σελφ σερβις - Σούπερ Μάρκετ 2012-2017: Το σοκ της προσαρμογής

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Σούπερ Μάρκετ 2012-2017: Το σοκ της προσαρμογής

27 Ιουνίου 2017 | 09:34 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά,Συνέντευξεις-Πρόσωπα

Την τελευταία πενταετία, περίοδο προοδευτικής συνειδητοποίησης αναφορικά με τη θεραπευτική αξία των μνημονίων ότι όταν η κοινωνία σακατεύεται «για το καλό της», υπεξαιρείται το μέλλον της, ο κλάδος των σούπερ μάρκετ υπέστη σοκ προσαρμογής στη νέα μουντή πραγματικότητα. Πολλοί ονομάζουν το είδος προσαρμογής που υπέστη «εξυγίανση», αλλά φαίνεται πως το τελευταίο πράγμα που συνειδητοποιείται στις σημαντικές αλλαγές, είναι ότι οι ιδεολογικές προδιαθέσεις, ενόσω συμμετέχουν στη μεταβολή της πραγματικότητας, δεν ευστοχούν κιόλας στην ερμηνεία της.

Άλλωστε, ό,τι είναι «εξυγίανση» για τον κερδισμένο, για τον χαμένο είναι «αδικία», «ατυχία» κ.λπ... Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον η επόπτευση των κύριων στοιχείων των αλλαγών στην αγορά του κλάδου την τελευταία πενταετία, που τις καθιστά σημαντικές για όλους, ενόσω ακόμα αυτές εξελίσσονται, όπως και των προβληματισμών που θέτουν για το μέλλον.

Αλλαγή πεποιθήσεων και επιχειρηματικών σχεδίων
Ένα πρώτο στοιχείο, στο επίπεδο των πεποιθήσεων, είναι ότι ο επιχειρηματικός κόσμος πέρασε από την κατάσταση εμπιστοσύνης στη μνημονιακή διαχείριση της κρίσης και ελπίδων για γρήγορη επαναφορά στην κανονικότητα σε κατάσταση σκεπτικισμού, αν όχι για τη σκοπιμότητα των πολιτικών λιτότητας, τουλάχιστον για τα καταστροφικά αποτελέσματά τους σε βάθος χρόνου. Άλλωστε, από πέρυσι η κρίση χτυπά για πρώτη φορά με τόση ένταση την αγορά των βασικών ειδών αναπαραγωγής της κοινωνίας, κάτι που χαρακτηρίζει μόνο τις οικονομίες εμπολέμων.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι στη διάρκεια της πενταετίας ολοκληρώθηκε η αποχώρηση όσων πολυεθνικών επιχειρηματικών σχημάτων του κλάδου είτε δεν είχαν προλάβει να πρωταγωνιστήσουν στην εθνική αγορά (Aldi, Makro) είτε επρόκειτο να πληρώσουν ασύμφορα υψηλό τίμημα για τον πρωταθλητισμό τους, αν παρέμεναν (Carrefour). Όσοι βιάζονται να αντιτάξουν ως σημαίνον αίτιο στις αποφάσεις τους τα υπαρκτά διαχειριστικά προβλήματα και ατασθαλίες στις εδώ θυγατρικές τους, ας σκεφτούν αν ποτέ θα αποχωρούσαν υπό συνθήκες επέκτασης της εγχώριας κατανάλωσης… Εν πάση περιπτώσει, οι δύο εναπομείναντες διεθνείς επενδυτές στην Ελλάδα, οι Ahold Delhaize και Lidl, είναι φανερό ότι παραμένουν με σκοπό την κυριαρχία στη νομή του λιγοστεμένου κλαδικού τζίρου.

Από τις καταρρεύσεις στις αναστηλώσεις των ρακών
Ένα τρίτο στοιχείο είναι, φυσικά, η αργόσυρτη κατάρρευση δύο ιστορικών ελληνικών εταιρειών, στυλοβατών του ελληνικού επιχειρηματικού πρωταθλητισμού στον κλάδο, της Μαρινόπουλος και της Αφοί Βερόπουλοι, οι οποίες, ακολουθώντας τη μοίρα της Ατλάντικ και συναμαρτάνουσες μαζί της, διακρίθηκαν επί μακρόν στη διαχείριση της ανάπτυξής τους, της ανταγωνιστικότητάς τους και εν γένει των χρόνιων προβλημάτων τους με όρους επαναλαμβανόμενου και διογκούμενου δανεισμού, τυπικού (τραπεζικού) και άτυπου, δηλαδή μέσω των καταχρηστικών καθυστερήσεων πληρωμών των προμηθευτών τους. Οι σημαντικές διαφορές στρατηγικής και ισχύος (και ποιότητας έκφρασης αυτής της ισχύος) της μιας από την άλλη δεν διαφοροποιούν το αποτέλεσμα...

Ήταν, τάχα, τόσο «προβληματικές», όσο δείχνει η εκ των υστέρων γνώση των επικριτών τους; Έστω ναι, αλλά η προβληματικότητά τους ήταν ευθέως ανάλογη του κυρίαρχου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης που υιοθέτησαν από τη δεκαετία του ’90. Όντως, ο κανόνας ανάπτυξης του επιχειρηματικού πρωταθλητισμού που ασπάσθηκαν, βασίστηκε παντού στη Δύση στη χρηματοπιστωτική επέκταση και το υψηλό ρίσκο και δη με οικτιρμό για την «οπισθοδρομικότητα» των επιχειρηματιών που τον απέφευγαν. Βέβαια, μεταμορφωμένη η προνύμφη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 σε χρυσαλλίδα της κρίσης δημόσιου χρέους, με όσα δεινά επισωρεύει, διδάσκει ότι χωρίς πολυεθνική στήριξη χρηματιστικοποιημένης βάσεως, τα «καινοτόμα» επιχειρηματικά ρίσκα τέτοιου είδους οδηγούνται σε φιάσκο βιωσιμότητας, καθότι παντού η έλλειψη ρευστότητας εξογκώνει τις διοικητικές και διαχειριστικές παθογένειες. Όσο για τους εμπνευστές τους, διασύρονται ως άφρονες επαρχιώτες, που βγάζουν στο σφυρί τα πατρογονικά τους για να γλυτώσουν... Αλλά κι αυτό ακόμα το μάθημα, ειδικά στην περίπτωση της Μαρινόπουλος, δόθηκε επί τα χείρω, αφού η εταιρεία διέθετε ισχυρό πολυεθνικό υπόβαθρο (Carrefour) πλην, όμως, αυτό υποχώρησε ασμένως, εφόσον οι ιθύνοντές του διέγνωσαν ότι το αποτύπωμα της κρίσης στην εγχώρια ζήτηση θα μείνει ανεπούλωτο κι έτσι «αδειάστηκε» η εταιρεία στις στάχτες της «100% ελληνικότητάς» της... Δεν είναι τυχαίο ότι οι κληρονόμοι των δομών των δύο εταιρειών, όπως όλοι οι άλλοι εναπομείναντες Έλληνες επιχειρηματίες του κλάδου, ήταν στόχος άλλοτε της κριτικής περί «συντηρητισμού» τους στο να αρκούνται –ως «δευτεροκλασάτοι του ανταγωνισμού»– σε βραδεία επέκταση με ίδιους, κυρίως, πόρους.

Εντέλει τα περί «εξυγιαντικών διαδικασιών συγκέντρωσης της αγοράς» δε λένε σπουδαία πράγματα για το πώς πρέπει να νοείται η επιχειρηματική αρετή –όχι μόνο γιατί προγενέστερα η αρετή ταυτιζόταν με τα ρίσκα του χρήματος, αλλά γιατί μεθεορτίως ταυτίστηκε με τη μεταβίβαση ολόκληρων περιουσιών εν τω άμα επ’ ονόματι των συνεπειών της καταστροφής τους, δεδομένης μάλιστα και της επισφάλειας του εγχειρήματος για τους κληρονομούντες. Φενακίζουν δε τη σκέψη, καθώς παραγνωρίζουν το ότι η «προβληματικότητα» εκτός από διαχειριστικό προϊόν είναι πρωτίστως προϊόν της κρίσης, η οποία μεταμορφώνει εύκολα τον ενάρετο σε αμαρτάνοντα εξ ανάγκης...

Ας τελειώνουμε, λοιπόν, με τις ηθικά φορτισμένες περιγραφικές έννοιες των διαδικασιών της συγκέντρωσης, χάριν γυμνής της αναφοράς στην ουσία της: Η εν λόγω διαδικασία, λοιπόν, εξελίσσεται ως κύημα της μακρόχρονης ύφεσης και πτώσης του τζίρου, πράγμα που αιτιολογεί τον χαρακτήρα της ως διαδικασίας μάλλον αναστήλωσης «επιχειρηματικών ρακών» παρά συγχώνευσης πάνω-κάτω ισότιμα ακμαίων οργανισμών.

Άλλωστε, ό,τι είναι «εξυγίανση» για τον κερδισμένο, για τον χαμένο είναι «αδικία», «ατυχία» κ.λπ... Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον η επόπτευση των κύριων στοιχείων των αλλαγών στην αγορά του κλάδου την τελευταία πενταετία, που τις καθιστά σημαντικές για όλους, ενόσω ακόμα αυτές εξελίσσονται, όπως και των προβληματισμών που θέτουν για το μέλλον.

Αλλαγή πεποιθήσεων και επιχειρηματικών σχεδίων
Ένα πρώτο στοιχείο, στο επίπεδο των πεποιθήσεων, είναι ότι ο επιχειρηματικός κόσμος πέρασε από την κατάσταση εμπιστοσύνης στη μνημονιακή διαχείριση της κρίσης και ελπίδων για γρήγορη επαναφορά στην κανονικότητα σε κατάσταση σκεπτικισμού, αν όχι για τη σκοπιμότητα των πολιτικών λιτότητας, τουλάχιστον για τα καταστροφικά αποτελέσματά τους σε βάθος χρόνου. Άλλωστε, από πέρυσι η κρίση χτυπά για πρώτη φορά με τόση ένταση την αγορά των βασικών ειδών αναπαραγωγής της κοινωνίας, κάτι που χαρακτηρίζει μόνο τις οικονομίες εμπολέμων.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι στη διάρκεια της πενταετίας ολοκληρώθηκε η αποχώρηση όσων πολυεθνικών επιχειρηματικών σχημάτων του κλάδου είτε δεν είχαν προλάβει να πρωταγωνιστήσουν στην εθνική αγορά (Aldi, Makro) είτε επρόκειτο να πληρώσουν ασύμφορα υψηλό τίμημα για τον πρωταθλητισμό τους, αν παρέμεναν (Carrefour). Όσοι βιάζονται να αντιτάξουν ως σημαίνον αίτιο στις αποφάσεις τους τα υπαρκτά διαχειριστικά προβλήματα και ατασθαλίες στις εδώ θυγατρικές τους, ας σκεφτούν αν ποτέ θα αποχωρούσαν υπό συνθήκες επέκτασης της εγχώριας κατανάλωσης… Εν πάση περιπτώσει, οι δύο εναπομείναντες διεθνείς επενδυτές στην Ελλάδα, οι Ahold Delhaize και Lidl, είναι φανερό ότι παραμένουν με σκοπό την κυριαρχία στη νομή του λιγοστεμένου κλαδικού τζίρου.

Από τις καταρρεύσεις στις αναστηλώσεις των ρακών
Ένα τρίτο στοιχείο είναι, φυσικά, η αργόσυρτη κατάρρευση δύο ιστορικών ελληνικών εταιρειών, στυλοβατών του ελληνικού επιχειρηματικού πρωταθλητισμού στον κλάδο, της Μαρινόπουλος και της Αφοί Βερόπουλοι, οι οποίες, ακολουθώντας τη μοίρα της Ατλάντικ και συναμαρτάνουσες μαζί της, διακρίθηκαν επί μακρόν στη διαχείριση της ανάπτυξής τους, της ανταγωνιστικότητάς τους και εν γένει των χρόνιων προβλημάτων τους με όρους επαναλαμβανόμενου και διογκούμενου δανεισμού, τυπικού (τραπεζικού) και άτυπου, δηλαδή μέσω των καταχρηστικών καθυστερήσεων πληρωμών των προμηθευτών τους. Οι σημαντικές διαφορές στρατηγικής και ισχύος (και ποιότητας έκφρασης αυτής της ισχύος) της μιας από την άλλη δεν διαφοροποιούν το αποτέλεσμα...

Ήταν, τάχα, τόσο «προβληματικές», όσο δείχνει η εκ των υστέρων γνώση των επικριτών τους; Έστω ναι, αλλά η προβληματικότητά τους ήταν ευθέως ανάλογη του κυρίαρχου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης που υιοθέτησαν από τη δεκαετία του ’90. Όντως, ο κανόνας ανάπτυξης του επιχειρηματικού πρωταθλητισμού που ασπάσθηκαν, βασίστηκε παντού στη Δύση στη χρηματοπιστωτική επέκταση και το υψηλό ρίσκο και δη με οικτιρμό για την «οπισθοδρομικότητα» των επιχειρηματιών που τον απέφευγαν. Βέβαια, μεταμορφωμένη η προνύμφη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 σε χρυσαλλίδα της κρίσης δημόσιου χρέους, με όσα δεινά επισωρεύει, διδάσκει ότι χωρίς πολυεθνική στήριξη χρηματιστικοποιημένης βάσεως, τα «καινοτόμα» επιχειρηματικά ρίσκα τέτοιου είδους οδηγούνται σε φιάσκο βιωσιμότητας, καθότι παντού η έλλειψη ρευστότητας εξογκώνει τις διοικητικές και διαχειριστικές παθογένειες. Όσο για τους εμπνευστές τους, διασύρονται ως άφρονες επαρχιώτες, που βγάζουν στο σφυρί τα πατρογονικά τους για να γλυτώσουν... Αλλά κι αυτό ακόμα το μάθημα, ειδικά στην περίπτωση της Μαρινόπουλος, δόθηκε επί τα χείρω, αφού η εταιρεία διέθετε ισχυρό πολυεθνικό υπόβαθρο (Carrefour) πλην, όμως, αυτό υποχώρησε ασμένως, εφόσον οι ιθύνοντές του διέγνωσαν ότι το αποτύπωμα της κρίσης στην εγχώρια ζήτηση θα μείνει ανεπούλωτο κι έτσι «αδειάστηκε» η εταιρεία στις στάχτες της «100% ελληνικότητάς» της... Δεν είναι τυχαίο ότι οι κληρονόμοι των δομών των δύο εταιρειών, όπως όλοι οι άλλοι εναπομείναντες Έλληνες επιχειρηματίες του κλάδου, ήταν στόχος άλλοτε της κριτικής περί «συντηρητισμού» τους στο να αρκούνται –ως «δευτεροκλασάτοι του ανταγωνισμού»– σε βραδεία επέκταση με ίδιους, κυρίως, πόρους.

Εντέλει τα περί «εξυγιαντικών διαδικασιών συγκέντρωσης της αγοράς» δε λένε σπουδαία πράγματα για το πώς πρέπει να νοείται η επιχειρηματική αρετή –όχι μόνο γιατί προγενέστερα η αρετή ταυτιζόταν με τα ρίσκα του χρήματος, αλλά γιατί μεθεορτίως ταυτίστηκε με τη μεταβίβαση ολόκληρων περιουσιών εν τω άμα επ’ ονόματι των συνεπειών της καταστροφής τους, δεδομένης μάλιστα και της επισφάλειας του εγχειρήματος για τους κληρονομούντες. Φενακίζουν δε τη σκέψη, καθώς παραγνωρίζουν το ότι η «προβληματικότητα» εκτός από διαχειριστικό προϊόν είναι πρωτίστως προϊόν της κρίσης, η οποία μεταμορφώνει εύκολα τον ενάρετο σε αμαρτάνοντα εξ ανάγκης...

Ας τελειώνουμε, λοιπόν, με τις ηθικά φορτισμένες περιγραφικές έννοιες των διαδικασιών της συγκέντρωσης, χάριν γυμνής της αναφοράς στην ουσία της: Η εν λόγω διαδικασία, λοιπόν, εξελίσσεται ως κύημα της μακρόχρονης ύφεσης και πτώσης του τζίρου, πράγμα που αιτιολογεί τον χαρακτήρα της ως διαδικασίας μάλλον αναστήλωσης «επιχειρηματικών ρακών» παρά συγχώνευσης πάνω-κάτω ισότιμα ακμαίων οργανισμών.


Το επίδικο του επόμενου κύκλου συγχωνεύσεων
Εφόσον εξέλειπαν οι εταιρείες-ζόμπι του φαλιρισμένου μοντέλου ανάπτυξης και δεδομένης της γερμανικής «υπόσχεσης» για εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας σε βάθος χρόνου, το επίδικο είναι κατά πόσο, πώς και πότε θα ενταχθούν σε διαδικασίες συγκέντρωσης αφενός οι μεγάλες παραδοσιακές εταιρείες, που κρατήθηκαν μακριά από τη «αναστήλωση ρακών», ενόσω διακρίνονται για αυτάρκεια πόρων και μεθοδικότητα επέκτασης δικτύων, και αφετέρου οι ανερχόμενες του «μεσαίου χώρου», που μαζεύουν λαίμαργα τζίρο τα τελευταία χρόνια, επεκτεινόμενες γεωγραφικά με τόλμη –και οι μεν και οι δε δεν υπερβαίνουν αθροιστικά τις τέσσερις ή πέντε. Όλα αυτά, βέβαια, συναρτώνται με την εξέλιξη της πορείας και τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος της νέας Σκλαβενίτης…

Αποφεύγοντας την εικοτολογία σχετικά, μένουμε στη βάση αναφοράς αυτού του «επίδικου», που δεν είναι άλλη από το συμπέρασμα πως η «ελληνική αγορά δεν μπορεί πια να σηκώνει περισσότερες από τρεις ή τέσσερις ή πέντε αλυσίδες». Πίσω από τη συγκεκριμένη φράση, που συνήθως άλλοτε τείνει στον αοριστολογικό αφορισμό κι άλλοτε στο παιχνίδι της «κολοκυθιάς» («και γιατί να’ ναι τέσσερις κι όχι πέντε...» κ.λπ.), η ουσία είναι πως οι προμηθευτές δεν αντέχουν πια το συνωστισμό όχι γενικώς των «πολλών αλυσίδων», αλλά ειδικώς των πολλών διεκδικητών θέσης μεταξύ των «μεγάλων» του κλάδου ή, αλλιώς, δεν είναι διατεθειμένοι να πριμοδοτούν ταυτόχρονα τα ανταγωνιζόμενα μαγαζιά όλων τους. Με άλλα λόγια, οι θέσεις για τα «πούλια» των ανταγωνιστών είναι πια λίγες, άρα λιγόστεψαν οι θέσεις και γι’ αυτούς. Διότι ο τζίρος που προκύπτει και προϋπολογίζεται ότι θα προκύπτει στο εξής, δεν δικαιολογεί την ανακύκλωση των χρημάτων τους στη λιανική, βάσει της αρχετυπικής προσδοκίας όλων των επενδυτών ότι όσο αυτό ανακυκλώνεται, «γεννά» νέο χρήμα. Προσδοκίες πια δεν υπάρχουν. Ή, αλλιώς, η τσέπη του καταναλωτή δεν αντέχει πια να κτίζει μαγαζιά και φιλοδοξίες επέκτασης brands προϊόντων και λιανεμπορικών αλυσίδων. Εξάλλου, εκτός από τη συρρίκνωση των πωλήσεων, η δημογραφική κρίση κι η μετανάστευση ελάττωσαν και τον πληθυσμό.

Το παιχνίδι έχει κλείσει
Τα προαναφερόμενα τα ενισχύει ένα τέταρτο στοιχείο, ότι στη διάρκεια της πενταετίας συγκεντρώθηκε και οργανώθηκε περαιτέρω και η μικρή-μεσαία λιανεμπορική δραστηριότητα, με την έννοια είτε της εξαγοράς κάποιων άλκιμων δομών της είτε της ένταξής τους σε συστήματα franchise ή χαλαρών συμφώνων κοινών προμηθειών. Έτσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το σημαντικότερο μέρος του τζίρου των διάσπαρτων μικρών σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ και παντοπωλείων ήδη τελεί υπό τον έλεγχο των χονδρεμπορικών δραστηριοτήτων των μεγάλων ομίλων του κλάδου, άμεσα (δηλ. με τους προαναφερόμενους τρόπους και μέσω των cash & carry) και έμμεσα (δηλ. μέσω των δομών του παραδοσιακού χονδρεμπορίου, που δραστηριοποιούνται κατά κανόνα σε δυσπρόσιτες περιοχές, προμηθευόμενες από τους εν λόγω ομίλους). Άρα λίγο-πολύ το παιχνίδι στον κλάδο του σούπερ μάρκετ και του παντοπωλείου έχει κλείσει. Ο υψηλός βαθμός της συγκέντρωσής του, εξάλλου, εξηγεί τη δυσφορία των μεγάλων και μικρότερων της αγοράς για το μέτρο της επέκτασης των εργάσιμων Κυριακών, αφού κανείς δεν θα προσθέσει τζίρο ει μη μόνο λειτουργικό κόστος.

Ένα πέμπτο στοιχείο, επιστέγασμα της σημασίας των προηγουμένων, είναι ότι φουσκώνει το κύμα αποχωρήσεων (ή απίσχνασης) αρκετών δομών πολυεθνικών εμπορικών δραστηριοτήτων από την Ελλάδα (την Ελλάδα της πάλαι ποτέ άντλησης των υπερκερδών τους), πράγμα δηλωτικό για το προδικαζόμενο επίπεδο της εγχώριας ζήτησης τα επόμενα χρόνια. Δεν είναι, πάντως, σίγουρο ότι θα επωφεληθούν οι εγχώριες βιομηχανίες, δεδομένου ότι είναι ήδη ξελιγωμένες από την κρίση ρευστότητας και την πτώση της ζήτησης.

Αντίθετα, η κατάστασή τους δείχνει ότι μάλλον δύσκολα θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των λιανεμπόρων, στο πλαίσιο του νέου γύρου αναμετρήσεών τους για την απόσπαση μεριδίων τζίρου, αφενός μεταξύ των ελληνικών αλυσίδων, δηλαδή των δύο νέων σχημάτων, που διεκδικούν τον τζίρο των δομών που κληρονόμησαν, κι όλων όσοι ωφελήθηκαν από το φυλλορρόημά τους πριν εξαγοραστούν. Αφετέρου, μεταξύ πολυεθνικών και ελληνικών αλυσίδων, καθώς οι πρώτες δεν θ’ αφήσουν ήσυχα κυρίως τα νεότευκτα ελληνικά επιχειρηματικά σχήματα, καπαρώνοντας μερίδια αγοράς πριν τα τελευταία. Αν η αναμέτρηση επικεντρωθεί μονοδιάστατα στο πεδίο των τιμών, προεικάζεται ότι ο νέος κύκλος συγκέντρωσης στον κλάδο θ’ ανοίξει μια ώρα αρχύτερα...

Η φαινομενική ελευθερία του ανταγωνισμού
Τι εγγυάται, όμως, την ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού, αν μείνουν μόνο τρείς-τέσσερις επωνυμίες αλυσίδων σε εθνικό επίπεδο κι ίσως από δύο βασικές σε τοπικό; Οι λιανέμποροι των μεγάλων αλυσίδων, επικαλούμενοι τη διεθνή εμπειρία, διαβεβαιώνουν για την απαραμείωτη ένταση του ανταγωνισμού. Αντίθετα, οι εκ των κάτω είναι σίγουροι για το ενάντιο.

Εφόσον το ράφι της λιανικής ανακλά πρωτίστως την ποιότητα του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών, τόσο οι τάσεις πόλωσης της αγοράς των προμηθευτών σε λίγους υπερμεγέθεις και πάμπολλους μικρούς όσο και η τάση μείωσης της ποικιλίας προϊόντων στα λιανεμπορικά ράφια, εξαιτίας της βαθμιαίας αλλαγής του μοντέλου καταστήματος επί το λιτότερον, κάνει την απάντηση σύνθετη. Συγκεκριμένα τη συναρτά με την αύξηση του βαθμού εξάρτησης, από τη μια πλευρά, των λιανέμπορων από τους όλο και μεγαλύτερους πολυεθνικούς ιδιοκτήτες συλλογών δημοφιλών brands και, από την άλλη, των πάμπολλων μικρών τοπικών προμηθευτών από τις όλο και πιο λίγες μεγάλες αλυσίδες, που λειτουργούν ως πάτρωνές τους, διαθέτοντας κατ’ αποκλειστικότητα τα προϊόντα τους.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εντύπωση της χειραγώγησης των τιμών αμβλύνεται, όμως, φαινομενικά μόνο. Διότι, πρώτον, ο «έξυπνος» χειρισμός των εθνικών αγορών εκ μέρους των πολυεθνικών προμηθευτών, βάσει την κατάταξής τους σε «πλούσιες» και «φτωχές», μπορεί να «φτιάχνει» κατά το δοκούν την απόδοση ενός εκάστου προϊόντος, χωρίς να προκαλεί την κοινή γνώμη –φτάνει κανείς να σκεφτεί ότι ένα προϊόν της αυτής φόρμουλας του ίδιου παραγωγού μπορεί κάλλιστα να κυκλοφορεί, ταυτόχρονα, με διαφορετικά brand και τιμές στις διαφορετικές εθνικές αγορές, πράγμα που ήδη ισχύει προ πολλού… Και δεύτερον, διότι η αποκλειστικότητα διάθεσης του προϊόντος ενός τοπικού προμηθευτή από το μεγάλο λιανέμπορο επιτρέπει στο διανομέα να ασκεί τη μονοπωλιακή ισχύ του κατεξοχήν στον προμηθευτή και δευτερευόντως στον καταναλωτή, ο οποίος είναι δύσκολο να έχει κρίση.


Κώστας Μαχαίρας, πρόεδρος του ΙΕΛΚΑ
«Στα επόμενα χρόνια αρκετοί μικροί «παίκτες» θα γίνουν μεγαλύτεροι, μέσω εξαγορών ή διεύρυνσης δραστηριοτήτων, ενώ θα δούμε και συμμαχίες επιχειρήσεων, στο πλαίσιο των προσπαθειών για πιο αποτελεσματική ανταπόκρισή τους στις ανάγκες των σημερινών ή νεότερης γενιάς καταναλωτών.

Ένας από τους κομβικούς τομείς ενδιαφερόντων και φορέας νέων επιχειρηματικών συνεργασιών είναι το digital. Αναμένω και περισσότερες συνεργασίες ελληνικών με διεθνείς αλυσίδες, τροφίμων ή άλλων κλάδων, πράγμα που θα συμβάλει, άλλωστε, στην ανάπτυξη των εξαγωγών μας. Εφόσον, μάλιστα, πιστεύω πως στην Ελλάδα θα κυριαρχήσει σιγά σιγά το σούπερ μάρκετ των 400τμ, με τις απέριττες συλλογές ραφιού, μέρος του χώρου των υπαρχόντων μεγάλων καταστημάτων θα υπενοικιάζεται σε αλυσίδες άλλων τομέων της λιανικής, οπότε θα καθιερωθούν οι συνεργασίες αλληλοδιείσδυσης των συστεγαζόμενων επιχειρήσεων σε κοινό πελατολόγιο, με κοινά προγράμματα πιστότητας κλπ. Στο ίδιο πλαίσιο, κυρίως στην επαρχία, προβλέπω τη σταδιακή επικράτηση των συνοικιακών mall, που θα συγκεντρώνουν όλες τις δραστηριότητες λιανικής, όπως συμβαίνει διεθνώς».

«Γενικά η στρατηγική τοποθέτηση των ελληνικών αλυσίδων σήμερα μάλλον αυξάνει τη σύγχυση του καταναλωτή παρά τον καθοδηγεί στην αναγνώριση των συμφερόντων του επ’ ωφελεία τους. Αυτό συμβαίνει γιατί ακόμα η στρατηγική τους κατευθύνεται από τις στρατηγικές των προμηθευτών. Όταν αρχίσουν να εστιάζονται στον δικό τους πελάτη, αντί για τον γενικό «καταναλωτή» που ενδιαφέρει τους προμηθευτές, θα πάρουν το μέλλον στα χέρια τους. Το μέλλον, λοιπόν, ανήκει στη διαφοροποίηση για λογαριασμό των πελατών καθεμιάς αλυσίδας, κάτι που το εγγυάται η συνεργασία τους κυρίως με τους μικρούς καινοτόμους προμηθευτές. Όποιος το καταλάβει αυτό, θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος των επόμενων χρόνων.

Η απόφαση για την απόκτηση στρατηγικής αυτονομίας των Ελλήνων λιανεμπόρων είναι θέμα κάποιων κραδασμών όχι περισσότερο του ενός χρόνου. Ας το πάρουν απόφαση οι τέσσερις-πέντε, που μπορούν και πρέπει σήμερα να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο που απευθύνονται στους πελάτες τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, από αυτούς δεν θα έχουν μείνει περισσότεροι από τρεις στο παιχνίδι σε βάθος πενταετίας, τουλάχιστον με τη μορφή που έχουν σήμερα οι εταιρείες τους, καθώς θεωρώ πολύ πιθανό αυτές να εξελιχθούν μέσω των συνεργασιών τους και μορφικά».

Λεωνίδας Βρεττάκος, Διευθύνων σύμβουλος της ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ
σελφ σέρβις.: Τα υφιστάμενα επιχειρηματικά σχήματα στον κλάδο λέτε να οδηγηθούν σε εκ νέου συγκέντρωση;

Λεωνίδας Βρεττάκος: Δεν θέλω ούτε μπορώ να μιλήσω για το μέλλον. Όλα είναι πιθανά. Άλλωστε, προηγουμένως πρέπει να απαντηθεί, αν θα έχουμε ανάπτυξη στην οικονομία, κατά πόσο θα υπάρξουν επενδύσεις κ.ά.

σ. σ.: Τι σκέφτεστε για την κλιμάκωση του ανταγωνισμού τιμών;

Λ. Β.: Κλιμάκωση θα υπάρξει, κυρίως επειδή ο κόσμος δεν έχει λεφτά. Αναλογιστείτε ότι κάποιες συντάξεις έχουν περικοπεί κατά 40%. Η ΑΒ Βασιλόπουλος θα συνεισφέρει σχετικά, κάνοντας ό,τι μπορεί για να υποστηρίξει τον κόσμο.

σ. σ.: Πώς φαντάζεστε ότι θα εξελιχθεί η σχέση πλήρους/μερικής απασχόλησης στον κλάδο;

Λ. Β.: Δεν νομίζω ότι θ’ αλλάξει κάτι, όπως δεν άλλαξε την τελευταία πενταετία.

σ. σ.: Πώς θα επιδράσει η ωρίμαση της συγκέντρωσης του κλάδου στον αριθμό των καταστημάτων του και των format καταστημάτων που θα πρωταγωνιστήσουν;

Λ. Β.: Τα επόμενα δύο χρόνια όλοι σχεδόν οι «παίχτες», μικροί-μεγάλοι, θα εξακολουθήσουν ν’ ανοίγουν μαγαζιά. Τα πρωταγωνιστικά format είναι κυρίως τα medium, small και convenience. Όταν η Ελλάδα είναι η δεύτερη πιο ακριβή χώρα της Ευρώπης στη βενζίνη, είναι λογικό ο καταναλωτής να αποφεύγει τα χιλιόμετρα για τα ψώνια του -ιδίως εφόσον βρίσκει σχεδόν παντού ανταγωνιστικές τιμές.

σ. σ.: Θεωρείτε πιθανή την εμφάνιση νέου διεθνούς ανταγωνιστή στην αγορά μας;

Λ. Β.: Για τα επόμενα τρία-τέσσερα χρόνια μάλλον όχι. Γιατί να κάνει κάποιος επένδυση 200-300 εκατ. ευρώ στη σημερινή Ελλάδα;

σ. σ.: Τι εγγυάται ότι ο ανταγωνισμός θα εξακολουθήσει να λειτουργεί, αν παραμείνουν τρεις αλυσίδες στην αγορά;

Λ. Β.: Παρότι στις μεγάλες εθνικές αγορές της υπόλοιπης Ευρώπης δεν υπάρχουν περισσότεροι από τρεις-τέσσερις βασικοί «παίχτες», ο ανταγωνισμός παραμένει πολύ σκληρός. Δεν πιστεύω, όμως, ότι θα φτάσουμε εκεί στην Ελλάδα. Πιο σημαντικό είναι να σκεφτόμαστε την ωφέλεια των οικονομιών κλίμακος που φέρνει η συγκέντρωση της αγοράς!

Αριστοτέλης Παντελιάδης, Διευθύνων σύμβουλος της Metro
«Την πενταετία 2012-2017 τη χαρακτηρίζουν δύο μεγάλες τάσεις. Πρώτη είναι η συνεχής συρρίκνωση της κατανάλωσης, υπό την έννοια κυρίως του ότι το «κάθε πέρσι και καλύτερα» μονιμοποίησε την ανασφάλεια. Η δεύτερη -ως συνέπεια της πρώτης- είναι οι ανακατατάξεις στον κλάδο, με την αποχώρηση σημαντικότατων «παικτών» και τη συγκέντρωση της αγοράς. Η τελευταία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις μεγάλες αλυσίδες, θα είχε καθυστερήσει άγνωστο πόσο, αν δεν μεσολαβούσε η οικονομική κρίση. Αυτή διόγκωσε τα ήδη γνωστά προβλήματα εταιρειών όπως οι Αφοί Βερόπουλοι και Μαρινόπουλος, και -δεδομένων των περιορισμών του τραπεζικού συστήματος, που κάλυπτε ως τότε τις ζημιές τους- δεν μπορούσαν πια να τα κρύβουν κάτω από το χαλί».

«Σήμερα ο κλάδος έχει εξυγιανθεί. Προβληματικές εταιρείες δεν υπάρχουν. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον, εφόσον όλα έχουν τα όριά τους, από την άποψη ότι ναι μεν οι εναπομείναντες στον ανταγωνισμό έχουν αντοχές να υπομείνουν τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και του τζίρου, αλλά η απάντηση στο «ως πότε;» είναι διαφορετική για τον καθένα. Τουλάχιστον για μια διετία το περιβάλλον θα παραμείνει ρευστό. Μπορεί να μην κινδυνεύσουν οι μεγάλες εταιρείες, αλλά η αναδιανομή των μεριδίων θα εξακολουθήσει κυρίως εις βάρος των μικρών, ενώ οι ανακατατάξεις μεταξύ των μεγαλύτερων θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πρόοδο του εγχειρήματος της Σκλαβενίτης».


Γιάννης Μασούτης, πρόεδρος της Δ. Μασουτης
«Είναι συμφέρον όλων, Ελλήνων λιανεμπόρων και προμηθευτών, να παραμείνουν ως έχουν τα υπάρχοντα επιχειρηματικά σχήματα στον κλάδο. Άλλωστε, κανένας μας δεν θα ήθελε να ανταγωνίζεται ή να προμηθεύει ακόμα έναν διεθνή εταίρο...».

«Είτε είναι πέντε είτε δέκα οι μεγάλες αλυσίδες σε μια εθνική αγορά, εφόσον τον ανταγωνισμό τον ορίζουν πάντα οι δυο-τρεις ισχυρότερες και οι υπόλοιπες προσαρμόζονται, δεν αλλάζει και πολλά η μείωση του αριθμού τους. Όμως, δεν κινδυνεύει ο ανταγωνισμός από τη συγκέντρωση των αλυσίδων, ακόμα κι αν πρόκειται να μείνουν μόνο δυο-τρεις, διότι υπάρχουν πλέον ισχυροί αντισταθμιστικοί παράγοντες που εγγυώνται την ένταση του ανταγωνισμού, όπως δείχνει διεθνώς η εμπειρία. Ένας τέτοιος είναι το ηλεκτρονικό εμπόριο, που δημιουργεί απεριόριστο χώρο ελευθερίας στη διαμόρφωση των τιμών... Πάντως, η αγορά μας έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της, για να την απασχολήσει, έστω, η σχετική συζήτηση...».

«Δεν υπάρχει περίπτωση ξένος επενδυτής λιανέμπορος στην Ελλάδα ν’ αφήσει να περάσει ημέρα χωρίς να μαζέψει το κέρδος του. Αντίθετα ο Έλληνας, όταν πρόκειται να στηρίξει τον πελάτη του επιδοτώντας απ’ τα κέρδη του τις χαμηλές τιμές, θα το κάνει, θεωρώντας το αυτό επένδυση κι υποχρέωσή του. Αυτή είναι η γραμμή της άμυνάς μας κι είμαστε ανυποχώρητοι, γιατί αλλιώς δεν θα υπάρξουμε. Αντίθετα οι ξένοι, όταν μυρίζονται ότι για να μείνουν πρέπει να μπει μαχαίρι στα κέρδη τους, τα μαζεύουν και φεύγουν. Θυμηθείτε τις Plus, Aldi, Carrefour, Makro...».

Χρήστος Πούρης, γενικός διευθυντής του ομίλου αγορών ΕΛΕΤΑ
«Η ΕΛΕΤΑ ως τώρα έχει διατηρήσει τις δυνάμεις της, πράγμα πολύ σημαντικό σε τέτοιες εποχές. Όμως, οι μικροί και μεσαίοι του κλάδου εξαφανίζονται συν τω χρόνω παρά την ασφάλεια που τους έδινε σε πολλές περιπτώσεις η δύσκολη πρόσβαση στις περιοχές που εδρεύουν. Δεν υπάρχει πια απρόσιτη περιοχή για τους μεγάλους του κλάδου. Όπου δεν εξαγοράζουν μικρές αλυσίδες οι ίδιοι, διεισδύουν με το franchising, άρα η απειλή για τους μικρούς γιγαντώνεται. Άλλωστε, δεν έχουν το χρήμα να επιδοτούν την ανταγωνιστικότητά τους, όπως κυρίως οι πολυεθνικές του κλάδου, ούτε την πολυτέλεια να χάσουν τη ρευστότητά τους, επενδύοντας στο «πόλεμο τιμών». Βλέπετε, γι’ αυτούς δεν υπάρχει η στήριξη των τραπεζών ούτε τα σαφώς ανταγωνιστικότερα ποσοστά παροχών, που παίρνουν οι μεγάλοι του κλάδου από τους προμηθευτές, ούτε η συνδρομή των μητρικών του εξωτερικού, που εξασφαλίζει την άνεση να καπαρώνει κανείς τις ευκαιρίες, εκεί που οι ανταγωνιστές του αγκομαχούν».

«Όμως, μένει να δούμε εντέλει και την ανταγωνιστική αντοχή των δύο νέων μεγάλων ελληνικών επιχειρηματικών σχημάτων -κυρίως του μεγαλύτερου- έναντι των δύο πολυεθνικών αλυσίδων. Το επισημαίνω αυτό διότι μοιάζει θέμα στρατηγικής των δανειστών της χώρας, να μην αφήσουν ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της λιανικής στα χέρια Ελλήνων επιχειρηματιών. Π.χ. η δημιουργία προϋποθέσεων για την είσοδο ξένων κεφαλαίων στο μετοχικό κεφάλαιο ελληνικών εταιρειών, με σκοπό τον πλήρη έλεγχο, είναι ό,τι πρέπει για τέτοιου είδους σχέδια...».

Γιώργος Ρουμελιώτης, ιδιοκτήτης και επικεφαλής της Ρουμελιώτης
«Σήμερα το δίκτυό μας, που εκτείνεται στην Ηλία και την Αχαΐα, αριθμεί 13 καταστήματα. Σύντομα θα εγκαινιάσουμε ακόμα ένα. Ιδρύσαμε την εταιρεία μόλις το 2000 και για μια δεκαετία δουλέψαμε μόνο με δύο καταστήματα. Όμως, στα χρόνια της ύφεσης ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του δικτύου μας κυμαίνεται μεταξύ 32% και 40% αντιστρόφως ανάλογα προς τη μείωση των εισοδημάτων. Στην ίδια περίοδο η αγορά των δύο νομών συγκεντρώθηκε σε λιγότερα χέρια. Την τελευταία διετία, στις λίγες περιοχές όπου καταστήματά μας ανταγωνίζονται μονάδες της Μαρινόπουλος, επωφεληθήκαμε από την κατάρρευσή της, αλλά δεν φοβόμαστε μήπως επαναπροσελκύσουν πελάτες ως καταστήματα Σκλαβενίτης, γιατί η διαφοροποίηση που προσφέρουμε, δημιουργεί πιστούς πελάτες. Ειδικότερα, έχουμε ιδιόκτητα αρτοποιείο και θερμοκήπια μαναβικής, όπου παράγουμε καθετοποιημένα και με πιστοποίηση ποιότητας 25 δικούς μας κωδικούς αρτοποιίας και 30 μαναβικής, ενώ διαθέτουμε κατά το 90% ντόπια κρέατα από κτηνοτρόφους της περιοχής».

«Η τοπική αλυσίδα μπορεί να χάνει μονάδες από τις παροχές των προμηθευτών έναντι των μεγάλων, αλλά κερδίζει από το χαμηλότερο κόστος λειτουργίας της. Αυτό σε εμάς ανέρχεται γύρω στο 15,5%, όταν κατά μέσο όρο στους μεγάλους φτάνει το 22%. Άλλωστε, η μεγάλη διασπορά καταστημάτων των μεγάλων δικτύων, αυξάνει τα λειτουργικά τους κόστη. Αν η τοπική εταιρεία έχει σωστή διαχείριση, χωρίς δανειακή εξάρτηση, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα».

«Η ελληνική αγορά χωράει, ίσως, ακόμα ένα διεθνή discounter».

Χριστίνα Χαλκιαδάκη, μέλος διοίκησης της ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ
«Η αγορά χρειάζεται τις μικρότερες υγιείς βιώσιμες αλυσίδες, γιατί υπηρετούν πραγματικές ανάγκες της. Η Χαλκιαδάκης μπορεί να είναι ενταγμένη σ’ ένα μεγάλο αγοραστικό σχήμα, που διασφαλίζει ότι «η μύτη μας θα μένει λίγο πιο πάνω από το νερό», σε αντίθεση με άλλες τοπικές αλυσίδες, αλλά κρατούμε την ανεξαρτησία μας, όπως πάντα, προχωρώντας παράλληλα με την Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης».

«Η Ελλάδα, λόγω γεωφυσικής μορφολογίας, ανέκαθεν είχε παραγωγή και εμπόριο κατακερματισμένα, πράγμα που μόνο εν μέρει αλλάζει. Αν ληφθεί υπόψιν ότι π.χ. οι ακριβές θαλάσσιες μεταφορές εξουδετερώνουν τις οικονομίες κλίμακος, που θα πετύχαινε η συγκέντρωση των επιχειρήσεων σε μια άλλη περιοχή της Ευρώπης, αντίστοιχων πληθυσμιακών δεδομένων προς τα δικά μας, αλλά με διαφορετική γεωφυσική διαμόρφωση, καταλαβαίνει κανείς γιατί εξακολουθούν να αναπτύσσονται οι μικροί τοπικοί παίχτες».

«Ο τουρισμός αποτελεί παράγοντα αισιοδοξίας για την Κρήτη κι αυτό τη διαφοροποιεί από την ηπειρωτική Ελλάδα. Στην ουσία η τουριστική αγορά απαλύνει κάπως το πρόβλημα της ανεργίας. Ωστόσο, το κύμα φυγής κυρίως νέων ανθρώπων, για τους οποίους δεν έχει νόημα να απασχολούνται για ένα κομμάτι ψωμί, θα διογκωθεί».

σελφ σερβις (T. 473)
« 1 2 3 4 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION