σελφ σερβις - Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων: Το πρόβλημα της χώρας είναι πρωτίστως πολιτικό

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Νομοθεσία

Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων: Το πρόβλημα της χώρας είναι πρωτίστως πολιτικό

12 Φεβρουαρίου 2016 | 13:48 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Συνέντευξεις-Πρόσωπα

Χαράλαμπος Τσαρδανίδης

«Το ζητούμενο για την οικονομία μας το 2016 είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ούτως ώστε αρχικά να σταθεροποιηθεί και αργότερα να ανακάμψει. Αναγκαίος όρος γι’ αυτό είναι η υπερψήφιση των νομοθετικών προαπαιτούμενων για τη διεξαγωγή της πρώτης αξιολόγησης από τους δανειστές μας, η οποία είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί το ταχύτερο, καθώς από το αποτέλεσμά της θα κριθεί η έναρξη της διαπραγμάτευσης για την ελάφρυνση του χρέους», τονίζει ο κ. Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.

Όπως ξεκαθαρίζει ο κ. Χ. Τσαρδανίδης, «υπάρχει, φυσικά, το πολιτικό ζητούμενο της υπέρβασης κάθε είδους ενδοιασμών όχι μόνο της αντιπολίτευσης, αλλά και της συμπολίτευσης αναφορικά με την υπερψήφιση των συμφωνημένων με τους δανειστές μεταρρυθμιστικών νομοθετημάτων στη Βουλή. Εάν δεν υπάρξουν επιπλοκές, τα πράγματα θα εξελιχθούν καλύτερα από τα προηγούμενα χρόνια, διότι το 2016 (μέχρι το 2020) οι διεθνείς οικονομικές υποχρεώσεις της χώρας δεν είναι τόσο ασφυκτικές όσο το 2015». Στη συνέχεια ο συνομιλητής μας απαρίθμησε τις βασικές προκλήσεις του 2016 για την εξωτερική πολιτική και την οικονομία της χώρας:

«Τη νέα χρονιά θα απαιτηθεί κυβερνητική αποφασιστικότητα στο ζήτημα της προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων σε όλους τους τομείς που συμφωνήσαμε με τους δανειστές και χωρίς κωλυσιεργίες, ώστε να δοθεί το μήνυμα στη διεθνή αγορά ότι η Ελλάδα, ακολουθώντας το πρόγραμμα του τρίτου Μνημονίου βάσει των δεσμεύσεών της, διαμορφώνει τις προοπτικές απεμπλοκής της από την κρίση χρέους. Το 2016, επίσης, μείζονα ζητήματα για την Ευρώπη, όπως το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, θα ωθήσουν την ευρωπαϊκή ηγεσία να τα διαχειριστεί επισταμένως, όπως άλλωστε οφείλει να κάνει και η ελληνική κυβέρνηση.

Την Αθήνα πρωτίστως θα την απασχολεί το να επιβεβαιωθεί απ’ όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ η αναγκαιότητα του απαραβίαστου της εφαρμογής της Συνθήκης Σέγκεν ως έχει, δεδομένων των φανερών και κρυφών σκέψεων για τη δημιουργία μιας βορειοευρωπαϊκής «μικρής Σέγκεν», που θα αγνοεί τις ανάγκες και τα προβλήματα που δημιουργούνται στα ευάλωτα κράτη μέλη της Νότιας Ευρώπης εξ αιτίας των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Σημειώστε ότι η Ολλανδία, στην οποία συζητείται ανοιχτά η ιδέα μιας «μικρής Σέγκεν», θα ασκεί την Προεδρία της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του έτους και ότι η τυχόν έμπρακτη αμφισβήτηση του ισχύοντος καθεστώτος της Συνθήκης θα έχει δυσμενείς συνέπειες και για την ενιαία αγορά και για την προοπτική εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης…

Κυπριακό και προσφυγικές-μεταναστευτικές ροές

»Νέες προκλήσεις για την εξωτερική μας πολιτική το 2016 θα υπάρξουν εξ αιτίας του Κυπριακού, η επίλυση του οποίου συνδέεται πλέον με τα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και τις διαμορφούμενες συνεργασίες μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αφενός και Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου αφετέρου. Το ευκταίο είναι η σταθεροποίηση και η συνέχεια αυτών των συνεργασιών, με τη συμμετοχή ει δυνατόν ακόμα και της Τουρκίας προς όφελος της σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. Ωστόσο, η συμμετοχή της Άγκυρας στον ενεργειακό συντονισμό των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου προϋποθέτει την οριστική διευθέτηση του Κυπριακού, με τη συγκατάθεση των Ελληνοκυπρίων. Η νέα χρονιά φαίνεται να προδιαγράφεται ως αποφασιστικής σημασίας, με την έννοια ότι ήδη προωθείται μια ολοκληρωμένη πρόταση επίλυσης του ζητήματος –παρεμφερούς αντίληψης με το «σχέδιο Ανάν» ή όχι, μένει να το δούμε.

Τα πράγματα, βέβαια, δεν είναι καθόλου απλά, δεδομένης της στρατηγικής της Τουρκίας που, ως περιφερειακή δύναμη με αξιώσεις στην περιοχή, φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η κρίση αυτή αντανακλάται στην πλήρη αποτυχία του δόγματος Νταβούτογλου περί οικοδόμησης πολύ καλών σχέσεων με όλα τα κράτη της ευρύτερης γειτονιάς της. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται, επίσης, οι διεθνείς τριβές και αντιπαραθέσεις της Τουρκίας, ιδιαίτερα με τη Ρωσία, με επίδικο ζήτημα τη διατήρηση αφενός ενός σημαντικού γεωπολιτικού ρόλου στο νέο διαμορφούμενο τοπίο της περιοχής (μετά την προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν), συμβατού με τα οράματα της τουρκικής ηγεσίας, και αφετέρου την διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας στο πεδίο του τουρκικού Κουρδιστάν. Η δυναμική των σχετικών εξελίξεων στους μήνες που ακολουθούν μοιραία θα επηρεάσει την πορεία των ελληνοτουρκικών και κυπροτουρκικών σχέσεων, οπότε και θα φανεί κατά πόσο η Τουρκία κατανοεί ως συμφέρουσα ή όχι την επίδειξη διάθεσης συνεννόησης για το Κυπριακό.

Μια άλλη παράμετρος των ελληνοτουρκικών και, ταυτόχρονα, ευρωτουρκικών σχέσεων, που συνιστά σημαντική πρόκληση τη νέα χρονιά, αναφέρεται στο προσφυγικό και μεταναστευτικό. Δεν γνωρίζω αν η τήρηση ή μη των υποσχέσεων της Τουρκίας προς την ΕΕ αναφορικά με τον έλεγχο των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών είναι θέμα μόνο περιορισμένων δυνατοτήτων κι όχι και πολιτικής σκοπιμότητας. Την ευρωπαϊκή ενίσχυση των τριών δισ. ευρώ αποφασίστηκε, πάντως, ότι θα τη λάβει, αν και υπό προϋποθέσεις. Θεωρώ, ωστόσο, ότι αν κλιμακωθούν σε βάθος χρόνου οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Συρία, υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος το 2016 να παγιδευτούν στην Ελλάδα εκτός των μεταναστών και χιλιάδες πρόσφυγες, που θα φτάνουν στη χώρα μέσω του Αιγαίου. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αναπόφευκτα το ξέσπασμα μιας κρίσης διαχείρισης, ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτημα κι ασφαλώς ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, αφού καμία εξωτερική οικονομική βοήθεια δεν θα είναι ικανή ν’ αντισταθμίσει τις αναπόφευκτες πιέσεις που θα υπάρξουν. Επισημαίνω εδώ ότι η διαχείριση πρόσφατα της κατάστασης στην Ειδομένη, που δεν ήταν δα η καλύτερη εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, προκάλεσε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις που ανησύχησαν τους Κινέζους εξαγωγείς, οι οποίοι αποστέλλουν τα προϊόντα τους στην Ευρώπη μέσω του Πειραιά.

Μια ακόμα πρόκληση για την εξωτερική μας πολιτική το 2016 δημιουργείται από την πολιτική που ακολουθεί η αλβανική κυβέρνηση για τον καθορισμό των ορίων της θαλάσσιας ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Μένει να δούμε αν οι αλβανικοί ισχυρισμοί, που έρχονται σε αντίθεση με το Δίκαιο της Θάλασσας, θα συμβάλουν στη χειροτέρευση των ελληνοαλβανικών σχέσεων ή όχι».

Η κυβέρνηση πρέπει να αγνοήσει το πολιτικό κόστος

σ. σ.: Η κυβέρνηση ευελπιστεί ότι στο δεύτερο εξάμηνο του έτους θα υπάρξει βελτίωση στα μακροοικονομικά μεγέθη της οικονομίας. Ωστόσο, παραμένει ζητούμενο αν η ελληνική οικονομία θ’ αρχίσει να ανατάσσει. Τι σκέφτεστε σχετικά;

Χ. Τ.: Η παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος και η ανάταξη της οικονομίας δεν είναι ενταγμένες στον ίδιο χρονικό ορίζοντα. Η πρώτη φαίνεται ότι υπό όρους είναι εφικτή το 2016. Η δεύτερη, στον βαθμό που συσχετίζεται με την ασθενή εγχώρια ζήτηση και την εξέλιξη του λιανεμπορικού τζίρου, δεν συναρτάται μόνο με τα μακρο-οικονομικά μεγέθη. Εννοώ πως, αν προωθηθούν απρόσκοπτα οι ιδιωτικοποιήσεις και η αναδιάρθρωση της οικονομίας, αν διευρυνθεί η φορολογική βάση κοκ, η ελληνική κοινωνία, διαπιστώνοντας μια καλύτερη προοπτική, θ’ αναθαρρήσει, οπότε η βελτίωση των ψυχολογικών διαθέσεων θα αρχίσει να εκφράζεται και στην οικονομία.

Σχετικά με την παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος, οι απαιτήσεις του τρίτου Μνημονίου τουλάχιστον το 2016 δεν είναι απαγορευτικές για τις δυνατότητες της χώρας. Βέβαια, για το 2017 και ιδίως για το 2018 υπερδιογκώνονται κατά την παραδοχή και του ίδιου του ΔΝΤ. Ωστόσο, πιστεύω ότι το πρόβλημα της χώρας ήταν και είναι πρωτίστως πολιτικό: Θα υπάρξει, άραγε, συναντίληψη μεταξύ συμπολίτευσης και φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης σε ό,τι αφορά την υιοθέτηση του προγράμματος, ώστε να επιτευχθούν οι απαιτητικοί στόχοι του Μνημονίου για τη διετία 2017-2018, ή θα πρυτανεύσει η πολιτική εκμετάλλευση των κοινωνικών αντιδράσεων στις επιβεβλημένες σκληρές μεταρρυθμίσεις, οπότε θα δούμε τα ως χθες «μνημονιακά» κόμματα ν’ αρνούνται την ψήφο τους σε νομοσχέδια θεμελιώδη για την αξιολόγηση της χώρας; Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση καλείται να δείξει και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι εννοεί αυτά που λέει και ότι, στο πλαίσιο αυτό, αγνοεί το πολιτικό κόστος.

Όπως ξεκαθαρίζει ο κ. Χ. Τσαρδανίδης, «υπάρχει, φυσικά, το πολιτικό ζητούμενο της υπέρβασης κάθε είδους ενδοιασμών όχι μόνο της αντιπολίτευσης, αλλά και της συμπολίτευσης αναφορικά με την υπερψήφιση των συμφωνημένων με τους δανειστές μεταρρυθμιστικών νομοθετημάτων στη Βουλή. Εάν δεν υπάρξουν επιπλοκές, τα πράγματα θα εξελιχθούν καλύτερα από τα προηγούμενα χρόνια, διότι το 2016 (μέχρι το 2020) οι διεθνείς οικονομικές υποχρεώσεις της χώρας δεν είναι τόσο ασφυκτικές όσο το 2015». Στη συνέχεια ο συνομιλητής μας απαρίθμησε τις βασικές προκλήσεις του 2016 για την εξωτερική πολιτική και την οικονομία της χώρας:

«Τη νέα χρονιά θα απαιτηθεί κυβερνητική αποφασιστικότητα στο ζήτημα της προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων σε όλους τους τομείς που συμφωνήσαμε με τους δανειστές και χωρίς κωλυσιεργίες, ώστε να δοθεί το μήνυμα στη διεθνή αγορά ότι η Ελλάδα, ακολουθώντας το πρόγραμμα του τρίτου Μνημονίου βάσει των δεσμεύσεών της, διαμορφώνει τις προοπτικές απεμπλοκής της από την κρίση χρέους. Το 2016, επίσης, μείζονα ζητήματα για την Ευρώπη, όπως το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, θα ωθήσουν την ευρωπαϊκή ηγεσία να τα διαχειριστεί επισταμένως, όπως άλλωστε οφείλει να κάνει και η ελληνική κυβέρνηση.

Την Αθήνα πρωτίστως θα την απασχολεί το να επιβεβαιωθεί απ’ όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ η αναγκαιότητα του απαραβίαστου της εφαρμογής της Συνθήκης Σέγκεν ως έχει, δεδομένων των φανερών και κρυφών σκέψεων για τη δημιουργία μιας βορειοευρωπαϊκής «μικρής Σέγκεν», που θα αγνοεί τις ανάγκες και τα προβλήματα που δημιουργούνται στα ευάλωτα κράτη μέλη της Νότιας Ευρώπης εξ αιτίας των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Σημειώστε ότι η Ολλανδία, στην οποία συζητείται ανοιχτά η ιδέα μιας «μικρής Σέγκεν», θα ασκεί την Προεδρία της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του έτους και ότι η τυχόν έμπρακτη αμφισβήτηση του ισχύοντος καθεστώτος της Συνθήκης θα έχει δυσμενείς συνέπειες και για την ενιαία αγορά και για την προοπτική εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης…

Κυπριακό και προσφυγικές-μεταναστευτικές ροές

»Νέες προκλήσεις για την εξωτερική μας πολιτική το 2016 θα υπάρξουν εξ αιτίας του Κυπριακού, η επίλυση του οποίου συνδέεται πλέον με τα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και τις διαμορφούμενες συνεργασίες μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αφενός και Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου αφετέρου. Το ευκταίο είναι η σταθεροποίηση και η συνέχεια αυτών των συνεργασιών, με τη συμμετοχή ει δυνατόν ακόμα και της Τουρκίας προς όφελος της σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. Ωστόσο, η συμμετοχή της Άγκυρας στον ενεργειακό συντονισμό των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου προϋποθέτει την οριστική διευθέτηση του Κυπριακού, με τη συγκατάθεση των Ελληνοκυπρίων. Η νέα χρονιά φαίνεται να προδιαγράφεται ως αποφασιστικής σημασίας, με την έννοια ότι ήδη προωθείται μια ολοκληρωμένη πρόταση επίλυσης του ζητήματος –παρεμφερούς αντίληψης με το «σχέδιο Ανάν» ή όχι, μένει να το δούμε.

Τα πράγματα, βέβαια, δεν είναι καθόλου απλά, δεδομένης της στρατηγικής της Τουρκίας που, ως περιφερειακή δύναμη με αξιώσεις στην περιοχή, φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η κρίση αυτή αντανακλάται στην πλήρη αποτυχία του δόγματος Νταβούτογλου περί οικοδόμησης πολύ καλών σχέσεων με όλα τα κράτη της ευρύτερης γειτονιάς της. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται, επίσης, οι διεθνείς τριβές και αντιπαραθέσεις της Τουρκίας, ιδιαίτερα με τη Ρωσία, με επίδικο ζήτημα τη διατήρηση αφενός ενός σημαντικού γεωπολιτικού ρόλου στο νέο διαμορφούμενο τοπίο της περιοχής (μετά την προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν), συμβατού με τα οράματα της τουρκικής ηγεσίας, και αφετέρου την διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας στο πεδίο του τουρκικού Κουρδιστάν. Η δυναμική των σχετικών εξελίξεων στους μήνες που ακολουθούν μοιραία θα επηρεάσει την πορεία των ελληνοτουρκικών και κυπροτουρκικών σχέσεων, οπότε και θα φανεί κατά πόσο η Τουρκία κατανοεί ως συμφέρουσα ή όχι την επίδειξη διάθεσης συνεννόησης για το Κυπριακό.

Μια άλλη παράμετρος των ελληνοτουρκικών και, ταυτόχρονα, ευρωτουρκικών σχέσεων, που συνιστά σημαντική πρόκληση τη νέα χρονιά, αναφέρεται στο προσφυγικό και μεταναστευτικό. Δεν γνωρίζω αν η τήρηση ή μη των υποσχέσεων της Τουρκίας προς την ΕΕ αναφορικά με τον έλεγχο των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών είναι θέμα μόνο περιορισμένων δυνατοτήτων κι όχι και πολιτικής σκοπιμότητας. Την ευρωπαϊκή ενίσχυση των τριών δισ. ευρώ αποφασίστηκε, πάντως, ότι θα τη λάβει, αν και υπό προϋποθέσεις. Θεωρώ, ωστόσο, ότι αν κλιμακωθούν σε βάθος χρόνου οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Συρία, υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος το 2016 να παγιδευτούν στην Ελλάδα εκτός των μεταναστών και χιλιάδες πρόσφυγες, που θα φτάνουν στη χώρα μέσω του Αιγαίου. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αναπόφευκτα το ξέσπασμα μιας κρίσης διαχείρισης, ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτημα κι ασφαλώς ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, αφού καμία εξωτερική οικονομική βοήθεια δεν θα είναι ικανή ν’ αντισταθμίσει τις αναπόφευκτες πιέσεις που θα υπάρξουν. Επισημαίνω εδώ ότι η διαχείριση πρόσφατα της κατάστασης στην Ειδομένη, που δεν ήταν δα η καλύτερη εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, προκάλεσε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις που ανησύχησαν τους Κινέζους εξαγωγείς, οι οποίοι αποστέλλουν τα προϊόντα τους στην Ευρώπη μέσω του Πειραιά.

Μια ακόμα πρόκληση για την εξωτερική μας πολιτική το 2016 δημιουργείται από την πολιτική που ακολουθεί η αλβανική κυβέρνηση για τον καθορισμό των ορίων της θαλάσσιας ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Μένει να δούμε αν οι αλβανικοί ισχυρισμοί, που έρχονται σε αντίθεση με το Δίκαιο της Θάλασσας, θα συμβάλουν στη χειροτέρευση των ελληνοαλβανικών σχέσεων ή όχι».

Η κυβέρνηση πρέπει να αγνοήσει το πολιτικό κόστος

σ. σ.: Η κυβέρνηση ευελπιστεί ότι στο δεύτερο εξάμηνο του έτους θα υπάρξει βελτίωση στα μακροοικονομικά μεγέθη της οικονομίας. Ωστόσο, παραμένει ζητούμενο αν η ελληνική οικονομία θ’ αρχίσει να ανατάσσει. Τι σκέφτεστε σχετικά;

Χ. Τ.: Η παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος και η ανάταξη της οικονομίας δεν είναι ενταγμένες στον ίδιο χρονικό ορίζοντα. Η πρώτη φαίνεται ότι υπό όρους είναι εφικτή το 2016. Η δεύτερη, στον βαθμό που συσχετίζεται με την ασθενή εγχώρια ζήτηση και την εξέλιξη του λιανεμπορικού τζίρου, δεν συναρτάται μόνο με τα μακρο-οικονομικά μεγέθη. Εννοώ πως, αν προωθηθούν απρόσκοπτα οι ιδιωτικοποιήσεις και η αναδιάρθρωση της οικονομίας, αν διευρυνθεί η φορολογική βάση κοκ, η ελληνική κοινωνία, διαπιστώνοντας μια καλύτερη προοπτική, θ’ αναθαρρήσει, οπότε η βελτίωση των ψυχολογικών διαθέσεων θα αρχίσει να εκφράζεται και στην οικονομία.

Σχετικά με την παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος, οι απαιτήσεις του τρίτου Μνημονίου τουλάχιστον το 2016 δεν είναι απαγορευτικές για τις δυνατότητες της χώρας. Βέβαια, για το 2017 και ιδίως για το 2018 υπερδιογκώνονται κατά την παραδοχή και του ίδιου του ΔΝΤ. Ωστόσο, πιστεύω ότι το πρόβλημα της χώρας ήταν και είναι πρωτίστως πολιτικό: Θα υπάρξει, άραγε, συναντίληψη μεταξύ συμπολίτευσης και φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης σε ό,τι αφορά την υιοθέτηση του προγράμματος, ώστε να επιτευχθούν οι απαιτητικοί στόχοι του Μνημονίου για τη διετία 2017-2018, ή θα πρυτανεύσει η πολιτική εκμετάλλευση των κοινωνικών αντιδράσεων στις επιβεβλημένες σκληρές μεταρρυθμίσεις, οπότε θα δούμε τα ως χθες «μνημονιακά» κόμματα ν’ αρνούνται την ψήφο τους σε νομοσχέδια θεμελιώδη για την αξιολόγηση της χώρας; Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση καλείται να δείξει και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι εννοεί αυτά που λέει και ότι, στο πλαίσιο αυτό, αγνοεί το πολιτικό κόστος.


Παγκόσμια ύφεση: Υπαρκτός κίνδυνος

σ. σ.: Η διεθνής οικονομική συγκυρία, πάντως, δεν φαίνεται να «συμμερίζεται» τη βασιμότητα των στόχων του τρίτου μνημονίου.

Χ. Τ.: Ο φόβος εισόδου της παγκόσμιας οικονομίας σε κατάσταση ύφεσης δεν είναι αβάσιμος. Για παράδειγμα, η πτώση της τιμής του πετρελαίου είναι προϊόν επιβράδυνσης της ανάπτυξης κυρίως στην Κίνα, ενώ και στην ΕΕ τα νέα δεν είναι ευχάριστα. Μια παγκόσμια ύφεση θα έχει αναμφίβολα επιπτώσεις στην οικονομία μας. Όμως υπάρχουν τομείς που η Ελλάδα δραστηριοποιούμενη, μπορεί να ισοσκελίσει ορισμένες από τις αρνητικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, το 2015 παρότι στο πρώτο του εξάμηνο εξελίχθηκε καταστροφικά για την οικονομία, η δυναμική του τουρισμού δεν κάμφθηκε.

Στη νέα χρονιά η αστάθεια στον ευρύτερο περίγυρό μας αναμένεται ότι θα ευνοήσει τη χώρα μας ως προορισμό τουριστικής προτίμησης. Επίσης, οι εξαγωγές μας στο συνολικό αξιακό τους μέγεθος έχουν αυξηθεί. Πρέπει να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση του μεριδίου τους στο ΑΕΠ, μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες του κόσμου. Αυτό βέβαια, μόνο απλό δεν είναι, κρίνοντας όχι μόνο από την εμπειρία των κεφαλαιακών περιορισμών, από τους οποίους δύσκολα ξεμπερδεύει κανείς, αλλά και από τις χρόνιες γραφειοκρατικές δυσκαμψίες που εξακολουθούν να υφίστανται.

Η κυβέρνηση έχει μπροστά της πολλή δουλειά. Διότι χωρίς αύξηση των εξαγωγών μας, όπως άλλωστε και των εγχώριων και ξένων επενδύσεων, δεν υπάρχουν σοβαρές προοπτικές ανάκαμψης. Θα βράζουμε στο ζουμί μας... Αλλά ας διατηρούμε την αισιοδοξία μας. Στο κάτω-κάτω δεν είναι λίγο ότι το 2015 διαψεύστηκαν οι εκτιμήσεις για την αναμενόμενη ύφεση, που φαίνεται ότι θα είναι μικρότερη από αυτή που είχε αρχικά εκτιμηθεί.

ΕΕ: Το φάντασμα του αντιευρωπαϊσμού

σ. σ.: Τι προοιωνίζεται το 2016 για τα ευρωπαϊκά πράγματα; Η εμμονή στην πολιτική της δημοσιονομικής λιτότητας απέδωσε ήδη την αύξηση της ακροδεξιάς στη Γαλλία. Αλλού ο ευρωσκεπτικισμός στρώνει τον δρόμο στην πολιτική αστάθεια...

Χ. Τ.: Η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού έχει διαφορετικές αφετηρίες σε κάθε χώρα και όχι μόνο οικονομικές. Δείτε για παράδειγμα τη Γερμανία, που δεν υποφέρει από την κρίση. Ο ευρωσκεπτικισμός εκκολάπτεται μέσα στο ίδιο το κόμμα της Μέρκελ (όχι μόνο στο Εναλλακτικό Κόμμα για τη Γερμανία) ως αντίδραση κυρίως στις μεταναστευτικές ροές και το προσφυγικό. Την ίδια στιγμή η Γερμανία, όπως και όλη η ευρωπαϊκή ήπειρος, χρειάζεται τα ξένα εργατικά χέρια καθότι απειλείται από τη δημογραφική κρίση. Πώς αλλιώς θα ανταγωνιστεί τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής; Φανερώνεται έτσι και η αντιφατικότητα της πολιτικής που ακολουθούν πολλές από τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες.

Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτνίασης: Σκέφτεται κανείς ότι το όραμα μιας ευρύτερης Ευρώπης, όπως υπήρξε πριν την απόρριψη του ευρωσυντάγματος το 2005, με συνδεδεμένες τις χώρες της Νοτίου Μεσογείου και της Ανατολικής Ευρώπης ως περιφερειακούς φορείς της ευρωπαϊκής ταυτότητας, έχει σχεδόν σβήσει. Η νέα Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτνίασης, που πρόσφατα εξαγγέλθηκε, είναι πολύ συντηρητική και εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη στις λύσεις που υιοθετεί.

Η ΕΕ δεν έχει πια όραμα που να εμπνέει τον περίγυρο της. Με μια ηγεσία στερεμένη από ιδέες, ακολουθεί τα γεγονότα, χωρίς να είναι σε θέση να τα διαχειρίζεται κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο για την ίδια την ΕΕ από πολιτική και από οικονομική άποψη! Στο πλαίσιο αυτό, ήταν αναμενόμενο το κενό οράματος να καλυφθεί από τον εθνικισμό, την ακροδεξιά, τον ευρωσκεπτικισμό εντέλει στην όποια εκδοχή του. Αυτό έδειξε η εκλογική πρωτιά του Εθνικού Μετώπου στις περιφερειακές εκλογές στη Γαλλία, έστω κι αν δεν κέρδισε καμία περιφέρεια, κι αυτό απηχεί, τουλάχιστον εν μέρει, η πολιτική αστάθεια που πρόσφατα παρατηρείται στην Ιβηρική χερσόνησο.

Η αμφισβήτηση των πολιτικών της λιτότητας είναι, βέβαια, ένα κοινό στοιχείο στην έκφραση της δυσφορίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η πολιτική της ηγεσία υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση από το νεοκεϊνσιανό όραμά της σε «μνημονιακή» προσαρμογή επί τα ίχνη της πολιτικής των προκατόχων της. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, αντίθετα, το 2016 πιθανώς θα δοθεί έμφαση στην ενίσχυση της ζήτησης, κατεύθυνση την οποία ευνοεί σιγά-σιγά με την πολιτική της και η ΕΚΤ, αν και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει δεν απέφερε μέχρι σήμερα τα αναμενόμενα.

Ίσως έτσι να χαλαρώσει κάπως η γερμανική εμμονή στην ιδέα ότι η αλλαγή οικονομικής πολιτικής εγκυμονεί δύσκολα ελέγξιμες πληθωριστικές πιέσεις, αν και η γερμανική πίστη στη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία εδράζεται περισσότερο στην επίγνωση για το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των Ευρωπαίων έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών μας παρά στον στοιχειωμένο από τον Μεσοπόλεμο γερμανικό φόβο για τον πληθωρισμό. Εντέλει, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακάμψει, με όρους υπέρβασης της τερατώδους ασυμμετρίας μεταξύ των χωρών του Βορά που διαθέτουν άφθονα πλεονάσματα και των εξουθενωμένων από τη λιτότητα χωρών του Νότου. Είναι ακριβώς αυτή η ασυμμετρία που ενισχύει την επιχειρηματολογία των αντιευρωπαϊστών.

σελφ σερβις (T. 457)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION