σελφ σερβις - PL & Promotion: Απορίες πια δεν υπάρχουν…

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Δωρεάν εγγραφή

Συμπληρώστε τα παρακάτω στοιχεία για να εγγραφείτε στην Online έκδοση του σελφ σέρβις και να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενό του.
*
*
*
*
*
*
* Άνδρας   Γυναίκα
*

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

PL & Promotion: Απορίες πια δεν υπάρχουν…

5 Σεπτεμβρίου 2017 | 09:31 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Private Label,Προϊόντα,Τάσεις

Γιατί μειώνεται το μερίδιο πωλήσεων των private label, ενώ η αγορά των προμηθευτών αντί των «σταθερά χαμηλότερων τιμών», λύσης μάλλον σώφρονος για τα δεδομένα μιας αγοράς όπου ο ένας στους τρεις καταναλωτές είναι και επισήμως φτωχός, επιμένουν αδιαπραγμάτευτα στο promotion;

Τα στοιχεία των τελευταίων χρόνων σχετικά με την εξέλιξη του μεριδίου πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι λίγο πολύ γνωστά: Το 2012 ήταν η τελευταία χρονιά που η IRI κατέγραψε μια αξιοσημείωτη αύξηση του μεριδίου τους σε αξία –από 16,1% επί του συνόλου των κλαδικών πωλήσεων το 2011 ανήλθε στο 17,8%, ήτοι αυξήθηκε κατά 7,4%. Τα επόμενα δύο χρόνια η ανάπτυξή του επιβραδύνθηκε, ώσπου το 2015 έπεσε κατά 7%, δηλαδή από 19% το 2014 στο 18%, ενώ το 2016 έπεσε στο 16,5%, δηλαδή χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2012.

Ουσιώδεις απορίες για την κάμψη της αγοράς των προϊόντων ιδιωτικού σήματος πια δεν υπάρχουν. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο συνδιαμορφώνουν τα συμφέροντα των λιανεμπορικών και προμηθευτικών επιχειρήσεων, διαμεσολαβημένα από τον ανταγωνισμό στα περιβάλλοντα των αγορών τους και από τη μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος.

Πρώτα απ’ όλους οι λιανέμποροι γενικά δεν ωφελούνται οικονομικά από τη διάθεση των private label ει μη μόνον βελτιώνουν με αυτά την επιλεξιμότητά τους από το κοινό που καταφεύγει στα ιδιωτικά σήματα εξ ανάγκης. Αν ξέρουν, φυσικά, το παιχνίδι του branding, σεμνύνονται να διακηρύσσουν ότι η επωνυμία τους εγγυάται ισάξια την ποιότητα των προϊόντων με τους προμηθευτές των βιομηχανικών μαρκών επ’ ονόματι της διαφοροποίησής τους στον ανταγωνισμό τους. Αλλά, αν ρίξει κάποιος μια ματιά στα μερίδια των PL στις πωλήσεις των αλυσίδων, διαπιστώνει ότι οι αποκλίσεις των «επιστημόνων» της διαφοροποίησης από τους «εμπειριστές» των PL είναι μικρές –αν και ποιοτικά σημαντικές–, άρα από οικονομική, τουλάχιστον, άποψη μάλλον δεν δικαιολογούν τον επικοινωνιακό ντόρο που σηκώνουν οι περιαυτολογίες.

Επίσης δεν μπορεί να μην επισημανθεί η πρόοδος των τεσσάρων-πέντε «αρίστων» του κλάδου στη διαμόρφωση διαβαθμισμένων συλλογών PL κατά το υπόδειγμα του πρώτου διδάξαντα: Μια φτηνή σειρά για τους φτωχότερους που ρέπουν στο discount, μια μέσης ποιότητας και πληθωρικής ποικιλίας, που κατά βάση είναι εφάμιλλη των επωνύμων προϊόντων (άλλωστε και τα μεν και τα δε παράγονται από τις ίδιες γραμμές παραγωγής), και μία σειρά εκλεκτών και τοπικής μάλλον παραγωγής προϊόντων, για τα οποία σημασία δεν έχει η αξιακή τιμή, αλλά το ποιοτικό onore που υπογράφει ο λιανέμπορος. Φυσικά, το εμπορικό σουξέ ανήκει στη μεσαία κατηγορία, ενώ η επένδυση στην ελίτ σειρά έχει κατά το μάλλον ή ήττον επικοινωνιακό βάρος, δηλαδή δεν αποτιμάται η απόδοσή της με βάση τον τζίρο της σειράς. Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι δραστηριοποιούμενοι στην οργανωμένη χονδρική από τη χορεία των εν λόγω αλυσίδων φροντίζουν πλέον να διαφοροποιούν τις επωνυμίες των σειρών PL που διανέμουν στα σούπερ μάρκετ των δικτύων τους, από εκείνα που αγοράζουν στη χονδρική και εμπορεύονται οι πελάτες τους-μικρολιανέμποροι, είτε franchisee είτε σταθεροί ή ευκαιριακοί προμηθευόμενοι.

PL: ΜΑΧΑΙΡΙ ΔΙΚΟΠΟ
Πάντως, επειδή οι πρόσοδοι των λιανέμπορων από τους προμηθευτές βιομηχανικών μαρκών είναι σαφώς υψηλότεροι από τα κέρδη που τους αφήνουν τα PL, δεν έχουν καμία διάθεση να τα «σπρώχνουν» στο ράφι περισσότερο απ’ ό,τι τους τα ζητά ο κόσμος. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει στην περίπτωση της χορείας των «αρίστων» του κλάδου, οι οποίοι ανταγωνίζονται στη πρόσκτηση νέου τζίρου, μέσω της διαρκούς επέκτασης των δικτύων τους, την οποία στηρίζουν, φυσικά, στις ποικίλες παροχές των προμηθευτών τους. Ισχύει, όμως, και στην περίπτωση των μικρομεσαίων, οι οποίοι ακριβώς επειδή είναι «ριγμένοι» από τους προμηθευτές στα ποσοστά των παροχών έναντι των ποσοστών που δίνουν στους «μεγάλους», υπολογίζουν με ακόμα μεγαλύτερη θέρμη στις προσόδους των βιομηχανικών μαρκών, αν και δεν γλυτώνουν τη διαρροή πελατείας προς τους ανταγωνιστές τους…

Με αυτή την έννοια, αλίμονο στο λιανέμπορο που εξωθείται να στηρίζει την ανταγωνιστικότητά του στα PL, είτε γιατί είναι μικρός, άρα «ριγμένος» από τους προμηθευτές στις παροχές, είτε γιατί, όπως το ‘ζησε η αγορά, είναι (ήταν) το «μεγάλο μαγαζί» με τα αθεράπευτα χρηματοοικονομικά «ανοίγματα», που επείγεται (επειγόταν) να έλκει μόνιμα ισχυρό ρεύμα «κυνηγών» των χαμηλών τιμών (μεταξύ άλλων και στα PL), χάριν ρευστότητας, έστω χωρίς κέρδη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μαρινόπουλος δούλεψε κατά κόρον τα PL, τόσο ώστε η αργή έκλειψή της να ερμηνεύει τη συρρίκνωση του μεριδίου τους στο σύνολο της κλαδικής αγοράς.

Συνεπώς τα PL ως επικουρικό όπλο τόνωσης της ανταγωνιστικότητας έχουν αξιόλογη συμβολή στη συγκράτηση του φτωχού πελατολογίου, που ρέπει στην πολυδιαφημιζόμενη αλά ελληνικά γερμανική Lidl, και στην ενίσχυση της εικόνας της αλυσίδας ως εγγυητή της ποιότητας προϊόντων, που διακινούνται με το σήμα της. Αντίθετα, ως κύριο όπλο ενεργητικής άμυνας στον ανταγωνισμό (εφόσον ο χρήστης των PL δεν είναι discounter), φανερώνουν ότι ο επιχειρών διεξάγει αγώνα οπισθοφυλακών με ημερομηνία λήξης εις βάρος του.

Τα στοιχεία των τελευταίων χρόνων σχετικά με την εξέλιξη του μεριδίου πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι λίγο πολύ γνωστά: Το 2012 ήταν η τελευταία χρονιά που η IRI κατέγραψε μια αξιοσημείωτη αύξηση του μεριδίου τους σε αξία –από 16,1% επί του συνόλου των κλαδικών πωλήσεων το 2011 ανήλθε στο 17,8%, ήτοι αυξήθηκε κατά 7,4%. Τα επόμενα δύο χρόνια η ανάπτυξή του επιβραδύνθηκε, ώσπου το 2015 έπεσε κατά 7%, δηλαδή από 19% το 2014 στο 18%, ενώ το 2016 έπεσε στο 16,5%, δηλαδή χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2012.

Ουσιώδεις απορίες για την κάμψη της αγοράς των προϊόντων ιδιωτικού σήματος πια δεν υπάρχουν. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο συνδιαμορφώνουν τα συμφέροντα των λιανεμπορικών και προμηθευτικών επιχειρήσεων, διαμεσολαβημένα από τον ανταγωνισμό στα περιβάλλοντα των αγορών τους και από τη μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος.

Πρώτα απ’ όλους οι λιανέμποροι γενικά δεν ωφελούνται οικονομικά από τη διάθεση των private label ει μη μόνον βελτιώνουν με αυτά την επιλεξιμότητά τους από το κοινό που καταφεύγει στα ιδιωτικά σήματα εξ ανάγκης. Αν ξέρουν, φυσικά, το παιχνίδι του branding, σεμνύνονται να διακηρύσσουν ότι η επωνυμία τους εγγυάται ισάξια την ποιότητα των προϊόντων με τους προμηθευτές των βιομηχανικών μαρκών επ’ ονόματι της διαφοροποίησής τους στον ανταγωνισμό τους. Αλλά, αν ρίξει κάποιος μια ματιά στα μερίδια των PL στις πωλήσεις των αλυσίδων, διαπιστώνει ότι οι αποκλίσεις των «επιστημόνων» της διαφοροποίησης από τους «εμπειριστές» των PL είναι μικρές –αν και ποιοτικά σημαντικές–, άρα από οικονομική, τουλάχιστον, άποψη μάλλον δεν δικαιολογούν τον επικοινωνιακό ντόρο που σηκώνουν οι περιαυτολογίες.

Επίσης δεν μπορεί να μην επισημανθεί η πρόοδος των τεσσάρων-πέντε «αρίστων» του κλάδου στη διαμόρφωση διαβαθμισμένων συλλογών PL κατά το υπόδειγμα του πρώτου διδάξαντα: Μια φτηνή σειρά για τους φτωχότερους που ρέπουν στο discount, μια μέσης ποιότητας και πληθωρικής ποικιλίας, που κατά βάση είναι εφάμιλλη των επωνύμων προϊόντων (άλλωστε και τα μεν και τα δε παράγονται από τις ίδιες γραμμές παραγωγής), και μία σειρά εκλεκτών και τοπικής μάλλον παραγωγής προϊόντων, για τα οποία σημασία δεν έχει η αξιακή τιμή, αλλά το ποιοτικό onore που υπογράφει ο λιανέμπορος. Φυσικά, το εμπορικό σουξέ ανήκει στη μεσαία κατηγορία, ενώ η επένδυση στην ελίτ σειρά έχει κατά το μάλλον ή ήττον επικοινωνιακό βάρος, δηλαδή δεν αποτιμάται η απόδοσή της με βάση τον τζίρο της σειράς. Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι δραστηριοποιούμενοι στην οργανωμένη χονδρική από τη χορεία των εν λόγω αλυσίδων φροντίζουν πλέον να διαφοροποιούν τις επωνυμίες των σειρών PL που διανέμουν στα σούπερ μάρκετ των δικτύων τους, από εκείνα που αγοράζουν στη χονδρική και εμπορεύονται οι πελάτες τους-μικρολιανέμποροι, είτε franchisee είτε σταθεροί ή ευκαιριακοί προμηθευόμενοι.

PL: ΜΑΧΑΙΡΙ ΔΙΚΟΠΟ
Πάντως, επειδή οι πρόσοδοι των λιανέμπορων από τους προμηθευτές βιομηχανικών μαρκών είναι σαφώς υψηλότεροι από τα κέρδη που τους αφήνουν τα PL, δεν έχουν καμία διάθεση να τα «σπρώχνουν» στο ράφι περισσότερο απ’ ό,τι τους τα ζητά ο κόσμος. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει στην περίπτωση της χορείας των «αρίστων» του κλάδου, οι οποίοι ανταγωνίζονται στη πρόσκτηση νέου τζίρου, μέσω της διαρκούς επέκτασης των δικτύων τους, την οποία στηρίζουν, φυσικά, στις ποικίλες παροχές των προμηθευτών τους. Ισχύει, όμως, και στην περίπτωση των μικρομεσαίων, οι οποίοι ακριβώς επειδή είναι «ριγμένοι» από τους προμηθευτές στα ποσοστά των παροχών έναντι των ποσοστών που δίνουν στους «μεγάλους», υπολογίζουν με ακόμα μεγαλύτερη θέρμη στις προσόδους των βιομηχανικών μαρκών, αν και δεν γλυτώνουν τη διαρροή πελατείας προς τους ανταγωνιστές τους…

Με αυτή την έννοια, αλίμονο στο λιανέμπορο που εξωθείται να στηρίζει την ανταγωνιστικότητά του στα PL, είτε γιατί είναι μικρός, άρα «ριγμένος» από τους προμηθευτές στις παροχές, είτε γιατί, όπως το ‘ζησε η αγορά, είναι (ήταν) το «μεγάλο μαγαζί» με τα αθεράπευτα χρηματοοικονομικά «ανοίγματα», που επείγεται (επειγόταν) να έλκει μόνιμα ισχυρό ρεύμα «κυνηγών» των χαμηλών τιμών (μεταξύ άλλων και στα PL), χάριν ρευστότητας, έστω χωρίς κέρδη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μαρινόπουλος δούλεψε κατά κόρον τα PL, τόσο ώστε η αργή έκλειψή της να ερμηνεύει τη συρρίκνωση του μεριδίου τους στο σύνολο της κλαδικής αγοράς.

Συνεπώς τα PL ως επικουρικό όπλο τόνωσης της ανταγωνιστικότητας έχουν αξιόλογη συμβολή στη συγκράτηση του φτωχού πελατολογίου, που ρέπει στην πολυδιαφημιζόμενη αλά ελληνικά γερμανική Lidl, και στην ενίσχυση της εικόνας της αλυσίδας ως εγγυητή της ποιότητας προϊόντων, που διακινούνται με το σήμα της. Αντίθετα, ως κύριο όπλο ενεργητικής άμυνας στον ανταγωνισμό (εφόσον ο χρήστης των PL δεν είναι discounter), φανερώνουν ότι ο επιχειρών διεξάγει αγώνα οπισθοφυλακών με ημερομηνία λήξης εις βάρος του.


AΡΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Η κατάσταση των προμηθευτών αποτυπώνεται στην τάση συρρίκνωσης του γενικού τζίρου τα τελευταία χρόνια (κατά 3,4% το 2012, κατά 3,5% το 2013, κατά 1,4% το 2014, κατά 2,1% το 2015, κατά 1,5-2% πέρυσι) και στην αντίστροφη τάση αύξησης του προωθητικού τζίρου –πράγματι, για παράδειγμα, το ποσοστό των προωθήσεων που αφορούσαν κάποιας μορφής μείωση τιμής στο σύνολο των πωλήσεων αυξήθηκε από 19% το 2014 σε 20,7% το 2016 και σε 21,8% το πρώτο τετράμηνο της φετινής χρονιάς.

Η πιο δημοφιλής στις επιχειρήσεις εξήγηση σχετικά με τη μείωση του μεριδίου των PL είναι η εξής: «Εφόσον η πτώση της ζήτησης οδηγεί στην παγίωση του καθεστώτος των προωθήσεων και προσφορών και επειδή εξαιτίας αυτού του καθεστώτος οι τιμές των προωθούμενων ειδών και των PL αντιστοίχων τους συγκλίνουν, ο καταναλωτής επιλέγει για το καλάθι του κυρίως επώνυμα είδη». Η εξήγηση είναι αληθής, εφόσον, όμως, ενώ λαμβάνει υπόψιν το κύρος της θέσης των λιανέμπορων ότι το στρατηγικό δέον για τα PL είναι το «κάθε ημέρα σταθερά χαμηλότερες τιμές», δεν θέτει προς συζήτηση ούτε την αναίρεση αυτού του δέοντος από τα πράγματα, καθώς δεν είναι πια οι τιμές των PL που κάνουν τις τιμές «καθημερινά σταθερά χαμηλότερες», αλλά αυτές των προωθήσεων και προσφορών, αλλά ούτε και το γιατί οι προμηθευτές αντί των «σταθερά χαμηλότερων τιμών», για τα δεδομένα μιας αγοράς που ο ένας στους τρεις καταναλωτές είναι και επισήμως φτωχός, επιμένουν ακόμα στο promotion.

Αλλά το «στρατηγικό δέον» των αλυσίδων για τις τιμές των PL (μετά τις προωθητικές «ζαβολιές» σκοπιμότητος της Μαρινόπουλος παλαιότερα) τηρείται: Στο τετράμηνο του 2017 o προωθητικός τζίρος των PL έπεσε στο 16,8% των συνολικών πωλήσεών τους, ενώ από τις δέκα βασικές κατηγορίες προϊόντων στις έξι καταγράφηκε μείωση προωθήσεων στα PL και πολύ περιορισμένης κλίμακας άνοδος στις τέσσερις που ανέβηκαν. Άλλωστε, οι «σταθερά χαμηλές τιμές», εκτός του ότι έχουν βάση επαλήθευσης τουλάχιστον στη φτηνότερη σειρά PL, δεν είναι αυτοσκοπός, ιδίως όταν το «promo-πουσάρισμα» των βιομηχανικών μαρκών στον μεριδιακό ανταγωνισμό τους ικανοποιεί το μείζονα σκοπό του λιανέμπορου, αναφορικά με την απόσπαση του υψηλότερου, για τις υφιστάμενες συνθήκες, δυνατού κέρδους. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει, διότι οι λιανέμποροι δεν έχουν συμφέρον από τις «σταθερά χαμηλότερες τιμές» στα επώνυμα είδη, αφού κάτι τέτοιο θα έφερνε «σταθερά χαμηλότερες προσόδους» στα ταμεία τους από τις βιομηχανικές μάρκες. Γι’ αυτό, άλλωστε, προτιμούν, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους, να συν-επενδύουν με τους προμηθευτές στις προωθήσεις-προσφορές των βιομηχανικών μαρκών παρά στη μείωση τιμών στα δικά τους σήματα.

Όσο για την εμμονή των βιομηχάνων στο προωθητικό πουσάρισμα των μαρκών τους παρότι ουδείς πλέον τρέφει αυταπάτες για το μέλλον της εγχώριας ζήτησης, το να αρκεστεί κανείς στη σκέψη ότι «ποτέ και κανένας εμπορευόμενος δεν ρίχνει τις «κανονικές» τιμές του, όταν μπορεί να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή τιμολογική ευελιξία (με την εναλλακτική του promo), εκμεταλλευόμενος όσο το δυνατόν καλύτερα τις ευκαιρίες «χτισίματος» του τζίρου και του μεριδίου του» είναι η μισή αλήθεια.

ΤΟ PROMO ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ
Οι προμηθευτές τα τελευταία χρόνια έχουν εξαντληθεί να γυμνάζονται στη διαχείριση του πιο δύσκολου προβλήματος: Της κινητοποίησης μιας ζήτησης που υποκαταναλώνει, κατά τρόπο που δεν δημιουργεί μόνιμο πρόβλημ ανισορροπίας στη σχέση των απωλειών τους σε όγκο και σε αξία και χωρίς να εκχωρούνμεριδιά τους σε ανταγωνιστές. Ποιο είναι το αποτέλεσμα όλης αυτής της «γυμναστικής εμπειρίας» πέραν της καύσης κάθε φανερού και κρυφού «λίπους» στις εταιρικές διαδικασίες και οργανισμούς; Η συγκέντρωση της αγοράς! Σύμφωνα με τα στοιχεία της IRI, στους 100 μεγαλύτερους προμηθευτές αναλογεί σήμερα περίπου το 70% του κλαδικού τζίρου. Οι 50 από αυτούς νέμονται το 60% του κλαδικού τζίρου, άρα οι υπόλοιποι 50 νέμονται μόλις το εναπομείναν (ως το 70%) 10%! Το υπόλοιπο 30% το μοιράζονται φέτος περί τους 820 μικρούς προμηθευτές (φετινό σύνολο μεγάλων και μικρών προμηθευτών 920) από 1.000 το 2014 (σύνολο 1.100 μικροί και μεγάλοι).

Αποφεύγοντας την περιπτωσιολογία, είναι προφανής η ευστάθεια του γενικού συλλογισμού ότι όσο το promotion δίνει το πρόσταγμα στον ασίγαστο μεριδιακό ανταγωνισμό μεταξύ των μεγαλύτερων προμηθευτών της αγοράς, τόσο περισσότερος τζίρος συγκεντρώνεται στα χέρια τους. Αυτό το εξηγεί η αδυναμία των μικρών ανταγωνιστών τους να ξεφεύγουν από την εν λόγω πρακτική: Από τη μια πλευρά, αν εφαρμόσουν στρατηγική «σταθερά χαμηλών τιμών» θα εκμηδενιστούν από την επιθετικότητα του promotion των μεγάλων ανταγωνιστών τους –τηρουμένων των αναλογιών, στις «χαμηλές τιμές» τους θα συγκλίνουν εκείνες των προωθούμενων μαρκών, όσο συγκλίνουν σήμερα στις τιμές των PL. Από την άλλη πλευρά, η παραμονή τους στο παιχνίδι του promotion βαθμηδόν τούς εξουθενώνει, ωθώντας τους στην εγκατάλειψη του branding, στις συγχωνεύσεις ή στο κλείσιμο.

Γι’ αυτό οι μεγάλοι προμηθευτές επιμένουν στρατηγικά στο promotion, πολύ περισσότερο εφόσον οι πωλήσεις που αποσπούν πλέον από τους μικρούς ανταγωνιστές τους αρκούν για την εν μέρει κάλυψη απλώς των απωλειών τους μετά τόσα χρόνια ύφεσης. Μάλιστα, ανά κατηγορία προϊόντων η εφαρμογή του promotion προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά, με την έννοια ότι η έκταση και η έντασή του είναι ανάκλαση των αντιστάσεων των μικρών ανταγωνιστών, της εστίασης του μεριδιακού ανταγωνισμού αποκλειστικά μεταξύ των μεγάλων ανταγωνιστών, λόγω εξάλειψης των μικρών κ.ά.

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ
Ούτως εχόντων των πραγμάτων η τάση του ανταγωνισμού είναι οι «50» ισχυροί προμηθευτές, που νέμονται σήμερα το 10% του κλαδικού τζίρου, να ελαττωθούν αύριο επ’ ωφελεία των «50» που νέμονται τώρα το 60%, κι αυτό το 60% του συνολικού κλαδικού τζίρου να διογκωθεί γρήγορα πάνω από το 70%, ενόσω οι νομείς του θα λιγοστέψουν κι αυτοί κ.ο.κ. Πάντως, στη βάση της πυραμίδας των προμηθευτών, που λογικά κι αυτή θα στενέψει από άποψη αριθμού επιχειρήσεων (ήδη συμβαίνει) και μεριδίου πωλήσεων, οι «άριστοι» των αλυσίδων θα αναζητούν πάντα (ή και θα αναδεικνύουν οι ίδιοι από τις τοπικές αγορές) τους συνεργάτες, στους οποίους θα αναθέτουν τη διαφοροποίησή τους, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους. Σημασία έχει ότι ενός τέτοιου είδους «προνομιακή επιρροή» των ισχυρών αλυσίδων στην πλευρά των προμηθευτών τους ήταν είναι και θα παραμείνει περιορισμένη.

Παρεμπιπτόντως, ένα ερώτημα προοπτικής που γεννάται σχετίζεται με τα αιτήματα των «λιγοστεμένων» ισχυρών προμηθευτών την «επόμενη ημέρα» από τους επίσης λίγους ισχυρούς της οργανωμένης λιανικής: Φαντάζεται, άραγε, κανείς ότι, δεδομένων των τάσεων στην παγκόσμια οικονομία, θ’ αφήσει ποτέ η μεγάλη βιομηχανία το (δυνητικό) μέρος των κερδών της, που σήμερα ανακυκλώνεται δεσμευμένο στον ανταγωνισμό των αλυσίδων (νέα καταστήματα, λοιπές εγκαταστάσεις κ.λπ.), χωρίς διεκδίκηση; Π.χ. το ηλεκτρονικό σούπερ μάρκετ, με το συγκριτικά μικρό κόστος λειτουργίας (κόστος αποθηκών+picking+logistics) σε σύγκριση με την αλυσίδα φυσικών καταστημάτων, λογικό είναι μάλλον τις ψυχές της πολυεθνικής βιομηχανίας να φλογίζει παρά των επιχειρηματιών της οργανωμένης λιανικής…

σελφ σερβις (T. 474)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION