πετύχουν τα σχέδια απεξάρτησης της χώρας από τον μηχανισμό των μνημονίων, ώστε να μην απαιτηθεί μεσοπρόθεσμα νέος γύρος στήριξης από την ευρωζώνη, η ελληνική οικονομία πρέπει να ανακάμψει με ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Tο πόσο δυναμική και διατηρήσιμη θα είναι αυτή η ανάπτυξη, και κυρίως το εάν η Ελλάδα θα αποφύγει τη μεγάλη παγίδα μιας παρατεταμένης στασιμότητας μετά από μια πρόσκαιρη περίοδο περιορισμένης ανάπτυξης, είναι το μεγάλο στοίχημα της προσεχούς τριετίας. Οι ευκαιρίες που μπορεί να αξιοποιήσει η Ελλάδα είναι πολλές: Υπάρχει ισχυρή δυναμική ανάπτυξης σε ανταγωνιστικούς κλάδους και είναι πολλά τα στρατηγικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας εξαιτίας της γεωπολιτικής της θέσης και των φυσικών της χαρακτηριστικών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς και πόσο γρήγορα θα μπορέσουν οι παραγωγικές και οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να συντονιστούν και να προχωρήσουν στην αξιοποίηση των πρώτων βάσει ενός λειτουργικού σχεδίου. Διότι αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση ειδικά για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ειδικά χαρακτηριστικά που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη. Μεταξύ αυτών, η απουσία κουλτούρας συνεννόησης και συναινέσεων σε ζωτικής σημασίας ζητήματα, η ύπαρξη στρεβλώσεων, αγκυλώσεων και συντεχνιακής λογικής, ακόμη και μετά από τη μεγάλη οικονομική περιπέτεια που έχει ζήσει η χώρα, διαφθοράς, γραφειοκρατίας και ελλιπούς ανταγωνιστικής θέσης διεθνώς πολλών προϊόντων και υπηρεσιών.

Μεγάλος εχθρός ο χρόνος
Τα προβλήματα αυτά διορθώνονται σταδιακά. Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, είναι εάν ο απαιτούμενος μετασχηματισμός, ώστε να εξελιχθεί με επαρκή ρυθμό η ελληνική οικονομία, μπορεί να συντελεστεί γρήγορα και με αποτελεσματικό τρόπο. Αν εξαιρεθούν από τη συζήτηση οι σοβαρότατοι εξωγενείς παράγοντες υπερκαθορισμού των εξελίξεων, όλοι πρέπει να τρέξουν, γρήγορα και αποτελεσματικά όχι αύριο, αλλά ει δυνατόν… χθες, ώστε να μη βυθιστεί η οικονομία σε παρατεταμένη στασιμότητα την επόμενη διετία-τριετία, με απρόβλεπτες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Το θέμα είναι, όμως, πόσοι και ποιοι αντιλαμβάνονται αυτή την ανάγκη και πόσο εύκολο είναι αυτό να γίνει κοινό όραμα και αφετηρία κοινών προσπαθειών υπεράνω πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων; Μέχρι στιγμής τα σχετικά σήματα είναι μικτά, δημιουργώντας ανησυχία.

Οι πιστωτές σχεδιάζουν ένα υβριδικό μεταμνημονιακό μοντέλο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας, με ενισχυμένη παρακολούθηση για την τήρηση των δεσμεύσεων, καθώς φοβούνται ότι μόλις ανοίξει ο στενός κλοιός των μνημονίων, θα αρχίσουν οι αλόγιστες παροχές, θα εκδηλωθεί αδράνεια σε ό,τι αφορά τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και αποκρατικοποιήσεις κ.ο.κ. Την ίδια ώρα οι πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής σκηνής παρακολουθούν διχασμένοι τις εξελίξεις, αδυνατώντας να συγκροτήσουν ακόμη μια φορά κοινό μέτωπο διεκδικήσεων ενόψει της λήξης του μνημονίου και εν μέσω της συζήτησης για την αναδιάρθρωση του χρέους.

Οι παραγωγικές δυνάμεις και ο επιχειρηματικός κόσμος πορεύονται μέσα στο περιβάλλον των γνωστών αντιξοοτήτων, αναζητώντας ευκαιρίες ανάπτυξης εντός και εκτός συνόρων. Ως συνήθως προπορεύονται από άποψη σύλληψης των αναγκαιοτητών για το τι πραγματικά χρειάζεται η οικονομία, προκειμένου η ανάκαμψη να έχει τη δυναμική προσέλκυσης της απαιτούμενης κρίσιμης μάζας επενδύσεων. Διότι μόνο μια σταθερή ροή επενδύσεων μπορεί να διασφαλίσει μεσοπρόθεσμα τη μετατροπή των τάσεων ανάκαμψης σε ανάπτυξη. Όπως, άλλωστε, δείχνουν τα στοιχεία, οι αριθμοί που είναι αδιάψευστοι, πρόοδος μεν υπάρχει, αλλά ο ρυθμός της δημιουργεί προβληματισμό.

Για παράδειγμα, πέρσι ήταν η πρώτη χρονιά από το 2006, που η ελληνική οικονομία κατάφερε να παρουσιάσει ανάπτυξη και στα τέσσερα τρίμηνα του έτους, ενώ συνολικά πέτυχε ανάπτυξη 1,4% σε μέσα επίπεδα. Η επίδοση είναι σημαντική. Είναι, όμως, χαμηλότερη των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί και των εκτιμήσεων ξένων οργανισμών, ακόμη και της παραδοσιακά πιο ελαστικής Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Tο πόσο δυναμική και διατηρήσιμη θα είναι αυτή η ανάπτυξη, και κυρίως το εάν η Ελλάδα θα αποφύγει τη μεγάλη παγίδα μιας παρατεταμένης στασιμότητας μετά από μια πρόσκαιρη περίοδο περιορισμένης ανάπτυξης, είναι το μεγάλο στοίχημα της προσεχούς τριετίας. Οι ευκαιρίες που μπορεί να αξιοποιήσει η Ελλάδα είναι πολλές: Υπάρχει ισχυρή δυναμική ανάπτυξης σε ανταγωνιστικούς κλάδους και είναι πολλά τα στρατηγικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας εξαιτίας της γεωπολιτικής της θέσης και των φυσικών της χαρακτηριστικών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς και πόσο γρήγορα θα μπορέσουν οι παραγωγικές και οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να συντονιστούν και να προχωρήσουν στην αξιοποίηση των πρώτων βάσει ενός λειτουργικού σχεδίου. Διότι αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση ειδικά για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ειδικά χαρακτηριστικά που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη. Μεταξύ αυτών, η απουσία κουλτούρας συνεννόησης και συναινέσεων σε ζωτικής σημασίας ζητήματα, η ύπαρξη στρεβλώσεων, αγκυλώσεων και συντεχνιακής λογικής, ακόμη και μετά από τη μεγάλη οικονομική περιπέτεια που έχει ζήσει η χώρα, διαφθοράς, γραφειοκρατίας και ελλιπούς ανταγωνιστικής θέσης διεθνώς πολλών προϊόντων και υπηρεσιών.

Μεγάλος εχθρός ο χρόνος
Τα προβλήματα αυτά διορθώνονται σταδιακά. Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, είναι εάν ο απαιτούμενος μετασχηματισμός, ώστε να εξελιχθεί με επαρκή ρυθμό η ελληνική οικονομία, μπορεί να συντελεστεί γρήγορα και με αποτελεσματικό τρόπο. Αν εξαιρεθούν από τη συζήτηση οι σοβαρότατοι εξωγενείς παράγοντες υπερκαθορισμού των εξελίξεων, όλοι πρέπει να τρέξουν, γρήγορα και αποτελεσματικά όχι αύριο, αλλά ει δυνατόν… χθες, ώστε να μη βυθιστεί η οικονομία σε παρατεταμένη στασιμότητα την επόμενη διετία-τριετία, με απρόβλεπτες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Το θέμα είναι, όμως, πόσοι και ποιοι αντιλαμβάνονται αυτή την ανάγκη και πόσο εύκολο είναι αυτό να γίνει κοινό όραμα και αφετηρία κοινών προσπαθειών υπεράνω πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων; Μέχρι στιγμής τα σχετικά σήματα είναι μικτά, δημιουργώντας ανησυχία.

Οι πιστωτές σχεδιάζουν ένα υβριδικό μεταμνημονιακό μοντέλο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας, με ενισχυμένη παρακολούθηση για την τήρηση των δεσμεύσεων, καθώς φοβούνται ότι μόλις ανοίξει ο στενός κλοιός των μνημονίων, θα αρχίσουν οι αλόγιστες παροχές, θα εκδηλωθεί αδράνεια σε ό,τι αφορά τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και αποκρατικοποιήσεις κ.ο.κ. Την ίδια ώρα οι πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής σκηνής παρακολουθούν διχασμένοι τις εξελίξεις, αδυνατώντας να συγκροτήσουν ακόμη μια φορά κοινό μέτωπο διεκδικήσεων ενόψει της λήξης του μνημονίου και εν μέσω της συζήτησης για την αναδιάρθρωση του χρέους.

Οι παραγωγικές δυνάμεις και ο επιχειρηματικός κόσμος πορεύονται μέσα στο περιβάλλον των γνωστών αντιξοοτήτων, αναζητώντας ευκαιρίες ανάπτυξης εντός και εκτός συνόρων. Ως συνήθως προπορεύονται από άποψη σύλληψης των αναγκαιοτητών για το τι πραγματικά χρειάζεται η οικονομία, προκειμένου η ανάκαμψη να έχει τη δυναμική προσέλκυσης της απαιτούμενης κρίσιμης μάζας επενδύσεων. Διότι μόνο μια σταθερή ροή επενδύσεων μπορεί να διασφαλίσει μεσοπρόθεσμα τη μετατροπή των τάσεων ανάκαμψης σε ανάπτυξη. Όπως, άλλωστε, δείχνουν τα στοιχεία, οι αριθμοί που είναι αδιάψευστοι, πρόοδος μεν υπάρχει, αλλά ο ρυθμός της δημιουργεί προβληματισμό.

Για παράδειγμα, πέρσι ήταν η πρώτη χρονιά από το 2006, που η ελληνική οικονομία κατάφερε να παρουσιάσει ανάπτυξη και στα τέσσερα τρίμηνα του έτους, ενώ συνολικά πέτυχε ανάπτυξη 1,4% σε μέσα επίπεδα. Η επίδοση είναι σημαντική. Είναι, όμως, χαμηλότερη των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί και των εκτιμήσεων ξένων οργανισμών, ακόμη και της παραδοσιακά πιο ελαστικής Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Προοπτικές προόδου με εγγενείς αντιφάσεις
Προκαλεί δε προβληματισμό η αναφορά των αναλυτών της Κομισιόν, στο πλαίσιο των εαρινών της προβλέψεων, στο ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Ειδικότερα, διαπιστώνοντας τις ισχνές επιδόσεις της ιδιωτικής κατανάλωσης, επισημαίνουν πως τα ελληνικά νοικοκυριά είναι εντέλει πιο πιεσμένα, σε σχέση με ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί, και ότι οι σημαντικές βελτιώσεις που σημειώνονται στους δείκτες της απασχόλησης, απαιτούν περισσότερο χρόνο προκειμένου να μεταφραστούν σε ουσιαστική αύξηση της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης.

Οι αιτίες πίσω από την τάση που διαπιστώνει η Κομισιόν είναι πολλές. Μεταξύ αυτών, φυσικά, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά έχουν υποστεί πολύ ισχυρή φορολόγηση υπό το βάρος των μέτρων λιτότητας, για την επίτευξη των ιδιαίτερα υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, που εξ αντικειμένου περιορίζει την κατανάλωση.

Ταυτόχρονα με την υπερφορολόγηση, η έκθεση των ελληνικών νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό –σε πολλές περιπτώσεις και σε προβληματικά δάνεια– αυξάνει τις υποχρεώσεις πληρωμών τους, ψαλιδίζοντας ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα για κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών και αποταμίευση. Την ίδια στιγμή ο όγκος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τρίτους, που δεν έχουν εκκαθαριστεί, είναι ακόμα μεγάλος και στερεί πολύτιμους πόρους από την αγορά

Επίσης, στο κρίσιμο μέτωπο των ξένων επενδύσεων, ενώ υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στο εξωτερικό που «βλέπουν Ελλάδα», η αβεβαιότητα ως προς την κατάληξη των διαπραγματεύσεων σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους και τη συνολική συμφωνία, όπως κι άλλοι παράγοντες, διατηρούν σε χαμηλά επίπεδα τη ροή τους προς τη χώρα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων η επενδυτική ροή αναμένεται να ενισχυθεί φέτος και την επόμενη διετία. Σύμφωνα δε με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Κομισιόν, οι επιχειρηματικές επενδύσεις στήριξαν την άνοδο των συνολικών επενδύσεων κατά 9,6% το 2017, με σημαντικές επιδόσεις ειδικά στο τελευταίο τρίμηνο του προηγούμενου έτους έτους. Η Κομισιόν εκτιμά δε πως οι επενδύσεις αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνουν δυναμικά την επόμενη διετία με την υποστήριξη της υλοποίησης του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και του οικονομικού κλίματος στη χώρα. Ενθαρρυντικές είναι οι εκτιμήσεις της και ως προς τις αναμενόμενες φέτος πολύ καλές επιδόσεις του τουριστικού τομέα, με βάση τις προκρατήσεις, ενώ θετικά εκτιμάται και η προοπτική των ελληνικών εξαγωγών.

Πάντως, η αυτοσυγκράτηση των Ελλήνων σε ό,τι αφορά την κατανάλωση, ενισχύεται και από το κλίμα ανησυχίας για τις επικείμενες νέες μειώσεις των συντάξεων, όπως και για τις νέες αλλαγές στο αφορολόγητο, βάσει των συμφωνημένων μέτρων για εφαρμογή το 2019-2020. Στον αντίποδα τα αντίμετρα, αλλά και άλλες δράσεις, όπως το κοινωνικό μέρισμα, στοχεύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, που πρέπει να καλύψουν σε γενικές γραμμές δαπάνες πρώτης ανάγκης.

Την ίδια στιγμή οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένουν πολύ υψηλοί για τα επόμενα περίπου πέντε χρόνια. Στους εν λόγω στόχους στηρίζονται οι αναλύσεις βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, οι οποίες πρόκειται να αποτελέσουν τη βάση για την πολιτική συμφωνία αναδιάρθρωσής του. Έτσι, σε όλα τα σενάρια, ακόμη και για μετά την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο, τα πραγματικά περιθώρια άσκησης λιγότερο περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής παραμένουν περιορισμένα.

Υψηλός βαθμός δυσκολίας
Αν και οι δυσκολίες είναι προφανείς, υπάρχουν εντούτοις αρκετοί παράγοντες, που μπορεί να υποστηρίξουν την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας κατά την προσεχή διετία –πάντα, εννοείται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και σκληρούς περιορισμούς. Σε κάθε περίπτωση όλα τα σενάρια διαβεβαιώνουν ότι το εγχείρημα θα είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και με αυξημένο βαθμό δυσκολίας, πράγμα ούτως ή άλλως αναμενόμενο, άλλωστε, δεδομένου ότι έχουν προηγηθεί δέκα χρόνια ύφεσης εκ των οποίων τα οκτώ σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής.

σελφ σερβις (T. 483)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION